Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Η μαύρη πεύκη και η φωτιά

 


Η μαύρη πεύκη και η φωτιά

Ένα δάσος που ξέρει να επιβιώνει

Η πρόσφατη πυρκαγιά σε δάσος μαύρης πεύκης στην περιοχή της Κόνιτσας προκάλεσε, και δικαιολογημένα, μεγάλη ανησυχία. Όταν βλέπουμε μια δασική πυρκαγιά να προχωρά μέσα σε ένα ορεινό δάσος, η πρώτη σκέψη είναι ότι το δάσος κινδυνεύει να χαθεί.
Όμως η μαύρη πεύκη δεν είναι ένα οποιοδήποτε δασικό είδος.
Έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη φωτιά, την οποία αξίζει να γνωρίζουμε πριν βγάλουμε συμπεράσματα για τις επιπτώσεις μιας πυρκαγιάς πάνω της.
Υπάρχουν δάση που η φωτιά τα καταστρέφει.
Υπάρχουν όμως και δάση που μπορούν να δεχθούν τη φωτιά, να τραυματιστούν και παρ' όλα αυτά να συνεχίσουν να ζουν.
Τα δάση μαύρης πεύκης ανήκουν σε αυτή την ιδιαίτερη κατηγορία.
Όχι επειδή είναι «άκαυτα».
Αλλά επειδή η δομή του ώριμου δάσους μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας φυσικός μηχανισμός προστασίας από μια επιφανειακή φωτιά.
Και εδώ βρίσκεται μια πολύ σημαντική διάκριση:
άλλο η φωτιά που καίει στο έδαφος και άλλο η φωτιά που ανεβαίνει στην κόμη.

Ένα δέντρο φτιαγμένο για να κρατά τη φωτιά χαμηλά

Η μαύρη πεύκη (Pinus nigra) είναι ψηλόκορμο και ευθυτενές δέντρο. Μπορεί να ξεπεράσει τα 30 μέτρα και στα ώριμα δέντρα η φυσική αποκλάδωση απομακρύνει σταδιακά τα χαμηλά κλαδιά.
Όσο μεγαλώνει το δέντρο, τα ζωντανά κλαδιά και οι βελόνες συγκεντρώνονται όλο και ψηλότερα από το έδαφος.
Έτσι δημιουργείται μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην επίγεια καύσιμη ύλη και στη ζωντανή κόμη.
Ο παχύς φλοιός προστατεύει επιπλέον το κάμβιο από τη θερμότητα.
Με απλά λόγια:
η φωτιά μπορεί να περάσει γύρω από τον κορμό χωρίς να καταφέρει εύκολα να ανέβει στην κόμη.
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα φυσικά πλεονεκτήματα της ώριμης μαύρης πεύκης.

Και κάτι ακόμη πιο σημαντικό

Στα δάση μαύρης πεύκης δεν συναντάμε συνήθως έναν πυκνό, συνεχή θαμνώδη όροφο κάτω από τα δέντρα, όπως συμβαίνει σε πολλά θερμόβια μεσογειακά πευκοδάση.
Στη χαρακτηριστική συστάδα μαύρης πεύκης της Βάλιας Κάλντας, ο υπόροφος περιλάμβανε κυρίως άρκευθους, αρκουδοπούρναρα και καμιά φορά και ιτάμους και φυσικά άφθονη ποώδη βλάστηση. Δεν επρόκειτο δηλαδή για έναν συνεχή, ψηλό και πυκνό θαμνώδη όροφο.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη συμπεριφορά της φωτιάς.
Για να γίνει μια φωτιά πραγματικά καταστροφική, δεν αρκεί να υπάρχει φωτιά.
Χρειάζεται και καύσιμο.
Όταν η επίγεια καύσιμη ύλη είναι περιορισμένη και δεν υπάρχει συνεχής σύνδεση από το έδαφος προς την κόμη, η φωτιά δυσκολεύεται να αποκτήσει την ένταση που απαιτείται για να μετατραπεί σε πυρκαγιά κόμης.
Η δομή, επομένως, ενός ώριμου δάσους μαύρης πεύκης δεν είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό της βλάστησης.
Είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά της φωτιάς.

Η μαύρη πεύκη μπορεί να καεί χωρίς να πεθάνει

Μια επιφανειακή φωτιά μπορεί να προκαλέσει σημαντική θερμική καταπόνηση στον κορμό και να νεκρώσει τοπικά το κάμβιο.
Ο φλοιός μπορεί να καεί.
Δημιουργούνται χαρακτηριστικές φλοιοκαύσεις.
Το δέντρο τραυματίζεται.
Σπάνια όμως πεθαίνει.
Οι ουλές αυτές μπορούν να παραμείνουν στον κορμό για πολλές δεκαετίες και, για τον δασολόγο, αποτελούν ένα πραγματικό αρχείο της ιστορίας της φωτιάς.
Στη Βάλια Κάλντα η δενδροχρονολογική έρευνα αποκάλυψε ουλές φωτιάς σε αιωνόβια μαυρόπευκα και έδειξε ότι η περιοχή είχε γνωρίσει επαναλαμβανόμενες, κυρίως μη θανατηφόρες επιφανειακές πυρκαγιές επί πολλούς αιώνες.

Η προσωπική παρατήρηση που επιβεβαιώνει την επιστήμη

Στη Σιθωνία τα δάση μαύρης πεύκης γειτνιάζουν με θερμόβια πευκοδάση. Κατά τη διάρκει ασσυλλογής στοιχείων για το διδακτορικό μου είχα παρατηρήσει ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο.
Η φωτιά πέρασε από το δάσος της χαλεπίου πεύκης το 1922 και το 1945 και το κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Όταν όμως έφτασε στη συστάδα της μαύρης πεύκης, η εικόνα άλλαξε.
Τα μαύρα πεύκα παρέμειναν όρθια.
Στους κορμούς τους υπήρχαν έντονες φλοιοκαύσεις, κυρίως από την πλευρά από την οποία είχε έρθει η φωτιά (βορεινή).
Η κόμη όμως παρέμενε ζωντανή.
Τα δέντρα είχαν τραυματιστεί, δεν είχαν όμως νεκρωθεί.
Και οι ουλές αυτές παρέμειναν πάνω στους κορμούς για δεκαετίες.
Σαν να είχε χαράξει η φωτιά το δικό της σημάδι πάνω στο δέντρο.

Η Βάλια Κάλντα

Η Βάλια Κάλντα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.
Οι πυρκαγιές του 1988 και του 1993 προκάλεσαν ανησυχία για την τύχη του δάσους της μαύρης πεύκης, αλλά οι παρατηρήσεις μετά τις πυρκαγιές έδειξαν ότι ελάχιστα πεύκα νεκρώθηκαν.
Η εικόνα αυτή δεν είναι τυχαία.
Τα μεγάλα δέντρα είχαν παχύ φλοιό, υψηλή ζωντανή κόμη και φυσική αποκλάδωση. Η φωτιά μπορούσε να περάσει από το έδαφος και να τραυματίσει τους κορμούς χωρίς να καταστρέψει ολόκληρο το δέντρο.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εμπειρική εικόνα που έχω από την περιοχή.
Παρά την ανησυχία που υπήρχε μετά τη φωτιά, περίπου δύο χρόνια αργότερα η εικόνα του δάσους είχε σε μεγάλο βαθμό επανέλθει. Σχεδόν δεν διέκρινες ότι είχε περάσει φωτιά.
Οι κορμοί όμως θυμούνταν.
Οι ουλές παρέμεναν.

Το μεγάλο όριο

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η μαύρη πεύκη είναι άτρωτη.
Κάθε άλλο.
Η μεγάλη αδυναμία της εμφανίζεται όταν η φωτιά αποκτήσει πολύ μεγάλη ένταση και περάσει στην κόμη.
Τότε η εικόνα αλλάζει δραματικά.
Η μαύρη πεύκη δεν διαθέτει σεροτινώδεις κώνους, όπως τα μεσογειακά πεύκα, ώστε να διατηρεί προστατευμένο σπόρο που απελευθερώνεται μετά τη φωτιά.
Μετά από μια εκτεταμένη πυρκαγιά κόμης, επομένως, η φυσική αναγέννηση μπορεί να είναι δύσκολη και να εξαρτάται από επιζώντα δέντρα και από τη μεταφορά σπόρων από γειτονικές άκαυτες συστάδες.

Τι μας διδάσκει ο Ταΰγετος

Η δενδροχρονολογική έρευνα στον Ταΰγετο προσφέρει ένα ακόμη σημαντικό παράδειγμα.
Οι ερευνητές εντόπισαν δεκάδες έτη πυρκαγιάς, βασιζόμενοι στις ουλές που είχαν αφήσει οι φωτιές στους κορμούς των μαύρων πεύκων.
Οι περισσότερες ήταν επιφανειακές και δεν είχαν νεκρώσει τα δέντρα.
Η εικόνα αλλάζει όταν εμφανίζονται μεγάλης έκτασης πυρκαγιές κόμης. Η πυρκαγιά του 2007 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα και οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η μετάβαση από ένα καθεστώς επιφανειακών πυρκαγιών σε μεγάλης έκτασης πυρκαγιές κόμης μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε τοπική απώλεια της μαύρης πεύκης.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης.
Δεν είναι όλες οι φωτιές ίδιες.
Μια φωτιά που καίει νεκρές βελόνες και μικρή επίγεια καύσιμη ύλη είναι ένα πράγμα.
Μια φωτιά που έχει αρκετή ένταση για να περάσει στους θάμνους, από εκεί στα χαμηλά κλαδιά και τελικά στην κόμη είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Το πραγματικό μάθημα της μαύρης πεύκης

Η μαύρη πεύκη δεν είναι «πυρόφιλη».
Δεν είναι ένα δέντρο που χρειάζεται τη φωτιά για να αναγεννηθεί.
Είναι ένα δέντρο που, στην ώριμη μορφή του, διαθέτει σημαντική αντοχή στη φωτιά επιφανείας. Γι αυτό θεωρείται ως παθητικό πυρόφυτο.
Ο παχύς φλοιός προστατεύει το κάμβιο.
Η φυσική αποκλάδωση ανεβάζει τη ζωντανή κόμη ψηλά.
Η περιορισμένη ανάπτυξη πυκνού θαμνώδους υπορόφου σε πολλές συστάδες περιορίζει τη συνέχεια της επίγειας καύσιμης ύλης.
Και έτσι η φωτιά μπορεί να περάσει.
Να αφήσει ουλές.
Να τραυματίσει.
Αλλά όχι αναγκαστικά να σκοτώσει.
Γι' αυτό, όταν μιλάμε για την προστασία των δασών μαύρης πεύκης, δεν πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε σαν να είναι όλα τα πευκοδάση ίδια.
Η οικολογία τους είναι διαφορετική.
Η συμπεριφορά της φωτιάς μέσα σε αυτά είναι διαφορετική.
Και η διαχείρισή τους απαιτεί διαφορετική γνώση.
Γιατί τελικά το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι:
«Κάηκε το δάσος;»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι:
«Τι είδους φωτιά πέρασε μέσα από το δάσος;»
Αν έμεινε στο έδαφος, η ώριμη μαύρη πεύκη μπορεί να επιβιώσει.
Αν ανέβηκε στην κόμη, μπορεί να αλλάξει για πάντα τη μοίρα ολόκληρης της συστάδας.
Και αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική διαφορά ανάμεσα στη φωτιά που τραυματίζει το δάσος και στη φωτιά που αλλάζει το δάσος.


https://www.facebook.com/groups/740680891293981/posts/1445780877450642/?__cft__[0]=AZi616dRJHoa1tnlN6YYqQUMcZxppuWuymktuF8OqbXBoepkOAEQAa7ojf5IWz-3soH7ZXkvsuOwOz03QUz9nVv-r1xqy-IzDvp5hfUDuL4tuqZORkkRwrhy5y5dqaRyQMVZEAJR_teTjNk0u3lPVFXojFrknfgs1LbYcKZxrWdKT1JxtP9EHRWIoT_i0G2ooBpX8BEY0Mri7m-Dq7uvBwk47C0uo0E&__tn__=%2CO%2CP-y-R

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου