To translate the text and lyrics into any language, you will find the relevant icon at the top of the right column (above the icon of the Virgin Mary).
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού (εικόνα πάνω)
Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης στις25 Μαρτίου1821, οι Τούρκοι έλαβαν προληπτικά μέτρα στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορία, όπου κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί και δεν είχαν επαναστατήσει. Από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο εκδηλώθηκαν διωγμοί σε περιοχές της Μικράς Ασίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Κυδωνίες και Έφεσος) και της Κύπρου, που αποσκοπούσαν στην τρομοκράτηση των ραγιάδων και την εξόντωση των ηγετών τους.
Η Κύπρος με τη στρατηγική της θέση ανάμεσα στη Μικρά Ασία και την Εγγύς Ανατολή, δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Στη μεγαλόνησο εκείνη την εποχή κατοικούσαν 80.000 Έλληνες και 20.000 Τούρκοι. Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ γνώριζε ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν είχαν την πρόθεση να εξεγερθούν παρά την αριθμητική τους υπεροχή. Για πολλά χρόνια είχαν επιδείξει νομιμοφροσύνη, όπως αναφέρει το τουρκικό διάταγμα που στάλθηκε στη νήσο για τον αφοπλισμό τους.
Άλλωστε και η Φιλική Εταιρεία είχε εξαιρέσει την Κύπρο από την Επανάσταση, επειδή βρισκόταν μακριά από τις εστίες των πολεμικών επιχειρήσεων και το ελληνικό ναυτικό δεν μπορούσε να υποστηρίξει τον ξεσηκωμό του νησιού. Η συνεισφορά της Κύπρου συνίστατο σε χρήμα και έμψυχο δυναμικό, όπως μαρτυρά επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αρχιεπίσκοπο της Κύπρου Κυπριανό, στις 8 Οκτωβρίου 1820, που τον ευχαριστεί για τα χρήματα που συγκέντρωσε από εράνους των κατοίκων του νησιού.
Παρόλα αυτά, για καθαρά προληπτικούς λόγους, στις 3 Μαΐου 1821, αποβιβάστηκαν στην Κύπρο 4.000 τούρκοι στρατιώτες από τη Συρία και την Παλαιστίνη. Μετά την ολοκλήρωση του αφοπλισμού των Ελλήνων, ο μουτεσελίμης Κιουτσούκ Μεχμέτ συνέταξε ένα κατάλογο 486 επιφανών Κυπρίων με επικεφαλής των αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και διαμήνυσε στον σουλτάνο ότι σε τίποτα δεν ωφελεί ο αφοπλισμός ενόσω μένουν στη ζωή οι αναφερόμενοι στον κατάλογο, επειδή με τον πλούτο και τις διασυνδέσεις τους στην Ευρώπη μπορούν να προμηθευτούν όπλα και εφόδια και να προκαλέσουν εξέγερση στο νησί.
Advertisement
Η Υψηλή Πύλη έδωσε τη συγκατάθεσή της στη σφαγή όλων των προσώπων του καταλόγου και τη δήμευση της περιουσίας τους, εκτός κι αν αποφάσιζαν να αλλαξοπιστήσουν. Το σχέδιο τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή. Οι πρόκριτοι κλήθηκαν στη Λευκωσία δήθεν για διαβουλεύσεις και τέθηκαν υπό κράτηση, ενώ οι περισσότεροι συνελήφθησαν στους τόπους διαμονής τους, στις 12 Ιουνίου 1821, κατά τη διάρκεια της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας. Από τους 486 προγραμμένους Ελληνοκύπριους μόνο 16 κατόρθωσαν να διαφύγουν. Οι υπόλοιποι ρίχτηκαν στα μπουντρούμια και περίμεναν την ημέρα της θανάτωσής τους.
Οι εξελίξεις πιθανόν επιταχύνθηκαν από την κυκλοφορία επαναστατικών προκηρύξεων στη Λάρνακα από τον αρχιμανδρίτη Θεόφιλο Θησέα και από την εμφάνιση ελληνικών πλοίων δυτικά της Κερύνειας, με επικεφαλής, σύμφωνα με μία παράδοση, τον Κωνσταντίνο Κανάρη.
Στις 9 Ιουλίου 1821, ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός απαγχονίστηκε στην πλατεία Διοικητηρίου της Λευκωσίας κάτω από μία μουριά, ενώ την ίδια ημέρα καρατομήθηκαν οι τρεις μητροπολίτες της Κύπρου, ο Πάφου Χρύσανθος, ο Κιτίου Μελέτιος και ο Κυρηνίας Λαυρέντιος, καθώς και άλλοι κληρικοί. Την επομένη και ως τις 14 Ιουνίου αποκεφαλίστηκαν και οι υπόλοιποι του καταλόγου, εκτός από 36 που αλλαξοπίστησαν.
Χρόνια αργότερα, μεταξύ 1884 και 1895, ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) έγραψε το επικό ποίημα «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», όπου αναφέρεται στα τραγικά γεγονότα εκείνων των ημερών.
Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψη, κανένας, γιατί σιέπει την που τ’ άψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!
Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν, κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια, αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια. Το ‘νιν αντάν να τρώ’ την γην τρώει την γην θαρκέται, μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται.
Πρόκειται για τους πιο γνωστούς στίχους του Βασίλη Μιχαηλίδη, από το έργο του «η 9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρω». Περιγράφοντας τη νύχτα πριν ξημερώσει η τραγική 9η Ιουλίου αλλά και τον διάλογο του Αρχιεπισκόπου με τον Κιουτσούκ Μεχμέτ, ο ποιητής προβάλει το νόημα της Ρωμιοσύνης αλλά και την αυτοθυσία του Κυπριανού. Η απροσδόκητη ποιότητα του ποιήματος του καθώς και η άριστη χρήση της κυπριακής διαλέκτου τον κατέστησαν στη συλλογική μνήμη της Κύπρου ως τον κορυφαίο της ποιητή.
Ο Βασίλης Χατζημιχαήλ, Μιχαηλίδης
Γεννήθηκε το 1849 στο Λευκόνοικο της Λεμεσού, από μία φτωχή αγροτική οικογένεια. Γονείς του ήταν ο Χατζής Μιχαήλ Χαραλάμπους και η και η Αννέττα Κονόμου. Το επίθετο Μιχαηλίδης το υιοθέτησε πολύ αργότερα, για άγνωστους σήμερα λόγους. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον θείο του Χρύσανθο Παπακονόμου, ποιητή και ζωγράφο, στο Δάλι. Στα 12 του ο πατέρας του τον έστειλε στη Λευκωσία για να παρακολουθήσει μαθήματα αγιογραφίας. Ζούσε με τον θείο του Γιάννη Οικονομίδη, αργότερα μητροπολίτη Κιτίου. Λέγεται, πως ο νεαρός Βασίλης είχε τόσο μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική που κάποια στιγμή ζωγράφισε ένα πιάτο αυγά και το τοποθέτησε στο τραπέζι. Ο θείος του δεν κατάλαβε πως ήταν ζωγραφιά και πήρε πιρούνι να φάει το έργο τέχνης. Τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στην Αρχιεπισκοπή. Η αγιογραφία δεν τον οδήγησε πουθενά και ο ίδιος απέτυχε να λάβει ανώτερη σχολική μόρφωση. Κατά την εκεί παραμονή του γνωρίστηκε με τον Γιώργο Βιζυηνό, με τον οποίο συναγωνιζόταν στην ποίηση.
Όταν ο θείος του χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κιτίου, πήρε μαζί του στη Λάρνακα τον Βασίλη Μιχαηλίδη. Εκεί για πρώτη φορά παρουσίασε το ποιητικό του ταλέντο και μετά από προτροπή του του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Θεόδουλου Κωνσταντινίδη ο Μιχαηλίδης δημοσίευσε τα πρώτα του έμμετρα κείμενα στον Πυθαγόρα της Σμύρνης το 1873.
Από τη Λάρνακα στην Ιταλία
Γύρω στο 1874 συνειδητοποιεί πως δεν επιθυμεί να ζει πλέον υπό τη σκιά του δεσποτικού του θείου αλλά και πως πρέπει να βρει μία δουλειά. Για αυτό του ζητάει χρήματα, ώστε να πάει στην Ιταλία να σπουδάσει. Ο θείος του αρνείται με τη δικαιολογία πως όχι μόνο δεν ξέρει τη γλώσσα για να σπουδάσει στην ξένη χώρα αλλά καλά-καλά δεν έχει μία ανώτερη μόρφωση για να προχωρήσει στην ανώτατη.
Η Ευτέρπη Μιχαηλίδου-Αραούζου για την οποία έγραψε την Ανεράδα
Όμως ο Βασίλης Μιχαηλίδης, βρίσκει τα χρήματα και ταξιδεύει. Με κάποιο τρόπο από την Ιταλία μεταβαίνει στην Ελλάδα, όπου παίρνει μέρος στον Θεσσαλικό αγώνα το 1877. Επιστρέφει στην Κύπρο ως ήρωας, αλλά άρρωστος κι απένταρος. Τα όνειρά του για έξοδο από την Κύπρο αλλά και για σπουδές, σβήνουν για πάντα. Εγκαθίσταται στη Λεμεσό και εργάζεται ως υπάλληλος στο παράρτημα της Μητρόπολης.
Ο αλκοολισμός
Με την εγκατάστασή του στη Λεμεσό ξεκινά τις νέες ποιητικές του συλλογές, γράφει σε εφημερίδες, κάνει πολιτικά και σατιρικά σχόλια ενώ προσπαθεί να φανεί το όνομά του δίπλα στα ονόματα άλλων διανοουμένων της εποχής.
Η αλλαγή επαγγελμάτων όμως –υπάλληλος στο Δημαρχείο, νοσοκόμος στο πτωχοκομείο, επόπτης σε σφαγείο και φαρμακοποιός – δεν ευνοούν την ήδη ασταθή ψυχολογική του κατάσταση και για να «ξεφύγει» το ρίχνει στο αλκοόλ.
Τα ποιήματα που παραδίδει εκείνη την περίοδο είναι μέτρια.
Όμως όσο προχωράει η επιδείνωση της υγείας του, τόσο κάπως απροσδόκητα ο Βασίλης Μιχαηλίδης μεγαλουργεί παραδίδοντας την «Ανεράδα» – που έγραψε μετά από τη μεγάλη ερωτική απογοήτευση για την Ευτέρπη Μιχαηλίδου-Αραούζου- την «9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρου» και τη «Χιώτισσα».
Ο Βασίλης Μιχαηλίδης (στο μέσον) με τους τρόφιμους του Πτωχοκομείου Λεμεσού το 1916, λίγο πριν πεθάνει. Στο άκρο δεξιά η διευθύντρια Στυλιανή Πισήρη στα χέρια της οποίας ξεψύχησε ο ποιητής ομολογώντας της τον μεγάλο του έρωτα και ζητώντας της να βάλει στο φέρετρο του ένα ξερό λουλούδι που του έδωσε η Ευτέρπη όταν επισκέφτηκε το Πτωχοκομείο ως πρώτη κυρία Λεμεσού και το έκρυβε σαν ακριβό φυλακτό. (Πηγή: Λεμεσός Ταξίδι στους χρόνους μιας πόλης)
Το 1910 σταματά η περίπου 30χρονη επαγγελματική του πορεία στο πτωχοκομείο και το 1916 εισάγεται ο ίδιος. Μοναχικός και πλήρως εξαρτημένος από το ποτό αφήνει την τελευταία του πνοή στις 8 Δεκεμβρίου 1917.
To translate the text and lyrics into any language, you will find the relevant icon at the top of the right column (above the icon of the Virgin Mary).
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το τέλος της Βενετοκρατίας στην Κύπρο (1571) συμπίπτει λίγο-πολύ με το κορυφαίο επίτευγμα της λογοτεχνίας της Αναγέννησης στο νησί: πρόκειται για μια σειρά από έξοχα λυρικά
ποιήματα, γραμμένα σε μια έντεχνη ιδιωματική γλώσσα και σε ποικίλα στροφικά συστήματα,
ρυθμούς και ομοιοκαταληξίες, που υμνούν τον έρωτα, τα πάθη και τις ομορφιές του. Μέσα
από παράδοξα ευρήματα ή συζεύξεις (όπως αυτά της «παγωμένης φωτιάς»/του «καυτού χιονιού», της «γλυκιάς πίκρας»/της «πικρής γλύκας», του «ύπνου ξύπνιου» κ.ο.κ.) και μεταφορικά/συμβολικά, αντιθετικά ζευγάρια (όπως αυτά της ζέστης και του κρύου, του ήλιου και της
βροχής, της νιότης και των γηρατειών, του θύτη και του θύματος κ.ο.κ.), εναλλάσσονται (και
αντιπαρατίθενται) συχνά το «μέσα» με το «έξω», το «πάνω» με το «κάτω», το «μακριά» με το
«κοντά», η ψυχή με το σώμα, η φύση με τον άνθρωπο, ο έρωτας και η ζωή με τον χάρο και τον
θάνατο, υποδηλώνοντας έτσι τα έντονα (και συχνά αντιφατικά) συναισθήματα, καταστάσεις ή
συμπεριφορές που γεννά ο έρωτας (τη λύπη μαζί με τη χαρά, την αγάπη μαζί με το μίσος, την
καλοσύνη μαζί με την απονιά και τη σκληράδα κ.ο.κ.).
Τα θέματα, η γλώσσα, η τεχνοτροπία και η στιχουργική των τραγουδιών αυτών τα κατατάσσουν στα ωραιότερα δείγματα προσωπικής ποίησης, που ισάξιά τους μπορούν να θεωρηθούν, στην ίδια περίπου εποχή (και λίγο αργότερα), μόνον τα έργα της κρητικής ποίησης
της «ακμής» (Γ. Χορτάτσης, Β. Κορνάρος), ενώ
επιτεύγματα ανάλογης ποιητικής στάθμης δεν θα
εμφανιστούν στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία, παρά μονάχα κατά τον 19ο αιώνα (με τον
Δ. Σολωμό και τους επιγόνους του, τον Κ. Παλαμά
και τη Γενιά του 1880).
Ως κυπριακά ερωτικά ποιήματα (ή «Ρίμες Αγάπης») είναι γνωστά 156 ποιήματα του 16ου αι. γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο που έχουν παραδοθεί σε έναν χειρόγραφο κώδικα. Ο δημιουργός των ποιημάτων είναι ανώνυμος και η χρονολόγησή τους είναι αβέβαιη. Περίπου 30 από τα ποιήματα είναι μεταφράσεις ιταλικών ποιημάτων και τα 10 από αυτά είναι μεταφράσεις ποιημάτων του Πετράρχη. Και στα άλλα όμως ποιήματα είναι φανερή η επίδραση του πετραρχισμού και της ιταλικής μετρικής. Τα ποιήματα αυτά είναι κάποια από τα πρώτα δείγματα λογοτεχνικής καλλιέργειας της ομιλουμένης γλώσσας με υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Πέρα όμως από την αισθητική τους αξία, είναι μεγάλη και η ιστορική τους σημασία, αφ’ ενός ως γλωσσικών μνημείων και αφ’ ετέρου επειδή σε αυτήν την συλλογή απαντώνται τα πρώτα ελληνικάσονέτα.
Προβλήματα πατρότητας και χρονολόγησης των ποιημάτων
Τα κείμενα παραδίδονται σε ένα μόνο χειρόγραφο της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας, τον κώδικα App. Gr. IX, 32. Το χειρόγραφο, που δεν είναι το πρωτότυπο χειρόγραφο της συλλογής, ανήκε στον Ιταλό λόγιο Natale Conti (1520-1582) και δεν αναφέρει πληροφορίες για τον αντιγραφέα ή τον συγγραφέα των ποιημάτων. Το χειρόγραφο περιέχει πολλά ορθογραφικά λάθη (ακολουθεί σχεδόν φωνητική ορθογραφία), είναι τελείως άτονο και δεν έχει σημεία στίξης.
Η χρονολογία θανάτου του Conti (1582) είναι το οριστικό χρονικό όριο πριν από το οποίο γράφτηκε το χειρόγραφο, αν και πιθανότατα η αντιγραφή του κειμένου είχε ολοκληρωθεί μέχρι την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους το 1571. Από τις χρονολογίες έκδοσης κάποιων ιταλικών ποιημάτων, μεταφράσεις των οποίων υπάρχουν στην συλλογή, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η συλλογή καταρτίστηκε γύρω στα μέσα του 16ου αι.
Αβέβαιο είναι το αν η συλλογή αυτή είναι περιέρχει ποιήματα ενός μόνο ποιητή ή και περισσοτέρων. Η πρώτη εκδότρια ολόκληρου του χειρογράφου, Θ. Σιαπκαρά-Πιτσιλλίδη (είχε προηγηθεί έκδοση μερικών ποιημάτων από τον Εμίλ Λεγκράν στον δεύτερο τόμο της Bibliothèque Grecque Vulgaire το 1881) υποστήριξε ότι πρόκειται για έργο ενός ποιητή, ενώ η Ε. Μαθιοπούλου βασιζόμενη σε διαφορετικές τεχνοτροπικές τάσεις που παρατηρούνται στα ποιήματα, υποστηρίζει ότι πρόκειται για συλλογή κειμένων περισσοτέρων ποιητών τα οποία συντέθηκαν κατά την διάρκεια του 16ου αιώνα και συγκεντρώθηκαν στην συλλογή κατά την δεκαετία του 1560. Η ίδια μελετήτρια έχει διακρίνει κάποιες ομάδες ποιημάτων στα οποία διακρίνονται διαφορετικές τάσεις και τοποθετεί την σύνθεση μιας πρώτης ομάδας ποιημάτων με επιδράσεις από πρώιμες πετραρχικές τάσεις γύρω στα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας στην Κύπρο, δηλαδή στα χρόνια 1489-1510, ενώ σε ομάδα τελευταίων ποιημάτων διακρίνει αναφορές στα ταραγμένα χρόνια 1560-1570.
Ο χαρακτήρας της συλλογής
Μέχρι τώρα έχουν ταυτιστεί περίπου 30 ποιήματα της συλλογής με ιταλικά ποιήματα των οποίων αποτελούν μεταφράσεις. Πρόκειται για μεταφράσεις 10 ποιημάτων του Πετράρχη και 20 μεταφράσεις άλλων ιταλών πετραρχικών ποιητών, όπως του P. Bembo, Αριόστο, G. Sannazzaro και άλλων.
Το μέτρο που χρησιμοποιείται κυρίως είναι το ιαμβικό (σε 137 ποιήματα). 17 ποιήματα είναι γραμμένα σε τροχαϊκό μέτρο και 2 έχουν ανάμεικτo ιαμβικό και τροχαϊκό. Τα περισσότερα ιαμβικά ποιήματα (92) έχουν ενδεκασύλλαβο στίχο, που ήταν ο πιο διαδεδομένος στηνιταλικήποίηση τηςΑναγέννησης. Αρκετά ποιήματα έχουν δεκατρισύλλαβο και δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Τα ποιήματα σε τροχαϊκό μέτρο είναι όλα οκτασύλλαβα, με εξαίρεση ένα 16σύλλαβο, που ουσιαστικά αποτελείται από την συνένωση δύο οκτασύλλαβων στίχων. Η ομοιοκαταληξία χρησιμοποιείται συστηματικά σε όλα τα ποιήματα και συχνά με μεγάλη ποικιλία.
Αξιοσημείωτη είναι η στροφική ποικιλία που εμφανίζεται. Η πλειονότητα των ποιημάτων είναι οκτάβες (ottava), δηλαδή ποιήματα με μία ή περισσότερες στροφές των οκτώ 11σύλλαβων στίχων, εκ των οποίων οι 6 πρώτοι έχουν σταυρωτή και οι δύο τελευταίοι πλεκτή ομοιοκαταληξία. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία 26 σονέτων, των πρώτων σονέτων της νεοελληνικής λογοτεχνίας· άλλες στροφικές μορφές που χρησιμοποιούνται είναι μαδριγάλια, μπαλάντες, σεξτίνες, τερτσίνες και μπαρτσελέτες.
Σύμφωνα με τον Κώστα Κακογιάννη (βλέπε εδώ κι εδώ) :
«Ενώ ήμουν ακόμα μαθητής, σε μια από τις επισκέψεις μου στη βιβλιοθήκη του Λανιτείου (Γυμνασίου), έπεσε στα χέρια μου μια συλλογή με ποιήματα αγνώστων Κυπρίων του 16ου αιώνα, τις «ΡΙΜΕΣ ΑΓΑΠΗΣ». Η έκδοση ήταν του 1976 σε επιμέλεια της Θέμις Σιαπκαρά Πιτσιλίδου.
Η γλώσσα των 150 τόσων ποιημάτων ήταν ένα μείγμα στοιχείων της κυπριακής διαλέκτου με το κινήμα του Πετραρχισμού που επικρατούσε τότε στην Ευρώπη. Ενθουσιασμένος από το διαμάντι που ανακάλυψα, άρχισα να μελοποιώ κάποια από αυτά [...]».
Λίγα χρόνια μετά, όταν πια υπηρετούσα στο στρατό και με τα τραγούδια της συλλογής ξεχασμένα στο συρτάρι, η Βιολέτα Κακομανώλη, σε μια από τις συναντήσεις μας, μου εισηγήθηκε να διασκευάσω μια σειρά από τραγούδια του 15ου και 16ου αιώνα για χορωδία και ηλεκτρονική μουσική. Λάτρεψα τόσο την ιδέα της που έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Τότε θυμήθηκα και τα τραγούδια απ τις Ρίμες Αγάπης και τα ενέταξα στη συλλογή.
Έτσι γεννήθηκε το «Ars Musica», το πρώτο μου CD, με τις χορωδίες του Πνευματικού Ομίλου, υπό τη διεύθυνση της Βιολέτας Κακομανώλη, τον Άλεξ Παναγή (βλέπε εδώ κι εδώ), με τον οποίο υπηρετούσαμε μαζί στη ΣΜΕΦ, την μαθήτρια τότε Μαριλίζα Παπαδούρη στο cello και την αδελφή μου την Ειρήνη. Η εκτύπωση έγινε στην Αγγλία από την ξακουστή Nimbus Records.
Τον επόμενο χρόνο το CD, παρουσιάστηκε με επιτυχία σε όλα τα αμφιθέατρα του νησιού και αργόγερα το 1994 στο Ηρώδειο [...] »
Τα οπτικογραφήματα (μόνον δύο) που ακολουθούν προέρχονταν από την παράσταση «Ρίμες Αγάπης», που ανέβηκε στο Ηρώδειο το 1994, όπως προαναφέρθηκε. Κάτω από το πρωτότυπο κείμενο, στην Κυπριακή διάλεκτο, παρατείθεται και η απόδοση στα Νέα Ελληνικά.