εὐθροΐα [εὖ + θρόος | ἀναδρομικὸς σχηματισμὸς ἀπὸ τὸ ἀρχαιοελληνικὸ ἐπίθετο «εὔθροος»] : ὁ γλυκός, ὁ εὐχάριστος, ὁ ἁπαλός, ὁ θελκτικὸς ἦχος . (νεολογισμός)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου