Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026
Κυρά-Φροσύνη

Γνωστή σε μας ως Κυρά Φροσύνη. Καλλονή των Ιωαννίνων, που καταδικάσθηκε σε θάνατο από τον Αλή Πασά, όταν δεν ενέδωσε στις ερωτικές του πιέσεις.
Η Φροσύνη γεννήθηκε το 1773. «Κόρη θαυμασίου κάλλους και περιφανούς γένους», σύμφωνα με τον γάλλο πρόξενο στα Γιάννινα Πουκεβίλ, υπήρξε σύζυγος του Δημητρίου Βασιλείου, πλούσιου εμπόρου των Ιωαννίνων και ανιψιά του μητροπολίτη Λάρισας και κατόπιν Ιωαννίνων, Γαβριήλ Γκάγκα. Κατά την απουσία του συζύγου της για δουλειές στη Βενετία, η πανέμορφη Φροσύνη και μητέρα δύο παιδιών συνδέθηκε ερωτικά με τον γιο του Αλή Πασά, Μουχτάρ.
Από τα κάλλη της θαμπώθηκε και ο ίδιος ο αυθέντης της Ηπείρου, που το 1801 διήγε το 61ο έτος της ηλικίας του. Επωφελούμενος της απουσίας του Μουχτάρ σε πολεμική εκστρατεία στην Αδριανούπολη, της πρότεινε να παρατήσει τον γιο του και να γίνει ερωμένη του. Η Φροσύνη αρνήθηκε και ο Αλή την απήγαγε και την έφερε στο χαρέμι του στις 10 Ιανουαρίου 1801.
Το νέο «όχι» της Φροσύνης εξόργισε τον δυνάστη, ο οποίος την καταδίκασε σε θάνατο, επειδή συνήψε σχέσεις με τον γιο του Μουχτάρ. Την επομένη, η μοιχαλίδα πνίγηκε στη λίμνη των Ιωαννίνων μαζί με άλλες δεκάξι Γιαννιώτισσες, που είχαν καταδικασθεί για παρόμοια παραπτώματα. Το πτώμα της εκβράστηκε λίγες μέρες αργότερα και τάφηκε στη μονή των Αγίων Αναργύρων.
Παρά το ηθικό και εθνικό της ολίσθημα (μορφή πρώιμου δοσιλογισμού), η λαϊκή μούσα την τίμησε, επειδή θεώρησε ότι εξαγνίστηκε με τον τραγικό της θάνατο:
Φυσάει βοριάς, φυσάει θρακιάς
τ' είν' το κακό που εγίνη
Στα Γιάννινα στη λίμνη!
Δείτε κυράδες, θάλασσες,
Τ' είν' το κακό που εγίνη!
Επνίξανε τις δεκαεφτά με την κυρά Φροσύνη
Αχ! , χαλασμός που εγίνη!…
Από τα λαϊκά άσματα και τις διηγήσεις, οι οποίες παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές της ζωής της, παρέλαβε τη Φροσύνη η έντεχνη ποίηση (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Αλέξανδρος Ραγκαβής, Σωτήρης Σκίπης και Δημήτριος Βερναρδάκης), η οποία την εξιδανίκευσε και κατέστησε τον θάνατό της σύμβολο της κακουργίας του Αλή Πασά.
Η ωραία Φροσύνη δεν άφησε ασυγκίνητη τη λόγια ελληνική μουσική. Ο Παύλος Καρέρ έγραψε την όπερα «Κυρά Φροσύνη», βασισμένη στο ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, η πρεμιέρα της οποίας δόθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1868 στο θέατρο «Απόλλων» της Ζακύνθου. Ο Θεόδωρος Σπάθης άφησε μια ημιτελή όπερα βασισμένη στην «Kυρά Φροσύνη» του Σωτήρη Σκίπη, από την οποία έχει ηχογραφηθεί το «Τραγούδι της Κυρά Φροσύνης» για πιάνο και φωνή, ενώ ο Γεώργιος Σκλάβος έγραψε την ορχηστρική σουίτα «Κυρά Φροσύνη».
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/325
Νίκος Καββαδίας

Από τους ελάσσονες έλληνες ποιητές, που παραμένει αρκετά δημοφιλής χάρις στο Θάνο Μικρούτσικο, που μελοποίησε ποιήματά του στον εμβληματικό του δίσκο «Σταυρός του Νότου». Στην ποίησή του Νίκου Καββαδία κυριαρχούν τα μοτίβα της φυγής, του εξωτισμού και του κοσμοπολιτισμού.
Ο ποιητής των «μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων» γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Ο πατέρας του, Χαρίλαος, είχε τη ρωσική υπηκοότητα και διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών - εξαγωγών. Η μητέρα του, Δωροθέα, ήταν κεφαλλονίτικης καταγωγής. Σε ηλικία τεσσάρων ετών, η οικογένειά του επέστρεψε στην Κεφαλονιά και το 1921 μετακόμισε στον Πειραιά, όπου τελείωσε το Δημοτικό και το εξατάξιο Γυμνάσιο.
Το 1928 δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, αλλά την ίδια χρονιά αρρωσταίνει βαριά ο πατέρας του και αναγκάζεται να δουλέψει. Για μερικούς μήνες εργάζεται σε ναυτικό γραφείο, κρατώντας τα λογιστικά βιβλία, και τον επόμενο χρόνο, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό.
Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, αποτυπώνει στο χαρτί τις εικόνες από τα μέρη που επισκέπτεται, τη ναυτική ζωή, τους ναυτικούς και τις σχέσεις τους με την πατρίδα τους, τη θάλασσα και τις γυναίκες. Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Μαραμπού» και εισαγωγικό σημείωμα του Καίσαρα Εμμανουήλ. Το βιβλίο τυπώνεται σε 245 αντίτυπα, στο τυπογραφείο του περιοδικού «Ο Κύκλος», με έξοδα του ίδιου.
Το 1939 παίρνει το δίπλωμα ασυρματιστή, αν και αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος. Ακολουθεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πηγαίνει στρατιώτης στην Αλβανία και στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής μένει ξέμπαρκος στην Αθήνα. Ξαναμπαρκάρει το 1944 και ταξιδεύει αδιάκοπα ως ασυρματιστής σ’ όλο τον κόσμο.
Τον Ιανουάριο του 1947 εκδίδεται η δεύτερη ποιητική συλλογή του «Πούσι» κι επανεκδίδεται, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια, το εξαντλημένο «Μαραμπού» από τον Θανάση Καραβία, ο οποίος το Μάρτιο του 1954 θα κυκλοφορήσει και τη «Βάρδια», το μοναδικό πεζό του Νίκου Καββαδία.
Από το τελευταίο ταξίδι του επέστρεψε το Δεκέμβριο του 1974 και αμέσως ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την έκδοση της τρίτης ποιητικής συλλογής του, την οποία όμως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη. Πέθανε ξαφνικά στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει στο «Τραβέρσο», κάτι που δεν έγινε...
Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.
Τρία χρόνια μετά το θάνατό του, κάποια από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τον Θάνο Μικρούτσικο, στο δίσκο «Σταυρός του Νότου». Μέσω αυτών των τραγουδιών, και άλλων που ακολούθησαν, ο Νίκος Καββαδίας έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό.
ΟΠΤΙΚΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Η Στάση του Νίκα

Με αυτή την ονομασία έμεινε στην ιστορία η λαϊκή εξέγερση που συνέβη στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα. Πληροφορίες από «πρώτο χέρι» μας δίνει ο σύγχρονος του Ιουστινιανού, ιστορικός Προκόπιος, στο βιβλίο του «Η ιστορία των Πολέμων» (εκδόσεις Λιβάνη).
Πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν οι δήμοι των «Πράσινων και «Βένετων» (μπλε), οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή, που ζούσαν για τις αρματοδρομίες στις εξέδρες του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης. Οι «Ρούσσοι» και οι «Λευκοί» υπολείπονταν αρκετά σε δημοτικότητα των άλλων δύο δήμων. Οι αρματοδρομίες ήταν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές άθλημα εκείνη την περίοδο, όπως σήμερα είναι το ποδόσφαιρο.
Θα λέγαμε ότι οι «Βένετοι» και οι «Πράσινοι» θύμιζαν αρκετά σε πάθος και αφοσίωση τους σημερινούς συνδέσμους φιλάθλων, ιδιαίτερα τη «Θύρα 7» του Ολυμπιακού και τη «Θύρα 13» του Παναθηναϊκού. Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν τους δήμους κάτι ανάμεσα σε συμμορία και πολιτικό κόμμα, καθώς συχνά προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις.
Το 531, ένας «βένετος» και ένας «πράσινος» συλλαμβάνονται με την κατηγορία της δολοφονίας και καταδικάζονται σε θάνατο διά απαγχονισμού. Ο Ιουστινιανός, δεδηλωμένος οπαδός των Βένετων, μετατρέπει τη θανατική ποινή σε φυλάκιση. Οι «Πράσινοι» και «Βένετοι» αξιώνουν την πλήρη απαλλαγή τους. Ο αυτοκράτωρ, όμως, τους αγνοεί.
Στις 11 Ιανουαρίου του 532 ξεσηκώνονται, πυρπολούν κτίρια, πολιορκούν το παλάτι και προξενούν ζημιές ακόμη και στην Αγία Σοφία. Η ιαχή «Νίκα» δονεί την ατμόσφαιρα. Είναι το σύνθημα που φώναζαν στον Ιππόδρομο για να εμψυχώσουν τους αρματοδρόμους.
Το πλήθος των εξεγερμένων όλο και μεγαλώνει, καθώς ο λαός δυσφορούσε για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα, τη βαριά φορολογία και την κρατική αυθαιρεσία. Απαιτεί την παραίτηση του Ιωάννη Καππαδόκη (Υπουργού Οικονομικών της εποχής) και του διάσημου νομομαθούς Τριβωνιανού.
Την κατάσταση επιχειρούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους οι συγκλητικοί και οι ευγενείς, που έβλεπαν τα δικαιώματά τους να ψαλιδίζονται από τις μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού. Συγκεντρώνονται στον Ιππόδρομο και ανεβάζουν στο θρόνο τον Υπάτιο, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Αναστάσιου.
Ο Ιουστινιανός αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση. Είναι καινούργιος στην εξουσία και έχει ένα σωρό σκοτούρες, με τους Πέρσες στα ανατολικά της αυτοκρατορίας. Για μια στιγμή περνά από το νου να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορική σύζυγος, η δυναμική και αποφασιστική Θεοδώρα, γρήγορα τον μεταπείθει και οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος αναλαμβάνουν δράση. Εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και κυριολεκτικά τους κατασφάζουν. Η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου του 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.
Ο Ιουστινιανός πατούσε πλέον γερά στα πόδια του και την επόμενη μέρα έδωσε εντολή να εκτελεσθούν ο σφετεριστής του θρόνου Υπάτιος και ο αδελφός του. Η περιουσία τους δημεύθηκε, όπως και πολλών ευγενών, που εξορίστηκαν, επειδή είχαν υποστηρίξει την εξέγερση. Η αυτοκρατορική θητεία μιας από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του Βυζαντίου, όπως ήταν ο Ιουστιανιανός, ξεκίνησε με τη χειρότερη περίοδο βίας και αναρχίας που γνώρισε η Βασιλεύουσα.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/202
Αγίες Παρθενομάρτυρες Νεολλίνα, Δομνίνα και Παρθένα η Εδεσσαία
Τη μετά τα Θεοφάνεια πρώτη Κυριακή, μνήμην επιτελούμεν εν τη περιοχή της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης, των αγίων Παρθενομαρτύρων Νεολλίνας, Δομνίνας και Παρθένας της Εδεσσαίας.
Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο των Αγίων Παρθενομαρτύρων Νεολλίνας και Δομνίνας παρά μόνο για τον βίο της Αγίας Παρθένας της Εδεσσαίας.
Η Αγία Παρθένα καταγόταν από την Έδεσσα της Μακεδονίας και γεννήθηκε περί τον 14ο αιώνα μ.Χ. Κατά το παρθενικό της όνομα είχε και το βίο της, ζώντας με άσκηση και σεμνότητα.
Κατά το έτος 1375 μ.Χ. η Έδεσσα πολιορκήθηκε από τους Τούρκους και οι κάτοικοι αντέταξαν δυνατή άμυνα, ενισχυόμενοι και ενθαρρυνόμενοι από τον Ιερομόναχο Σεραφείμ, εφημέριο του Μητροπολιτικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο εχθρός ήταν άριστα οργανωμένος και πολυάριθμος, αλλά απέκανε και ως φαίνεται, ετοιμαζόταν να λύσει την πολιορκία.
Αλλά κατά την τελευταία στιγμή, ένας από τους προκρίτους της πόλεως, ονομαζόμενος Πέτρος (η παράδοση τον ονομάζει Κελλ Πέτρο, δηλαδή Κασιδιάρη Πέτρο), ο οποίος ήταν πατέρας της Αγίας Παρθένας, πληρώθηκε με μεγάλο χρηματικό ποσό από τον πολιορκητή Πασά των Τούρκων και πρόδωσε την πόλη. Οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Έδεσσα, στις 26 Δεκεμβρίου 1375 μ.Χ., από το νοτιοανατολικό μέρος, όπου αυτός φρουρούσε, και όπου ήταν μία από τις κυριότερες επάλξεις της πόλεως. Αμέσως επιδόθηκαν στη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, τις διαρπαγές και τις ατιμώσεις. Συνέλαβαν τον Ιερομόναχο Σεραφείμ και μετά από σκληρά βασανιστήρια τον έπνιξαν στο μέγα καταρράκτη, που έχει το όνομα «ιτσερί Πασά», δηλαδή «νερά του Πασά».
Ο προδότης Πέτρος, μετά τη φρικώδη πράξη του και την άλωση της πόλεως, αρνήθηκε το όνομα του Χριστού και έγινε Μουσουλμάνος. Δεν αρκούσε όμως αυτό. Παρέδωσε στον Πασά, ως παλλακίδα, τη θυγατέρα του Παρθένα, αφού προηγουμένως προσπαθούσε να την πείσει να απαρνηθεί τον Χριστό. Η Αγία Παρθένα μόλις άκουσε τα λόγια του πατέρα της, ως άλλη Αγία Βαρβάρα, έφριξε και έλεγξε με πνευματική ανδρεία τον άθλιο πατέρα της και ομολόγησε ότι ποτέ δεν θα αρνηθεί το γλυκύτατο όνομα του ουράνιου Νυμφίου αυτής, Ιησού Χριστού. Εκείνος, αντί να συντριβεί και να μετανοήσει, οργίσθηκε και έγινε σαν θηρίο. Άρχισε να κτυπά την Αγία μέχρι αίματος και αναισθησίας. Στην συνέχει την γύμνωσε και την παρέδωσε στα χέρια των Τούρκων. Οι στρατιώτες την βασάνιζαν επί τρεις ημέρες. Στο τέλος, την οδήγησαν ολόγυμνη σε ένα λόφο, όπου την έθαψαν ζωντανή. Ο λόφος αυτός ονομάζεται μέχρι σήμερα «λόφος της Παρθένου».
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, Ἐδέσσης ὤφθης, καὶ ἰσότιμος, κλεινῶν Μαρτύρων, Ἀθληφόρε Παρθένα φερώνυμε· τοῦ γὰρ πατρὸς τὴν κακίαν ἐλέγξασα, ὑπὲρ Χριστοῦ θεοφρόνως ἐνήθλησας· ὅθεν πρέβευε, δοθῆναι τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, τῶν Ἐδεσσαίων ἡ πόλις, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, Παρθενομάρτυς Παρθένα· χαίρει γάρ, πιστῶς σε θρέψασα ἐν Κυρίῳ, μέλπουσα, τοῦ μαρτυρίου σου τοὺς ἀγῶνας, οὓς διήνυσας ἀνδρείως, ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ πανεύφημε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἐδεσσαίων ἡ καλλονή, Παρθένα θεόφρον, νύμφη ἄφθορε τοῦ Χριστοῦ· χαίροις Ὀρθοδόξων, Ἑλλήνων θυμηδία, σεμνὴ Παρθενομάρτυς ἀξιοθαύμαστε.
Άγιος Νικηφόρος Νεομάρτυρας εκ Κρήτης
Ἐν γῇ χλοαυγῇ τῆς Κριτσᾶς ἀναθάλλων,
Νικηφόρος νῦν γε συζῇ Νόοις πόλῳ.
Ἐνδεκάτῃ ἤθλησε Νικηφόρος ἀγχόνῃ περιφανῶς.
Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικηφόρος καταγόταν από την κωμόπολη Κριτσά Μεραμβέλλου Κρήτης και ο πατέρας του ονομαζόταν Τζανής.
Νυμφεύθηκε με μια Μωαμεθανή, που την έλεγαν Φετμά και απέκτησε δύο υιούς. Όμως ο Νικηφόρος αλλαξοπίστησε και έγινε Μουσουλμάνος λαβών το όνομα Ιμπραχίμ. Αλλά με την πρόνοια του Θεού ήλθε στον εαυτό του και μετανόησε για το ολίσθημά του. Από τότε ζούσε την Χριστιανική πίστη και ζωή.
Η γυναίκα του, βλέποντας αυτή την μεταστροφή του, τον κατήγγειλε στις αρχές. Τότε ο Νικηφόρος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του βαλή της Κρήτης, στο Χάνδακα (Ηράκλειο), του Μουσταφά Πασά. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Ιεροδικείο, ενώπιον του οποίου ο Μάρτυρας ομολόγησε με γενναιότητα την πίστη του στον Χριστό. Η απόφαση ήταν καταδικαστική.
Ο Νεομάρτυς Νικηφόρος απαγχονίστηκε το έτος 1832 μ.Χ., σε ηλικία 30 ετών και έλαβε τον αμαράντινο στέφανο της δόξας.
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν γενναῖον ὁπλίτην Νικηφόρον τιμήσωμεν, τὸν καρτερικὸν στρατιώτην, καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον, τῆς πίστεως λαμπτῆρα τὸν φαιδρόν, καὶ πλάνης καθαιρέτην θαυμαστόν, δι’ ἀγχόνης τελειώσαντα εὐκλεῶς, τὸν δρόμον τοῦ μαρτυρίου, αἴγλῃ τὸν ἐντρυφῶντα νοερᾷ, πίστει αὐτῷ κραυγάζοντες· μέμνησο τῶν τελούντων σου ἀεί, μνήμην τὴν εὔσημον.
Κοντάκιον
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῷ ἀστέκτῳ ἔρωτι, τοῦ Ἰησοῦ Νικηφόρε, πτερωθεὶς κατῄσχυνας, τὰς τῶν ἐχθρῶν μεθοδείας, ἔθραυσας, τοῦ ἀρχεκάκου τὴν πανουργίαν, ἤθλησας, ἐν τοῖς ἐσχάτοις καρτεροψύχως. Διὰ τοῦτό σοι βοῶμεν· Νεομαρτύρων χαῖρε τὸ καύχημα.
Ὁ Οἶκος
Τὴν τοῦ Κυρίου σαφῶς διδασκαλίαν ἤκουσας, τὴν ὅστις οὐκ ἀφῆκεν γονεῖς ἤ ἀδελφοὺς ἤ ἀδελφὰς ἤ γυναῖκα ἤ τέκνα, λέγουσαν, οὐκ ἔστι μου ἄξιος καὶ ταύτῃ πιστῶς ἀκολουθήσας δι’ ἀγάπην Χριστοῦ, καρποὺς ἀγάπης μείζονος καὶ μαρτυρίου θεόφρονας αὐτῷ προσήγαγες. Τὸν Σταυρὸν δέ, ὡς ἱστίον, ταῖς αὔραις τοῦ Παρακλήτου ῥιπιζόμενον, ἐπ’ ὤμων βαστάσας, εὐσταλῶς διεπέρασας τὸ τοῦ μαρτυρίου σκάμμα, καὶ εἰς λιμένα τὸν γαληνὸν τοῦ Κυρίου, μάκαρ προσώρμισαι, ἔνθα Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων χοροστασίαι. Διὰ τοῦτό σοι βοῶμεν· Νεομαρτύρων χαῖρε τὸ καύχημα.
Κάθισμα
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Μετὰ τὴν α΄ στιχολογίαν
Ἑορτάζει σήμερον, τοῦ Μεραμβέλλου ἡ κώμη, τῆς Κριτσᾶς ἡ εὔανδρος, τὴν σὴν πανεύφημον μνήμην. Ταύτης γάρ, γόνος ὑπάρχων ὦ Νικηφόρε, ἤθλησας, ἐν τῷ Μεγάλῳ Κάστρῳ τῆς Κρήτης, δολερᾶς ἀποσκιρτήσας, ἀπάτης, ὅθεν Χριστῷ νῦν παρίστασαι.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μετὰ τὴν β΄ στιχολογίαν
Σωφρόνως διήνυσας, τῆς ἐπιγείου ζωῆς, τὸν δόλιχον ἔνδοξε καὶ τοῦ δολίου ἐχθροῦ, ὑπέστης τὴν ἔφοδον, ὅνπερ καὶ καταισχύνας, ἐν χαρᾷ τῶν ἐνθάδε, πρὸς οὐρανὸν ἀνέπτης, ὡς εἰκὸς Νικηφόρε, πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων ἡμῶν, τῶν πίστει τιμώντων σε.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Μετὰ τὸν Πολυέλεον
Τὴν ἀπάτην γνωρίσας Ἀγαρηνῶν, Νικηφόρε θεόφρων μετανοῶν, προσῆλθες τῷ Κυρίῳ σου, καὶ τοῖς πᾶσι ἐκήρυξας, ἐν παῤῥησίᾳ τούτου τὸ πάντιμον ὄνομα, ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ αἷμα, προθύμως δὲ ἔκχεας, ὅθεν φερωνύμως, νικηφόρος ἐδείχθης, καὶ θείου στρατεύματος ὁ Χριστός σε ἠξίωσε, Νεομάρτυς πολύαθλε, μεθ’ οὗ ἀεὶ δυσώπει αὐτόν, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἀγχόνῃ εὐθαρσῶς, τὸ μακάριον τέλος, δεξάμενος τὸ σόν, ἐπηνώρθωσας πταῖσμα, καὶ ὤφθης συμμέτοχος, τῶν Μαρτύρων τῆς πίστεως, μεθ’ ὧν πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν Νικηφόρε, ἵνα εὕρωμεν παραπτωμάτων τὴν λύσιν, οἱ πόθῳ τιμῶντές σε.
Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος α΄.
Τὸν ἀήττητον ἀθλητὴν τῆς εὐσεβείας, Νικηφόρον πάντες τιμήσωμεν. Οὗτος γὰρ ἐν κώμῃ τῆς Κριτσᾶς, φι’ εὐσεβείας ὡς ῥόδον ἀναβλαστήσας, τῇ Ἐκκλησίᾳ μαρτυρικῶς διέπνευσε, τῆς χάριτος τὰς μυριπνόους πνοάς. Δι’ ὧν τὰς αἰσθήσεις εὐφραινόμενοι, τὸν ἐν Ἰορδάνῃ ὑπὸ Ἰωάννου βαπτισθέντα, καὶ τὴν φύσιν τῶν ὑδάτων ἁγιάσαντα, Χριστὸν δοξολογήσω μεν κράζοντες· ὁ τοῦ νεάθλου σου Μάρτυρος, τὴν θυσίαν ὡς ζῶσαν προσφοράν, εὐμενῶς προσδεξάμενος, Κύριε δόξα σοι.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος β΄.
Ὥσπερ Χριστὸν ἐν Ἰορδάνου τοῖς ῥεύμασι, γυμνὸς ἐπιβαίνων ἐνέδυσεν ἡμᾶς, ἔτι δὲ βασιλικὴν ἀλουργίδα ἐν Σταυρῷ, ἐξ αἱμάτων αὐτοῦ ἐνδυσαμένους ἐλυτρώσατο, οὕτω οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, τοῖς αἵμασιν αὐτῶν, τὴν Ἐκκλησίαν ἐστόλισαν, ἐν οἷς διαλάμπει ὡς φωστήρ, ὁ ἐκ Κριτσᾶς γενναῖος Νεομάρτυς Νικηφόρος ὁ θαυμάσιος, ὁ λύσας Ἀγαρηνῶν τῆς κακίας τὴν ζόφωσιν, καὶ καταυγάσας τὸν χριστώνυμον λαόν, μαρτυρίου ταῖς ὑπερφώτοις αὐγαῖς. Τοῦτον καὶ ἡμεῖς ᾄσμασι καταστέφοντες, τὸν τὰ Ἰορδάνια ῥεῖθρα ἁγιάσαντα, ἐκτενῶς ἱκετεύομεν· Κύριε, πρεσβείαις τοῦ σοῦ Ἁγίου, τῶν δεινῶν λυτρωθείημεν.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος γ΄.
Τῷ φωτὶ τῆς Τρισηλίου θεότητος καταλαμπόμενος, Νεομάρτυς Νικηφόρε, ἐνίκησας τὸν πρῴην πτερνίσαντά σε, κατὰ κράτος ἐχθρὸν τὸν παλαιμναῖον , καὶ ψυχήν σου φοινίξας οἰκείῳ αἴματι, στολὴν ἠμφιέσθης ἀφθαρσίας. Ὅθεν, σὺν Ἀγγέλοις εὐφραινόμενος, συναριθμούμενος ταῖς τῶν Μαρτύρων χορείαις, ἐκτενῶς σὺν αὐτοῖς ἱκέτευε, Χριστὸν τὸν Θεόν, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἐκ ψυχοφθόρων ἐχθρῶν, καὶ παντοίων περιστάσεων.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος δ΄.
Νίκης ἐπάθλων φερωνύμως ἠξίωσαι,καὶ στεῤῥοτάτῃ ψυχῇ γυναῖκά τε καὶ τέκνα, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Νυμφίου σου ἀπεῖρξας μακάριε, καὶ εἴ τι ἄλλο φιλόϋλον οὐκ ἴσχυσε κερδῆσαι, τὴν ἀγάπην Αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀφειδήσας φθαρτῶν, ἀπειρέσιος ἐγένου αὐτῆς. Ὅθεν, τὴν βλαστήσασάν σε κώμην, καὶ τὴν πόλιν μαρτυρίου σου ἐμεγάλυνας ἐν κόσμῳ. Διό, παῤῥησίαν ἔχων πρὸς Χριστὸν τὸν Θεόν, ὑπὲρ οὗ τὸ αἷμα προθύμως ἐξέχεας, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν τὴν μνήμην σου, ἐκ πόθου ἐπιτελούντων σεπτῶς, Νικηφόρε θαυμάσιε.



