κευθμός [ἀρσ.] < (λόγιο διαχρονικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη ἀρχαιοελληνικὴ) βλέπε: κεῦθος, κεύθμων, κεύθω
Οὐσιαστικό:
• ἡ ἀμυντικὴ διάταξη τῶν τάφρων τῶν ὀχυρῶν γιὰ προφύλαξη τῶν ἀμυνομένων.
• ἡ κρύπτη, ἡ κρυψώνα, ἡ σπηλιά.
• τὸ ἄδυτο, τὸ ἄβατον, τὸ ἱερό.
• τὰ βαθιὰ μαῦρα σκοτάδια τοῦ Ταρτάρου, τὰ ἔγκατα τῆς Γῆς, ὁ Κάτω Κόσμος.
• ἡ ἄβυσσος.
• (συνεκδοχικά) ὁ βυθός, τὸ ἄγνωστο, τὸ πιὸ βαθύ, σκοτεινὸ κι ἀνεξερεύνητο σημεῖο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ μυχός.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου