πλαφών (λόγιος τύπος) | πλαφώνας (δημοτικὸς τύπος) [ἀρσ.] < λόγιο κλιτοποιηθὲν κι ἀρρενωνυμῆσαν δάνειο ἀπὸ τὴν ἀτελώνιστη «πλαφὸν» < [λόγιο δάνειο ἀπὸ τὴν γαλλικὴ plafond ] + -ών / -ώνας [μετουσιαστικὸ ἐπίθημα]
• (οἰκονομία) τὸ ἀνώτατο ὅριο (παραγωγῆς, προγραμματισμοῦ).
• τὸ μέγιστο παραγωγῆς, πρόβλεψης, προγραμματισμοῦ κ.τ.λ., ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ξεπεράσει κάποιος.
• ἡ μέγιστη τιμὴ πώλησης - διάθεσης ἀγαθῶν, ἢ ὑπηρεσιῶν.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02oJtU9nL9nMPEqHDphnBcQZZf7Le48JcYJYuSMcRmb8mTYcGMmemhfRXLtbftEcgDl&id=61550337025368&__cft__[0]=AZisLix-6x_ADEp4bqAjClNsjzSm42f0P4XpydO3FmX46XHXg8HwF-x4sy2FASHWONPCDDjNLbBh14vlECa_vdv0X1DOliZG_C3oUaSgKORX3-MyWm3dQrM0J5_mZtxFxY0rVNSi-VrjYfI&__tn__=%2CO%2CP-R
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου