Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

κευθμός

 κευθμός [ἀρσ.] < (λόγιο διαχρονικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη ἀρχαιοελληνικὴ) βλέπε: κεῦθος, κεύθμων, κεύθω

Οὐσιαστικό:
• ἡ ἀμυντικὴ διάταξη τῶν τάφρων τῶν ὀχυρῶν γιὰ προφύλαξη τῶν ἀμυνομένων.
• ἡ κρύπτη, ἡ κρυψώνα, ἡ σπηλιά.
• τὸ ἄδυτο, τὸ ἄβατον, τὸ ἱερό.
• τὰ βαθιὰ μαῦρα σκοτάδια τοῦ Ταρτάρου, τὰ ἔγκατα τῆς Γῆς, ὁ Κάτω Κόσμος.
• ἡ ἄβυσσος.
• (συνεκδοχικά) ὁ βυθός, τὸ ἄγνωστο, τὸ πιὸ βαθύ, σκοτεινὸ κι ἀνεξερεύνητο σημεῖο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ μυχός.
Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ἐδῶ ὅτι αὐτὴ ἡ λέξη μοῦ ἦρθε στὸ μυαλὸ (χωρὶς νὰ ξέρω τί σημαίνει, δὲν γνώριζα κἂν ὅτι ὑπάρχει) πρὶν κἂν τὴν ψάξω. Ἐκτὸς ἂν κάπου τὴν εἶχε πάρει τὸ μάτι μου κι ἁπλᾶ τὴν θυμήθηκα μετὰ ἀπὸ καιρό. Δὲν ἔχω ἰδέα.
  • Απάντηση




  • https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02VWHyFGUw26B6ssojTTZMN4jbBcvh2LHmxzQvF6GiAapdzjCi8SbRTAvyamKVGFsdl&id=61550337025368&__cft__[0]=AZhJzbMxkl_qH3pKHv75enfBi-4K3u2qI4njv_aQ6MpMHskqlojrrMM9iMX4xbmJu7RfbYs_FiVkumKomPM67cYXq6i1yaOpZC2I4_gcC1on2Sqj-akutqc2X3pApEQ1uzLAHTlzlXvqnII&__cft__[1]=AZjmWNiIJjnzxb_NJPbzeF_nwR3qEjexJXmEq3Yssdxgqt-igO6jfb1XdDeOm2ue2qsx-dbJkl1MTYjDkoind52fLgqUfwnaPMubn5GrERE98Ppt3n5w&__tn__=%2CO%2CP-R






























  • Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ