Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026
Αλμπέρ Καμί
Ο Αλμπέρ Καμί υπήρξε και παραμένει ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς και διανοητές με διεθνή ακτινοβολία και ευδιάκριτο αποτύπωμα στην λογοτεχνία, το θέατρο και την φιλοσοφία. Είναι περισσότερο γνωστός για το έργο του «Ο Ξένος», που αποτελεί την μυθιστορηματική ανάπτυξη της φιλοσοφίας του παραλόγου, της οποίας υπήρξε ένας από τους εισηγητές. Το 1957, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και τρία χρόνια αργότερα έφυγε από την ζωή σε τροχαίο δυστύχημα σε ηλικία 47 ετών στην ακμή της δημιουργικότητάς του.
Ο Αλμπέρ Καμί γεννήθηκε στο Μοντοβί της Γαλλικής Αλγερίας στις 7 Νοεμβρίου 1913. «Μεγάλωσα, όπως όλοι οι άνθρωποι της ηλικίας μου, μέσα στις τυμπανοκρουσίες του
Α Παγκοσμίου Πολέμου. Και η Ιστορία μας από τότε δεν έπαψε να είναι: φόνος, αδικία, βία». Ο πατέρας του, ένας φτωχός βιοπαλαιστής που είχε έλθει στην Αλγερία για να κάνει την τύχη του, σκοτώθηκε στον πόλεμο. Η ισπανικής καταγωγής μητέρα του δούλευε ως παραδουλεύτρα για να μεγαλώσει αυτόν και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Η οικογένεια του, μετά τον θάνατό του πατέρα του, εγκαταστάθηκε στο Αλγέρι και έζησε σε ένα μικρό δυάρι με την γιαγιά από την πλευρά της μητέρας του και έναν παράλυτο θείο του.
Παράλληλα με τις σπουδές του ο Καμί ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και ιδιαίτερα με το ποδόσφαιρο, αλλά μια κρίση φυματίωσης το 1930, έβαλε τέλος στα αθλητικά του όνειρα. Χρόνια αργότερα ενθυμούμενος αυτά που του προσέφερε το ποδόσφαιρο είπε την γνωστή ρήση: « Στο ποδόσφαιρο χρωστάω όσα ξέρω για ηθική και καθήκον». Η επιδείνωση της υγείας του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το ανθυγιεινό διαμέρισμα στο οποίο έμεινε για 15 χρόνια και να ζήσει μόνος του κάνοντας διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Την ίδια χρονιά γράφτηκε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Αλγερίου, από την οποία αποφοίτησε το 1936 με μια εργασία για την σχέση της ελληνικής και χριστιανικής σκέψης στα κείμενα του Πλωτίνου και του Αυγουστίνου.
Στην πρωτεύουσα της Αλγερίας σφυρηλάτησε την προσωπικότητά του και πραγματοποίησε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα. Εκεί ένιωσε τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και σε ηλικία 21 ετών παντρεύτηκε την πρώτη γυναίκα του, την Σιμόν Ιέ, από την οποία γρήγορα χώρισε, επειδή ο ένας απατούσε τον άλλον. Εκεί πολιτικοποιήθηκε μέσα από τις τάξεις του Κ. Κ Γαλλίας, αλλά γρήγορα και εδώ διαχώρισε την θέση του και διαγράφηκε ως τροτσκιστής. Στο Αλγέρι άρχισε να δημοσιογραφεί ως πολιτικός συντάκτης και λογοτεχνικός κριτικός και εκεί έγραψε τα πρώτα του έργα.
Ζώντας στην Γαλλία, συμμετείχε στην αντίσταση κατά της Γερμανικής Κατοχής και κατά την διάρκειά της, εξέδωσε το πρώτο σπουδαίο έργο του, το μυθιστόρημα «Ο Ξένος» (1942). Πρόκειται για μια έξοχη σπουδή στην αλλοτρίωση του ανθρώπου του 20ου αιώνα, μέσα από το το πορτρέτο ενός «ξένου» καταδικασμένου σε θάνατο όχι τόσο επειδή πυροβόλησε έναν Άραβα, αλλά επειδή αρνείται να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε το φιλοσοφικό του δοκίμιο «Ο Μύθος του Σίσυφου», που αναλύει μία αντίληψη του παραλόγου. Το ίδιο χρονικό διάστημα παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την μαθηματικό Φρανσίν Φορ, η οποία του χάρισε δύο κόρες. Όπως και με την Ιέ δεν υπήρξε το πρότυπο του πιστού συζύγου.
Ο Καμί εξέδωσε και άλλα σημαντικά έργα, όπως τα μυθιστορήματα «Η πανούκλα» (1943) και η «Πτώση» (1956), το θεατρικό «Καλιγούλας» (1944) και το δοκίμιο «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (1951), που προκάλεσε σκληρές διαμάχες μεταξύ των μαρξιστών της εποχής του. Τον Απρίλιο του 1955 βρέθηκε στην Αθήνα και συμμετείχε σε εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο για «Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού», που δεν είναι άλλο από μια Ευρώπη με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά, όπως υποστήριξε.
Το 1957, βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε ηλικία μόλις 44 ετών και έγινε έτσι ο νεώτερος συγγραφέας που είχε τιμηθεί μέχρι τότε με το επίζηλο βραβείο. Τρία χρόνια αργότερα, στις 4 Ιανουαρίου 1960, το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα, όταν έπεσε θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος. Αργότερα θα γίνει γνωστό ότι Καμί έλεγε συχνά στους φίλους του «πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από τον θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα».
- Διαβάστε: Αλμπέρ Καμί - Αποφθέγματα
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1937
Όσιος Νικηφόρος ο Λεπρός
Σχῆμα Μοναχῶν φορέσας Νικηφόρος,
τύπος προσευχῆς ἐγένετο ἀπαύστου.
Ἰανουαρίου τετράδι σάρξ λεπρῶσα Νικηφόρου χθονί
ἐτάφη, πνεῦμα δέ ὁλόλαμπρον ἐν οὐρανοῖς ἀνέπτη.
Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι, καστανοχώρι στα δυτικά του Νομού με υγιεινό κλίμα, με όμορφα δάση, πλούσια νερά, φαράγγια και σπήλαια. Το χωριό αυτό έχει μια ιδιομορφία που δεν την συναντούμε συχνά: είναι χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές, οι οποίες πήραν και το όνομα τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί. Έτσι ο Άγιος μας γεννήθηκε στην γειτονιά των Κωστογιάννηδων. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε από το σπίτι του. Ο παππούς του που είχε αναλάβει να τον μεγαλώσει τον πήγε στα Χανιά να εργαστεί εκεί σ’ ένα κουρείο για να μάθει την δουλειά. Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό.
Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγει τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος (βλέπε 15 Φεβρουαρίου).
Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 μ.Χ. σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου, όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947 μ.Χ.).
Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραψε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Άγιου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζόμενων).
Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Άγιου Άνθιμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο οποίος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φως του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τους Αποστόλους από στήθους.
Το 1957 μ.Χ. έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
Εκεί, στον αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο οποίος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνει όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον οποίο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μοναχού Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Παραθέτομε μερικές μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν:
«Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία». «Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος». «Το πρόσωπο του, που ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο που έλεγε: Ας είναι δοξασμένο το άγιο Όνομα Του».
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964 μ.Χ., κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου. Λαμπρό παράδειγμα και πρότυπο για όλους μας ο βίος του Οσίου Νικηφόρου, ήταν ευάρεστος στο Θεό διότι υπέμεινε πολλά. Για το λόγο αυτό και έχουμε πολλές μαρτυρίες: ότι ο Άγιος μας είχε δεχθεί από το Πανάγιο Πνεύμα το χάρισμα της διορατικότητας καθώς και πλήθος άλλων χαρισμάτων. Χρειάζεται επίσης να σημειώσομε ότι πλείστα είναι τα θαύματα που είναι καταγραμμένα καθώς μέχρι και σήμερα ο άγιος δίδει απλόχερα βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα πολλά θαυμαστά που δεν θα έχουν έρθει στην επιφάνεια.
«Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; ...με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Ήχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Νικηφόρου Ὁσίου, τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα, καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά, ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν, νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ᾽ Αὐτοῦ, θαυμάτων διακρίσεσιν. Χαίροις τῶν Μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις φωτὸς ὁ πρόβολος· χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ λειψάνων σου.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τῆς καρτερίας ἀθλητήν τόν γενναιότατον, ὑπομονῆς τε τόν ἀλύγιστον ἀδάμαντα, τόν ἐν θλίψει ἀσθενείας δοκιμασθέντα· καί ὡσαύτως τόν Θεόν δοξολογήσαντα, Νικηφόρον τόν λεπρόν ἐγκωμιάσωμεν· τούτῳ λέγοντες· Χαίροις νίκης φερώνυμε.
Ὁ Οἶκος
Ἄκαμπτος ἐν ἀσκήσει, Νικηφόρος ἐδείχθης, τῆς λέπρας ὑπομείνας τά ἄλγη. Καί τῷ Θεῷ ἐντεῦθεν ὁλοτρόπως ἀνακείμενος, εὐχαριστίας Τούτῳ αἴνεσιν προσέφερες, ἐκ καθαρᾶς καρδίας σου θεοφόρε. Διό καί νῦν ἡμεῖς, τῆς εὐσεβείας πόθῳ ἐμφορούμενοι, βοῶμέν σοι διαφερόντως ταῦτα·
Χαίροις τό σθένος τῆς ἐγκρατείας·
Χαίροις ὁ ἄτλας τῆς καρτερίας.
Χαίροις τῆς σαρκός τά ἄλγη ὁ βαστάσας ἐν ἀνδρείᾳ
Χαίροις πνεύματος τά κάλλη ὁ γνωρίσας ἐν σοφίᾳ.
Χαίροις τῶν ὁσίων τύπος, μοναστῶν ὑπογραμμός·
Χαίροις τῶν πιστῶν ἐν θείαις ἀρεταῖς χειραγωγός.
Χαίροις τοῦ φωτός ὁ στῦλος ὁ τήν κτίσιν ἐκλαμπρύνων·
Χαίροις Ἐκκλησίας λύχνος τάς ψυχάς ὁ ἱλαρύνων.
Χαίροις τό τῆς Κρήτης κλέος καί υἱός πανευπρεπής·
Χαίροις ἡ τῆς Χίου δόξα, τοῦ Ἀνθίμου μαθητής.
Χαίροις ὁ διά τῆς λέπρας καθαρθείς ὑπέρ χρυσίον·
Χαίροις πίστιν ὁ τηρήσας πρός Χριστόν τόν σόν νυμφίον.
Χαίροις νίκης φερώνυμε.
Κάθισμα
Ἦχος α΄. Τόν τάφον σου Σωτήρ.
Μετά τήν α΄ στιχολογίαν.
Σκιρτάτω εὐσεβῶν, ἡ ὁμήγυρις πᾶσα, ἐν χείλεσιν ἁγνοῖς, περιέπουσα ὕμνοις, λεπρῶν τό ἐγκαλλώπισμα, Νικηφόρον τόν πάνσεπτον· ὅς ἐβάδισεν, ὁδόν τῶν θλίψεων χαίρων· καί ὑπέδειξε, τῆς ταπεινώσεως πᾶσι, τό μέτρον τό ἄριστον.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Μετά τήν β΄. Στιχολογίαν.
Τοῖς ἐνθέοις σου ἄθλοις σεπτῶς ἐκόσμησας, τήν νῆσον Χίον παμμάκαρ ἐγκαρτερήσας λεπρῶν, τῇ ἐγκλείστρᾳ τοῦ Χριστοῦ τό θεῖον ὄνομα· στέργων ἐξ ὅλης σου ψυχῆς, διδαχθείς τά ὑπέρ νοῦν, Ἀνθίμου ὑψηγορίαις, καί γενόμενος Νικηφόρε, ἐν τῇ ἀσκήσει μέγας λύχνος Χριστοῦ.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Μετά τόν πολυέλεον.
Καρτερίας ἀθλητά, στεῤῥῶν ἀγώνων ἀριστεῦ, ὁ ἐν λέπρας τῇ φλογί, ὥσπερ οἱ Παῖδες πειρασθείς, καί τῇ ψυχῇ σου ἀνάλωτος διαμείνας, ταύτην δέ φωτός ἐργασάμενος, πλέον καθαράν ἀπαστράπτουσαν· Τριαδικῆς Θεότητος τήν αἴγλην, ὦ Νικηφόρε σεβάσμιε· Θεόν δυσώπει, πάντας κηλίδων, ψυχικῶν ἀποπλῦναι.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ΄. Τήν Σοφίαν καί Λόγον.
Τῆς πτωχείας τόν πλοῦτον ἐνστερνισθείς, εὐθυπόρως διέβης τρίβον στενήν, τῆς θείας τελειώσεως, Νικηφόρε μακάριε· ἐν γάρ ὁσίοις τρόποις, καλῶς ἐνδιέπρεψας· καί Μοναστῶν ἐκόσμησας, τά θεῖα συστήματα· πόνους ὑπομείνας, ἀλγεινῆς ἀσθενείας, τήν λέπραν τοῦ σώματος, ὀφθαλμῶν τε τήν ἄμβλυνσιν, καί μελῶν σου παράλυσιν. Κύριον δοξάζων ἀεί, τόν σέ πλουτήσαντα θείοις χαρίσμασιν· καί σέ δείξαντα σκεῦος, εὐωδίας τοῦ Πνεύματος.
Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος α΄.
Τοῦ Χριστοῦ τόν ἀγαθόν καί πιστότατον δοῦλον, Νικηφόρον τόν μακάριον, δεῦτε πάντες ἐν ᾠδαῖς μακαρίσωμεν. Τό γάρ τάλαντον αὐτοῦ, φιλοπόνως ἐργασάμενος, ἐν καρτερίᾳ ἀρίστῃ, καί θαυμαστῇ ὑπομονῇ, εἰς ἑκατόν ἐπηύξησεν. Ὅθεν καί εἰσελθών, εἰς νυμφῶνα τῆς δόξης, πρεσβεύει σύν δικαίοις πᾶσι, τοῦ σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος β΄.
Ἀστέρα τόν πάμφωτον, τόν ἐκ Κρήτης ἄρτι ἀνατείλαντα, καί πᾶσαν τήν κτίσιν, φωτί αὐτοῦ καινοπρεπεστάτῳ αὐγάσαντα, δεῦτε φωτωνύμοις ᾠδαῖς μεγαλύνωμεν. Νικηφόρον τόν θεόφρονα, χαίροις αὐτῷ λέγοντες, υἱέ ἡμέρας ἀγλαόφωτε, ὁ τήν κλῆσιν σου δικαιώσας ταῖς πράξεσιν, ὡς νικήσας τῆς σαρκός τό φρόνημα, καί στεφθείς τῷ τῆς δόξης διαδήματι. Δόξαν δός καί ἡμᾶς εὑρεῖν, τήν εἰς τούς αἰῶνας διαμένουσαν.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος γ΄.
Σχῆμα τό ἰσάγγελον, τῶν Μοναζόντων ἐτίμησας καλῶς, Νικηφόρε θεοτίμητε τῶν Ἀγγέλων ἰσοστάσιε. Ἀγρυπνίαις γάρ πολλαῖς, νηστείαις καί προσευχαῖς, τήν λεπρῶσαν σάρκα σου νεκρώσας, εἰς οὐρανούς ἦρας εὐπειθῶς, τῆς σῆς ψυχῆς τά ὄμματα· ἔνθα σώματι ἀρθείς, Θεόν ἐνοπτρίσω καί τά ἐκεῖ κάλλη ἐθεάσω τά ἀθέατα. Πρέσβευε σύν Ἀγγέλοις ἐκτενῶς, τῶν χαμαιζήλων παθῶν ἡμᾶς χωρισθῆναι, ἵνα Θεῷ ἀρέσαι ἀξιωθῶμεν, τῷ βραβεύοντι τοῖς φίλοις Αὐτοῦ, εἰρήνην καί τό μέγα ἔλεος.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος δ΄.
Τόν θησαυρόν τόν μή φθειρόμενον, εὗρες ἐν οὐρανοῖς Νικηφόρε πανόλβιε· καί γάρ ἠγάπας τήν πτω χείαν, ὑπέρ χρυσίον καί ἀργύριον, ἀκτημοσύνην ᾑρετίσω καί ὑπακοήν ὡσαύτως, ὑπέρ πᾶσαν πολυτέλειαν. Τύπος δέ ἐγένου πραότητος, τῆς εἰρήνης ἐραστής, ἀοργησίας φίλος καί διδάσκαλος καί πάσης ταπεινώσεως ἐργάτης δόκιμος. Ταύτας καί ἡμᾶς ἐργάζεσθαι ἀξίωσον, ἐν καθαρῷ συνειδότι, ἵνα πλουσίας χάριτος τάς δωρεάς, παρά Θεοῦ κομισώμεθα.
Οπτικοακουστικό Υλικό
Σχετικά κείμενα
Όσιος Ονούφριος ο Νέος
Ο Όσιος Ονούφριος γεννήθηκε στο χωριό Κάμπροβα του Μεγάλου Τυρνάβου το 1787 μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δέτζιο και αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Δανιήλ. Η δε μητέρα του ονομαζόταν Άννα.
Το πρώτο όνομα του νεομάρτυρα αυτού ήταν Ματθαίος και οι ευσεβείς και πλούσιοι γονείς του τον μεγάλωναν με χριστιανοπρέπεια. Κάποτε λοιπόν, όταν ήταν οκτώ ετών, οι γονείς του τον μάλωσαν για κάποια του αταξία και αυτός θυμωμένος είπε μπροστά σε Τούρκους ότι θα τουρκέψει.
Τότε με χίλια βάσανα οι γονείς του κατόρθωσαν να αποτρέψουν την περιτομή του. Όταν μεγάλωσε ο Ματθαίος πήγε στο Άγιο Όρος στη Μονή Χιλιανδαρίου, όπου χειροτονήθηκε διάκονος με το όνομα Μανασσής.
Αλλά οι τύψεις από το παιδικό εκείνο περιστατικό τον έκαναν να αγωνίζεται με αυστηρή νηστεία και προσευχή για να εξιλεωθεί στον Θεό. Αργότερα αποφάσισε να ομολογήσει τον Χριστό μπροστά στους άπιστους και να υποστεί μαρτυρικό θάνατο. Πήγε λοιπόν στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, όπου δοκιμάστηκε για 4 μήνες από τον πνευματικό Νικηφόρο και κατόπιν έγινε μεγαλόσχημος μοναχός με το όνομα Ονούφριος.
Έπειτα με την ευλογία του πνευματικού του και αφού πήρε σαν συνοδό του κάποιο Γρηγόριο Πελοποννήσιο, πήγε στη Χίο.
Εκεί αφού και πάλι προετοιμάστηκε κατάλληλα, φόρεσε ρούχα Αγαρηνών και πήγε στο κριτήριο, όπου μπροστά σε πολλούς αγάδες με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό και αναθεμάτισε τον μουσουλμανισμό. Και έριξε κάτω το πράσινο σαρίκι που φορούσε.
Τα βασανιστήρια που ακολούθησαν ήταν ανελέητα και φρικτά. Τελικά πέθανε αφού τον μαχαίρωσαν οι βασανιστές του, στις 4 Ιανουαρίου 1818, ημέρα Παρασκευή και ώρα 3 μ.μ. Το Ιερό του λείψανο οι Τούρκοι το έριξαν στη θάλασσα. Ακολουθία και βιογραφία του Αγίου συνέγραψε ο Ονούφριος Ιβηρίτης, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1862.
Όσιος Θεόκτιστος ηγούμενος Κουκουμίου
Ἐν γῇ χλοαυγεῖ τῆς Ἐδὲμ Θεοκτίστῳ,
Μοῖραν δίδως, ἄκτιστε τοῦ Θεοῦ Λόγε.
Ο Όσιος Θεόκτιστος ήταν ηγούμενος της Μονής Κουκουμίου (ή Κουκουμά ή Κουκούμης) στη Σικελία. Απεβίωσε ειρηνικά.
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Κτίσις βασίλειος, Θεοῦ γενόμενος, βίον κατάλληλον, τῇ κλήσει ἔσχηκας, εὐαρεστήσας τῷ Θεῷ, ἐν ἔργοις δικαιοσύνης· ὅθεν Μοναζόντων σε, ποδηγέτην ἀνέδειξε, Χριστὸς ὁ φιλάνθρωπος, ὁ δεχθεὶς τοὺς ἀγῶνάς σου· ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαίροις Θεόκτιστε θεόφρον.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐκ Δυσμῶν ὡς ἥλιος ἐξανατείλας, μυστικῶς κατηύγασας τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀσκητικαῖς σου φαιδρότησι, Πάτερ παμμάκαρ, Θεόκτιστε Ὅσιε.
Μεγαλυνάριον
Φοῖνιξ ἐναρέτου ὤφθης ζωῆς, θάλλων διεξόδοις, σῶν ἱδρώτων τῶν εὐαγῶν· ὅθεν διατρέφεις, καρποῖς σου ἀθάνατοις, ἡμῶν τὰς διανοίας, Πάτερ Θεόκτιστε.
Οπτικοακουστικό Υλικό
Σύναξη των Αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων
Τοὺς Ἑβδομήκοντ᾽ εὐκλεεῖς Ἀποστόλους,
Καὶ ὧδ᾽ ὁμοῦ σύμπαντας εὐφημεῖν θέμις.
Ἀμφὶ τετάρτην ἄνδρας ἀγακλεέας κυδαίνω.
Για τους Αποστόλους αυτούς μας πληροφορεί το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο στο δέκατο κεφάλαιο. Τους εξέλεξε ο Χριστός ύστερα από τους Δώδεκα για να βοηθούν το έργο Του, πηγαίνοντας αυτοί πρωτύτερα σε κάθε πόλη και τόπο, όπου θα πήγαινε κατόπιν ο Ίδιος. Στον αγώνα αυτό, έπρεπε να καταβάλουν όλη τους τη δραστηριότητα, χωρίς να χάνουν ούτε στιγμή. Γι' αυτό τους είπε, ότι ώφειλον να μη σταματούν και να μη χαιρετούν κανένα εις τον δρόμον. Αυτό δε, αποτελεί μάθημα για μερικούς πνευματικούς εργάτες, που χάνουν άσκοπα ώρες και μέρες φλυαρώντας αντί να διδάσκουν, και σκανδαλίζοντας αντί να οικοδομούν. Ο Κύριος παρήγγειλε τους εβδομήκοντα Αποστόλους, μήτε βαλάντιο να έχουν μαζί τους, μήτε δισάκιο, ούτε υποδήματα να κρατάνε. Γιατί; Για να φανεί, ότι οι στρατιώτες του Χριστού πρέπει να έχουν αυταπάρνηση και να εξοικειώνονται με όλες τις στερήσεις. Και να δειχθεί ότι ο Θεός με μηδαμινά μέσα κατορθώνει τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα έργα. Οι Εβδομήκοντα εξετέλεσαν την αποστολή τους με όλη την ακρίβεια και την πειθαρχία, όταν ο Χριστός ήταν στη γη. Αλλά και υστέρα από την ανάληψή Του και το σχηματισμό της Εκκλησίας Του, έκαναν με ζήλο και αυταπάρνηση όλο το καθήκον τους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, της πρώτης Χριστιανικής περιόδου, προσπάθησαν να τους ταυτίσουν σταχυολογώντας πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, κυρίως από το βιβλίο των Πράξεων, καθώς και τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Η πρώτη απόπειρα καταρτίσεως καταλόγων των ονομάτων των Εβδομήκοντα Αποστόλων έγινε σε αντίδραση ενεργειών των Γνωστικών, οι οποίοι είχαν ανορθόδοξη και εσφαλμένη αντίδραση περί του επισκοπικού αξιώματος και της αδιάκοπης αποστολικής διαδοχής και αποσκοπούσε να προβάλει πρόσωπα με αναμφισβήτητο εκκλησιαστικό κύρος, που ήσαν άμεσα συνεχιστές του έργου των Δώδεκα Αποστόλων. Από την εποχή του πρώτου σχίσματος (867 μ.Χ.), όταν το «παπικὸν πρωτεῖον ἐξῆλθεν πλέον τῆς θεωρητικῆς καὶ ἀορίστου μορφῆς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε διετήρει καὶ ἔλαβε πρακτικὴν καὶ ὡρισμένην μορφὴν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», προβάλλονται ιδιαίτερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι Εβδομήκοντα Απόστολοι, σε αντίδραση στις γνωστές θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας περί του πρωτείου του Πάπα. Γι' αυτό, αν και έκαστος των Αποστόλων εορτάζει σε τακτή ξεχωριστή ημέρα, η Εκκλησία μας όρισε και ιδία μέρα για την κοινή εορτή αυτών που κακοπάθησαν για το Ευαγγέλιο του Υιού και Λόγου του Θεού.
Αυτοί δε ήταν:
1. Άγαβος, προφήτης, ο οποίος προφήτευσε τη σύλληψη του Αποστόλου Παύλου και το μέγα λιμό εις Ιερουσαλήμ (Τιμάται 8 Απριλίου).
2. Ακύλας, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, μετά της συζύγου αυτού Πρισκίλλης, μαρτυρικά τελειωθέντες (Τιμούνται 14 Ιουλίου, 13 Φεβρουαρίου).
3. Αμπλίας, Επίσκοπος Οδυσσουπόλεως (της Μακεδονίας), υπό του Αποστόλου Ανδρέου εγκατασταθείς και υπό των εθνικών αναιρεθείς (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
4. Ανανίας, μαθητής του Κυρίου στη Δαμασκό, συναντήσας καθ' υπόδειξη του Κυρίου τον Σαούλ (Παύλο) τυφλωθέντα, τον οποίο θεράπευσε και Βάπτισε. Έγινε Επίσκοπος Δαμασκού, τελειωθείς διά λιθοβολισμού (Τιμάται 1 Οκτωβρίου).
5. Ανδρόνικος, Επίσκοπος Πανονίας (Τιμάται 17 Μαΐου, 30 Ιουλίου και 22 Φεβρουαρίου η εύρεση των Τιμίων Λειψάνων του).
6. Απελλής, Επίσκοπος Σμύρνης (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
7. Απελλής (έτερος), Επίσκοπος της εν Θράκη Ηρακλείας (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
8. Απολλώς, Επίσκοπος Καισαρείας (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
9. Απφία(ς) (ή Απφιών), σαφώς πρόκειται περί γυναίκας Αποστόλου, την οποία αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Φιλήμονα επιστολή: «καὶ Ἀπφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ». Συνεμαρτύρησε μετά των Αποστόλων Διλήμονος, Αρχίππου και Ονησίμου επί Νέρωνος (φέρεται ως σύζυγος του Φιλήμονος) (Τιμάται 22 Νοεμβρίου).
10. Αρίσταρχος, Επίσκοπος της εν Συρία Απαμείας, αποκεφαλισθείς υπό Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου και 27 Σεπτεμβρίου)
11. Αριστόβουλος, Επίσκοπος Βρετανίας, αδελφός του Αποστόλου Βαρνάβα (Τιμάται 31 Οκτωβρίου, 15 Μαρτίου).
12. Αρτεμάς, Επίσκοπος Λύστρων (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
13. Άρχιππος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου εις Κολοσσάς. Ετελειώθηκε μαρτυρικά επί Νέρωνος (Τιμάται 22 Νοεμβρίου, 19 Φεβρουαρίου).
14. Ασύγκριτος, Επίσκοπος Υρκανίας, ετελειώθηκε μαρτυρικώς (Τιμάται 8 Απριλίου).
15. Αχαϊκός, μαθητής του Αποστόλου Παύλου στην Κόρινθο, ετελειώθηκε από λιμό και δίψα (Τιμάται 15 Ιουνίου).
16. Βαρνάβας ή Ιωσής, Κύπριος την πατρίδα, από τους ελληνιστές Εβραίους της νήσου και από την φυλή Λευΐ. Από Ιωσής, για το γλυκύ του κήρυγμα, μετονομάσθηκε Βαρνάβας, που σημαίνει «υἱὸς παρακλήσεως». Συνέκδημος του Αποστόλου Παύλου, κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αντιόχεια, Ιερουσαλήμ, Ρώμη, Αλεξάνδρεια και Κύπρο, όπου λιθοβολήθηκε και παραδόθηκε στο πυρ. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου (Τιμάται 11 Ιουνίου).
17. Γάιος, Επίσκοπος Εφέσου (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
18. Επαινετός, Επίσκοπος Καρθαγένης (Τιμάται 30 Ιουλίου).
19. Επαφρόδιτος (ή Επαφράς), Επίσκοπος Κολοφώνος ή Κολώνης ή Αδράκης (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
20. Έραστος, οικονόμος της Εκκλησίας Ιεροσολύμων και Επίσκοπος Πανεάδος (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
21. Ερμάς, Επίσκοπος Φιλίππων ή Φιλιππουπόλεως (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
22. Ερμής, Επίσκοπος Δαλματίας (Τιμάται 8 Μαρτίου).
23. Εύβουλος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 28 Φεβρουαρίου).
24. Εύοδος, Επίσκοπος Αντιόχειας, διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου (Τιμάται 7 Σεπτεμβρίου).
25. Ζακχαίος, αρχιτελώνης της Ιεριχώ, τον οποίο κάλεσε ο Κύριος (Τιμάται 20 Απριλίου).
26. Ζηνάς ή Ζήνων, Επίσκοπος Διοσπόλεως της Λαοδικίας (Τιμάται 27 Σεπτεμβρίου).
27. Ηρωδίων και Ροδίων ή Ρόδιος, Επίσκοπος νέων Πατρών, ακόλουθος των Αποστόλων. Ετελειώθηκε μαρτυρικά υπό Ιουδαίων και εθνικών ή Επίσκοπος Ταρσού, ακόλουθος των Αποστόλων Πέτρου στη Ρώμη. Αποκεφαλίσθηκε υπό Νέρωνος μετά του Ολυμπά (Τιμάται 28 Μαρτίου, 10 Νοεμβρίου).
28. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, αδελφός του Κυρίου και υιός Ιωσήφ του Μνήστορος, συγγραφεύς της φερωνύμου Καθολικής Επιστολής και πρώτος Ιεράρχης Ιεροσολύμων. Ο Άγιος ετελειώθηκε μαρτυρικώς υπό Ιουδαίων (Τιμάται 23 Οκτωβρίου, και Κυριακή μετά την Χριστού Γέννηση).
29. Ιάκωβος ο Αλφαίου ή Αλφαίος, αδελφός Ματθαίου του Ευαγγελιστού (Τιμάται 9 Οκτωβρίου).
30. Ιάσων, Επίσκοπος Ταρσού, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 29 Απριλίου).
31. Ιούδας ο Ιακώβου ή Θαδδαίος και Λεββαίος, αδελφός κατά σάρκα του Κυρίου και υιός του Ιωσήφ του Μνήστορος, αδελφός δε γνήσιος του Ιακώβου του Αδελφοθέου (Τιμάται 19 Ιουνίου).
32. Ιουνία(ς), πρόκειται μάλλον περί ανδρός Αποστόλου, τον οποίο αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή : «ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τοὺς συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις». Δυστυχώς στους Συναξαριστές εθεωρήθηκε ως γυναίκα, ενώ σε πολλούς κώδικες γράφεται ορθώς: «(Ἀνδρόνικος) συνεπόμενον ἔχων καὶ τὸν ὑπερθαύμαστον Ἰουνίαν». Και το δίστιχο μαρτυρεί : «Ἰουνία(ς) τέθνηκε μηνὶ Μαΐῳ, ὃς πρῶτος ἐστὶν εἰσιὼν Ἰουνίου» (Τιμάται 17 Μαΐου, 22 Φεβρουαρίου (εύρεση Τιμίων Λειψάνων)).
33. Ιούστος ή Ιωσήφ ή Βαρσαββάς ή Ιησούς ή Ιωσής, Επίσκοπος Ελευθερουπόλεως, ο σύμψηφος γενόμενος του Ματθίου, ο αδελφόθεος (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
34. Καίσαρ, Επίσκοπος Κορώνης (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
35. Κάρπος, Επίσκοπος Βερόης ή Βέροιας της Θράκης (Τιμάται 26 Μαΐου).
36. Κήφας (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
37. Κλήμης, Επίσκοπος Σαρδέων ή Σαρδικής (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
38. Κορδάτος, Επίσκοπος Αθηνών. Ετελειώθηκε μαρτυρικά στη Μαγνησία (Τιμάται 21 Σεπτεμβρίου).
39. Κουάρτος, Επίσκοπος Βηρυτού (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
40. Κρήσκης, Επίσκοπος Καρχηδόνος (Τιμάται 30 Ιουλίου).
41. Λίνος, Επίσκοπος Ρώμης μετά τον Απόστολο Πέτρο (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
42. Λουκάς ή Λούκιος, Επίσκοπος της εν Συρία Λαοδικείας, διάφορος του Ευαγγελιστού, «ὃν ὁ μακάριος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολῇ μαρτυρεῖ» (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
43. Μάρκος, (ο και Ιωάννης), Επίσκοπος Βύβλου της Αντιόχειας, διάφορος του Ευαγγελιστού, «οὐ ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς ἐν ταὶς Πράξεσι μέμνηται». (Τιμάται 27 Σεπτεμβρίου).
44. Μάρκος (έτερος), ανηψιός του Βαρναβά, Επίσκοπος Απολλωνιάδος, διάφορος του Ευαγγελιστού και του προηγούμενου, «οὗ ὁ Ἀπόστολος ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς μέμνηται». (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
45. Ματθίας, ο διά κλήρου αναπληρώσας Ιούδα τον προδότη και συγκαταριθμηθείς στους Δώδεκα (Τιμάται 9 Αυγούστου).
46. Νάρκισσος, Επίσκοπος Αθηνών. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
47. Νακάνωρ, διάκονος εκ των επτά, τελειωθείς εν τη αυτή ημέρα μετά του Αρχιδιακόνου Σεφάνου (Τιμάται 28 Ιουλίου).
48. Νυμφάς, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 28 Φεβρουαρίου).
49. Ολυμπάς, ακόλουθος του Αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη. Αποκεφαλίσθηκε υπό Νέρωνος μετά του Ροδιώνος (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
50. Ονήσιμος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Ετελειώθηκε μαρτυρικά στους Ποτίολους (Τιμάται 15 Φεβρουαρίου, 22 Νοεμβρίου).
51. Ονησιφόρος, Επίσκοπος Κολοφώνος, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 7 Σεπτεμβρίου).
52. Ουρβανός, Επίσκοπος Μακεδονίας, υπό του Αποστόλου Ανδρέου εγκατασταθείς και υπό των εθνικών αναιρεθείς (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
53. Παρμενάς, Διάκονος εκ των επτά (Τιμάται 28 Ιουλίου).
54. Πατρόβας, Επίσκοπος Ποτιόλων (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
55. Πούδης, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου. Υπέστει μαρτυρικό θάνατο επί Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου).
56. Πρόχορος, Διάκονος εκ των επτά, Επίσκοπος Νικομήδειας, συνεργός του Ευαγγελιστού Ιωάννου και στη συγγραφή του Ευαγγελίου (Τιμάται 28 Ιουλίου).
57. Ρούφος, Επίσκοπος Θηβών της Ελλάδος. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 8 Απριλίου).
58. Σίλας, Επίσκοπος Κορίνθου, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Ιουλίου).
59. Σιλουανός, Επίσκοπος Θεσσαλονίκης, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Ιουλίου).
60. Σιμεών ή Συμεών ή Κλεόπας, ο αδελφόθεος, δεύτερος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, υιός Ιωσήφ του Μνήστορος και αδελφός Ιακώβου. Ο Άγιος σταυρώθηκε επί Τραϊανού (Τιμάται 27 Απριλίου, 30 Οκτωβρίου).
61. Στάχυς, Επίσκοπος (πρώτος) Βυζαντίου, κατασταθείς υπό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
62. Στεφανάς, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 15 Ιουνίου).
63. Στέφανος, πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος. Ετελειώθηκε διά λιθοβολισμού (Τιμάται 27 Δεκεμβρίου, 2 Αυγούστου, 15 Σεπτεμβρίου).
64. Σωσθένης, Επίσκοπος Κολοφώνος (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
65. Σωσίπατρος, Επίσκοπος Ικονίου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 10 Νοεμβρίου, 29 Απριλίου).
66. Τέρτιος, Επίσκοπος Ικονίου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
67. Τιμόθεος, Επίσκοπος Εφέσου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, τελειωθείς μαρτυρικά (Τιμάται 22 Ιανουαρίου).
68. Τίμων, διάκονος εκ των επτά, Επίσκοπος Βόστρων, τελειωθείς μαρτυρικά (Τιμάται 28 Ιουλίου).
69. Τίτος, Επίσκοπος Γορτύνης της Κρήτης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 25 Αυγούστου).
70. Τρόφιμος, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο επί Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου).
71. Τυχικός, Επίσκοπος Χαλκηδόνος ή Κολοφώνος, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
72. Φιλήμων, Επίσκοπος Γάζης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, τελειωθείς μαρτυρικά στις Κολοσσές επί Νέρωνος (Τιμάται 22 Νοεμβρίου).
73. Φίλιππος, διάκονος εκ των επτά, εκ Καισαρείας της Παλαιστίνης, ο οποίος εβάπτισε Σίμωνα τον Μάγο και τον Ευνούχο της Κανδάκης (11 Οκτωβρίου).
74. Φιλόλογος, Επίσκοπος Σινώπης, κατασταθείς υπό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
75. Φλέγων, Επίσκοπος Μαραθώνος. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 8 Απριλίου).
76. Φουρτουνάτος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 15 Ιουνίου).
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Θείας πίστεως, τῷ ἀμφιβλήστρῳ, ἐζωγρήσατε, ἐθνῶν ἀγέλας, Ἑβδομήκοντα Κυρίου Ἀπόστολοι, πρὸς εὐσεβείας τὴν θείαν ἐπίγνωσιν, ὡς δεδεγμένοι τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος. Μύσται ἔνθεοι, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολοι ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν
Χριστοῦ Mαθητῶν, χορόν τῶν Ἑβδομήκοντα, ἐνθέως πιστοί, ὑμνήσωμεν σήμερον, καί πανηγυρίσωμεν· δι' αὐτῶν γάρ πάντες ἐμάθομεν, Τριάδα σέβειν ἀμέριστον· καί ἔχομεν λύχνους θείας Πίστεως.
Έτερον Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τοὺς Ἑβδομήκοντα σοφοὺς Ἀποστόλους, ὡς εὐσεβείας γεωργοὺς θεηγόρους, χαρμονικῶς αἰνέσωμεν ᾀσμάτων ᾠδαῖς· οὗτοι γὰρ τῆς πίστεως, τὸν σωτήριον λόγον, κόσμῳ ἐγκατέσπειραν, ὡς Χριστοῦ οἰκονόμοι· καὶ νῦν ἀπαύστως νέμουσιν ὑμῖν, τῶν ἐπταισμένων θεόθεν τὴν ἄφεσιν.
Μεγαλυνάριον
Ἑβδομηκοντάριθμος καὶ σεπτός, δῆμος Ἀποστόλων, τὸν τῆς πίστεως θησαυρόν, τοῖς ἐν ἀπιστίᾳ, διέδωκαν πλουσίως· ὑμνήσωμεν τὴν τούτων, θείαν συνέλευσιν.
Ὁ Οἶκος
Τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων τὴν χορείαν, συμφώνως οἱ πιστοί, ἱεραῖς εὐφημήσωμεν μελῳδίαις, Στέφανον, Πρόχορόν τε καὶ Σίλαν καὶ Νικάνορα. Τίμωνα καὶ Ἀμπλίαν καὶ Παρμενᾶν, Ἀπελλῆν τε Ἰάκωβον, Φίλιππον, Ἀρίσταρχον, καὶ Ματθίαν, Ἡρωδίωνα, Κρήσκην καὶ Φλέγοντα Βαρνάβαν, Λῖνον καὶ Ὀλυμπᾶν, Λουκᾶν καὶ Ἀσύγκριτον, καὶ τοὺς λοιπούς· ὑπάρχουσι γὰρ λύχνοι θείας Πίστεως.
Κάθισμα
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στῦλοι ἄσειστοι τῆς Ἐκκλησίας, ἑδραιώματα τῆς εὐσεβείας, γεγενημένοι Μαθηταὶ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, διατηρήσατε ταύτην ἀλώβητον, ἀποσοβοῦντες τοῦ πλάνου τὰ σκάνδαλα, καὶ αἰτούμενοι, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἑκάστοτε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.













