Ο Κώστας Καράλης (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Κώστα Καραγιαννόπουλου, Σπερχειάδα, 6 Φεβρουαρίου 1947) είναι Έλληνας τραγουδιστής και μουσικός, αδελφός της επίσης τραγουδίστριας, Ελπίδας.
Σταδιοδρομία
Γεννήθηκε στην Σπερχειάδα. Είναι αυτοδίδακτος και έπαιξε στην μπάντα του Τάκη Χαρίτου, στην ορχήστρα του Λαβράνου, και αργότερα συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιώργος Νταλάρας, η Γλυκερία, η Χαρούλα Αλεξίου, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, η Δήμητρα Γαλάνη, η Ελένη Βιτάλη, ο Στράτος Διονυσίου, η Ελπίδα, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Ηλίας Μακρής. Γνωστότερες επιτυχίες του: Είναι να απορείς (1975), Ιδανικός και ανάξιος εραστής (1975), Πως θες να το ξέρω (1975), Σπασμένο καράβι (1975), Της χαλιμάς τα παραμύθια (1977), Άννα (1979), Είναι κάτι στιγμές (1979).
Ο Γιάννης Σκαρίμπας (Αγία Ευθυμία Φωκίδος, 28 Σεπτεμβρίου 1893 – Χαλκίδα, 21 Ιανουαρίου 1984) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας.
Η ζωή του
Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας από την Αγία Ευθυμία της Φωκίδας, αφού ο πατέρας του, Ευθύμιος Σκαρίμπας, ήταν απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο σχολαρχείο του Αιγίου και τις ολοκλήρωσε στην Πάτρα στο Α' Γυμνάσιο Πατρών. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο μακεδονικό μέτωπο, ως ανθυπασπιστής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, όπου διακρίθηκε, τραυματίστηκε στο σβέρκο και παρασημοφορήθηκε. Το 1919 προσλήφθηκε στο τελωνείο της Χαλκίδας, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παντρεύτηκε με την Ελένη Κεφαληνίτη με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Μετά τον γάμο του αποσπάστηκε στο νεοσύσταστο τελωνείο Νέων Ψαρών (σημερινής Ερέτριας), ενώ το 1922 επανήλθε ως εκτελωνιστής στη Χαλκίδα.
Στα γράμματα εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες Εύριπος και Εύβοια της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, όταν έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό Ο καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης, το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα του Κωστή Μπαστιά. Το εικονοκλαστικό του ύφος όσο και ή ιδιόρρυθμη γλώσσα πού χρησιμοποίησε στα έργα του, προκάλεσε αίσθηση για την εποχή εκείνη. Βραβεύθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο λογοτεχνίας το 1976 (βλ. Βικιθήκη) για το αντιπολεμικό μυθιστόρημά του του, Φυγή προς τα εμπρός.
Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του τη ζωή στη Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Κείμενά του υπάρχουν δημοσιευμένα και σε περιοδικά ενώ αρκετοί στίχοι του έχουν μελοποιηθεί. Τα πιο γνωστά μελοποιημένα ποιήματά του είναι Σπασμένο καράβι, Ουλαλούμ και Εαυτούληδες για τα οποία που έγραψαν μουσική αντίστοιχα οι συνθέτες Γιάννης Σπανός, Νικόλας Άσιμος και Διονύσης Τσακνής. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε δημοσία δαπάνη στο κάστρο του Καράμπαμπα.
Το 1998 το σπίτι του όπου γεννήθηκε στην Αγία Ευθυμία ο Γιάννης Σκαρίμπας ανακηρύχθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο γιατί "χρειάζεται κρατική προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 1469/1950, το κτίριο που γεννήθηκε ο Γιάννης Σκαρίμπας στην κοινότητα Αγ. Ευθυμίας Ν. Φωκίδας, ιδιοκτησίας της Κοινότητας, επειδή συνδέεται με έναν από τους αξιολογότερους Έλληνες λογοτέχνες του 20ού αιώνα".
Το 1984 ιδρύθηκε στη Χαλκίδα ο Πολιτιστικός Σύλλογος Φίλοι Γ. Σκαρίμπα, με βασικούς στόχους την προβολή του έργου του Γιάννη Σκαρίμπα, η συγκέντρωση παντός είδους υλικού σχετικού με την εν γένει ζωή του, η δημιουργία Πολιτιστικού Κέντρου-Μουσείου στο όνομα του συγγραφέα, τη συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή της Χαλκίδας και όχι μόνο. Στη γενέτειρά του Αγία Ευθυμία, οργανώνονται κάθε χρόνο εκδηλώσεις αφιερωμένες στη μνήμη του, τα «Σκαρίμπεια».
Η αυτοβιογραφία του
Ο Γιάννης Σκαρίμπας αυτοσυστηνόταν, με το προσωπικό ύφος που τον χαρακτήριζε, ως:
... συνταξιούχος τελωνειακός, διασαφιστής και τάχα λογοτέχνης αλλά και
Ανάξιος απόγονος ορεσίβιων προγόνων αναφερόμενος στην καταγωγή του από την Φωκίδα.
Σε ιδιόγραφο βιογραφικό σημείωμά του γράφει:
Γεννήθηκα το 1893 στο χωριό Αγια-Θυμιά της Παρνασσίδος – πρώην Δήμου Μυωνίας. Το δημοτικό μου σκολειό το πέρασα στην Ιτέα των Σαλώνων. Το Σχολαρχείο στο Αίγιο και το Γυμνάσιο στην Πάτρα. Εδώ (στη Χαλκίδα) ελθόντας για στρατιώτης (κληρωτός) το 1914 παντρεύτηκα (... εξ’ έρωτος). Έκτοτε, σχεδόν δεν ‘‘το κούνησα’’ από την πόλη ετούτη = τη Χαλκίδα. Έκανα οικογένεια (παιδιά, νύφες κι εγγόνια) και μνέσκω ακόμα, γράφοντας Λογοτεχνία και Ιστορία. Αλλά και Ποίηση και Θέατρο.
Τώρα υπέρ τα 84 μου χρόνια γεγονώς, εφησυχάζω (σχεδόν μόνος) στο σπιτάκι μου, ζων ‘‘αεί -μη- διδασκόμενος’’, εν αναμονή του ‘‘εσχάτου-μου-μαθήματος’’, ευχαριστώντας εκείνο που ονομάζουμε Θεό, ‘‘για τα βουνά και για τα δάση που είδα...’’ (του Ζαχ. Παπαντωνίου).
Και για το ακριβές των παραπάνω αυτών μου ασημάντων, υπογράφομαι,
ο ταπεινότατος
Γιάννης Σκαρίμπας
Εργογραφία
- Ό Καπετάν Σουρμελής ό Στουραίτης[μυθιστόρημα], διηγήματα (1930)
- Τράτα κουλουριώτικη, διηγήματα (1930).
- Καϋμοί στο Γριπονήσι[μυθιστόρημα], διηγήματα (1930)
- Στις πετροκολώνες το λιμάνι, διηγήματα (1931).
- ό διάβολος στην κάβιανη, διηγήματα (1932).
- Το θείο τραγί, διηγήματα (1933)
- Σκλάβος στην χαλκίδα, διηγήματα (1934).
- Μαριάμπας, μυθιστόρημα (1935)
- Ουλαλούμ, ποιήματα (1936)
- Φαντασία, ποιήματα (1937)
- Χαλκίδα, ποιήματα ιστορικά (1938)
- Το σόλο του Φίγκαρω, μυθιστόρημα (1939)
- Το μοντέλο, ποιήματα (1941)
- Ταμάρα, ποιήματα (1944)
- Εαυτούληδες, ποιήματα (1952)
- Ο ήχος του κώδωνος, θέατρο (1951)
- Το Βατερλώ δύο γελοίων, μυθιστόρημα (1959)
- Η μαθητευομένη των τακουνιών, τρεις νουβέλες (1961)
- Στον πάνω μαχαλά στα μαρουχλέικα, διηγήματα (1962).
- Πάπια του γυαλού, διηγήματα (1963).
- Ούλοι μαζί κι ό έρωτας, διηγήματα (1964).
- Μι μάχη που δεν πάρθηκε, διηγήματα (1965).
- Ό βοιδάγγελος. διηγήματα (1966).
- Ό καπετάν Γκρής, διηγήματα (1967).
- Βοϊδάγγελοι, ποιήματα (1968)
- Άπαντες στίχοι, ποιήματα (1970)
- Το ’21 και η αλήθεια, Η τράπουλα και Οι γαλατάδες, ιστορικά δοκίμια (1971–1977)
- Το ’21 καί ή αριστοκρατία του, ιστορικό δοκίμιο (1978)
- Ο σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας, θέατρο (1971)
- Η περίπολος Ζ΄, διήγημα,χρονικό από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο (1972)
- Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, διηγήματα (1973)
- Το ξάφνιασμα, ποιήματα (1974)
- Ή κυρά μου ή τρέλα, ποιήματα (1975)
- Φυγή προς τα εμπρός, μυθιστόρημα (1976)
- Ή Τράπουλα, δοκίμιο (1975)
- Τρεις άδειες καρέκλες, διηγήματα (1976)
- Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας, θέατρο (1977)
- Το βαπόρι, ποιήματα (1978)
- Τα πουλιά με το λάστιχο, μυθιστόρημα,χρονογραφήματα (1978)
- Τα καγκουρώ, θέατρο (1979)
- Στάδιον δόξης, ποιήματα (1979).
- Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, αντιδιηγήματα (1979)
- Η κυρία του τραίνου, θέατρο (1980)
- Ο πάτερ Συνέσιος, θέατρο (1980)
Ο Γιάννης Σπανός (Κιάτο Κορινθίας, 26 Ιουλίου 1934 - Κιάτο Κορινθίας, 30 Οκτωβρίου 2019) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, με τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες από κορυφαίους τραγουδιστές. Έχει βραβευθεί από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1971 για τη σύνθεση της μουσικής στην ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι».
Βιογραφία
Γεννήθηκε στο Κιάτο Κορινθίας στις 26 Ιουλίου 1934. Από μικρό παιδί έδειξε την κλίση του στη μουσική παίζοντας πιάνο, αφού πρώτα έβλεπε την αδερφή του, να παίζει. Ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος και τον προόριζε για δικηγόρο. Ο νεαρός Γιάννης του ζήτησε να πάει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Ταξίδεψε με πρώτο προορισμό τη Γερμανία, όμως τελικά εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και συγκεκριμένα στο Παρίσι, αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη μουσική. Δούλεψε ως πιανίστας σε νυχτερινά κέντρα και έγραψε τραγούδια για καλλιτέχνες, όπως η Μπριζίτ Μπαρντό, η Ζιλιέτ Γκρεκό και ο Σερζ Γκενσμπούρ.
Κάποια στιγμή επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, με την προοπτική να συνεχίσει τη μουσική σταδιοδρομία. Ο Γιάννης Σπανός εισήλθε στην ελληνική δισκογραφία με το τραγούδι «Μια αγάπη για το καλοκαίρι» με την Καίτη Χωματά. Έχει γράψει πολλά τραγούδια για το λεγόμενο Νέο Κύμα, που ο ίδιος εισήγαγε στην Ελλάδα. Επίσης ήταν ο πρώτος που πίστεψε στη φωνή του Μιχάλη Βιολάρη, υποστηρίζοντας τη συμμετοχή του στο τραγούδι «Άσπρα καράβια». Αργότερα έκανε ενορχήστρωση για τον δίσκο «Της γης το χρυσάφι» του Μάνου Χατζιδάκι.
Μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια του είναι: «Σαν με κοιτάς» (Αφροδίτη Μάνου-Γιάννης Φέρτης), «Τρεις νέοι» (Μιχάλης Βιολάρης), «Οδός Αριστοτέλους» (Χάρις Αλεξίου), «Σπασμένο καράβι» (Κώστας Καράλης), «Μια φορά θυμάμαι» (Αρλέτα), «Κάτω απ' τη μαρκίζα» & «Ναύτης βγήκε στη στεριά» (Βίκυ Μοσχολιού), «Ήρθες εψές» (Γιάννης Πουλόπουλος), «Είπα να φύγω» (Γιάννης Πάριος), «Βροχή και σήμερα» (Δήμητρα Γαλάνη), «Θα με θυμηθείς», (Γιάννης Πάριος), «Στην αλάνα» (Γιώργος Νταλάρας), «Μια Κυριακή», (Γρηγόρης Μπιθικώτσης), «Δεν το μπορείς» & «Ο τρελός» (Σταμάτης Κόκοτας), «Επειδή σ' αγαπώ» (Μανώλης Μητσιάς), «Προσωπικά» (Ελένη Δήμου), «Αγάπη δίκοπη» (Άλκηστις Πρωτοψάλτη), «Αν μ' αγαπάς» & «Φίλε» (Τάνια Τσανακλίδου), «Ήρθε ένας φίλος» & «Μαγκανοπήγαδο» (Αλέκα Κανελλίδου), «Μαρακές» (Πένυ Ξενάκη).
Είχε μελοποιήσει στίχους των Λευτέρη Παπαδόπουλου, Γιώργου Παπαστεφάνου, Λίνας Νικολακοπούλου, αλλά και ποιήματα των Βασίλη Ρώτα, Γεωργίου Βιζυηνού, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Κωστή Παλαμά, Κωνσταντίνου Καβάφη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Μυρτιώτισσας, Κώστα Καρυωτάκη, Μαρίας Πολυδούρη, Κώστα Βάρναλη, Νίκου Καββαδία, Μίλτου Σαχτούρη κ.ά..
Ο Γιάννης Σπανός βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στη γενέτειρά του, το Κιάτο Κορινθίας, στις 31 Οκτωβρίου 2019. Ο γιατρός που εξέτασε τη σορό του, απεφάνθη ότι ο θάνατος επήλθε το προηγούμενο βράδυ, από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη στον ύπνο του.
Είχε στο ενεργητικό του 142 μουσικά άλμπουμ (δίσκους βινυλίου & CD).
Ενδεικτική δισκογραφία
- 1965 - Ο Γιάννης Σπανός Παίζει Σπανό
- 1965 - Αποδημίες - Καίτη Χωματά
- 1966 - Η Σούλα Μπιρμπίλη σε τραγούδια του Γιάννη Σπανού και του Νότη Μαυρουδή
- 1967 - Α' Ανθολογία - Νέο Κύμα
- 1968 - Β' Ανθολογία - Νέο Κύμα
- 1968 - Ο Γιάννης Σπανός διευθύνει Γιάννη Σπανό
- 1969 - Σκιές στην άμμο - Καίτη Χωματά, Μιχάλης Βιολάρης
- 1969 - Μια Κυριακή - Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Σταμάτης Κόκοτας, Βίκυ Μοσχολιού
- 1969 - Όλο το καλοκαίρι - Μπέμπα Μπλανς
- 1971 - Εκείνο το καλοκαίρι - Αφροδίτη Μάνου (Α' Βραβείο Μουσικής Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)
- 1972 - Η γλυκιά Ίρμα - Έλλη Λαμπέτη
- 1973 - Μέρες αγάπης - Δήμητρα Γαλάνη, Σταμάτης Κόκοτας, Βίκυ Μοσχολιού
- 1974 - Ο Μορμόλης - Χρήστος Λεττονός, Γιάννης Φέρτης, Ξένια Καλογεροπούλου , Τάνια Τσανακλίδου
- 1974 - Οδός Αριστοτέλους - Γιάννης Πάριος, Χάρις Αλεξίου , Γιάννης Καλατζής
- 1975 - Γ' Ανθολογία - Αρλέτα, Κώστας Καράλης
- 1976 - Η Αλέκα Κανελλίδου τραγουδάει Γιάννη Σπανό
- 1977 - Η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδάει Γιάννη Σπανό
- 1982 - Στου καιρού τα ρέματα - Μανώλης Μητσιάς
- 1982 - Φίλε - Τάνια Τσανακλίδου
- 1983 - Για πάντα - Σταμάτης Κόκοτας (πέντε τραγούδια)
- 1983 - Κάτι βράδια - Νίκος Νομικός (πέντε τραγούδια)
- 1984 - Έξοδος κινδύνου - Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Διονύσης Θεοδόσης
- 1985 - Της βροχής και της νύχτας - Τάνια Τσανακλίδου
- 1985 - Χάρτινες καρδιές - Γιάννης Πουλόπουλος
- 1988 - Προσωπικά - Ελένη Δήμου
- 1989 - Επιφυλακή - Πένυ Ξενάκη
- 1991 - Ανάμεσα σε δυο αγάπες (β' πλευρά με στίχους Αντ. Ανδρικάκη) - Χριστίνα Μαραγκόζη
- 1992 - Η Τάνια Τσανακλίδου τραγουδάει Γιάννη Σπανό
- 1992 - Να' χα δυο καρδιές να σ' αγαπώ - Κατερίνα Κούκα
- 1993 - Ο Δημήτρης Μητροπάνος τραγουδάει Γιάννη Σπανό
- 1996 - Άκου λοιπόν - Ελένη Δήμου
Γ. Σκαρίμπα: "Σπασμένο καράβι". Η ψυχανάλυση ενός ποιήματος.
Στην καθημερινή μας ζωή ο ψυχισμός μας αποτυπώνεται στις ιδέες και στις πράξεις μας, στον τρόπο που μιλάμε, στον τρόπο που ντυνόμαστε, στις συνήθειες που έχουμε, στις προτιμήσεις και στις αντιπάθειές μας. Με άλλα λόγια, όλα όσα εκπέμπουμε προς τα έξω έχουν την υπογραφή του ψυχισμού μας. Αν μάλιστα είμαστε καλλιτέχνες, τότε αυτός θα βγει στο έργο μας. Ένα διεισδυτικό μάτι μπορεί να ανακαλύψει πολλά πράγματα για την εσωτερική ζωή του δημιουργού μελετώντας την καλλιτεχνική παραγωγή του.
Ο Γιάννης Σκαρίμπας ξέρουμε ότι υπήρξε ένας ιδιόρρυθμος λογοτέχνης και αυτό δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητο από τον ψυχισμό του. Αλλά κι αν δεν γνωρίζαμε τίποτα γι αυτόν, αν είχαμε στα χέρια μας μόνο το ποίημά του «Σπασμένο καράβι», αυτό θα ήταν αρκετό για να καταλάβουμε πολλά πράγματα για τον εσωτερικό του κόσμο.
Τα περισσότερα από αυτά τα γνωρίσματα τα διέθετε ο Γιάννης Σκαρίμπας.
Το ποίημά του «Σπασμένο καράβι» είναι φανερό ότι το έγραψε έχοντας στο μυαλό του το όραμα ενός κόσμου, όπου ο μόνος ζωντανός άνθρωπος είναι αυτός μέσα σε ένα άψυχο φυσικό τοπίο. Πρόκειται για μια θαυμάσια εξωτερίκευση των ψυχικών εικόνων του ποιητή, για μια «φανταστική πραγματικότητα» ενός ακίνητου, νεκρού κόσμου που ο Σκαρίμπας την ονειρεύεται και τη μεταστοιχειώνει σε ποίηση. Ένα τέτοιο όραμα γοητεύει ιδιαίτερα τους σχιζοειδείς χαρακτήρες που επιθυμούν να ζουν μακριά από τους άλλους.
έτσι να 'μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι
Να 'ν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω
Να 'ν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να 'ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ' αστέρια μακριά
να κοιτάνε
Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι
Έτσι να 'μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να 'μαι
σ' αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι.
Το Τοπίο, μια ερημική ακτή, είναι ρητά προσδιορισμένο. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η παντελής απουσία ζωής. Είναι ένα τοπίο ακίνητο, άψυχο. Μια νεκρή φύση στην κυριολεξία. Τα στοιχεία που το αποτελούν στέκονται βουβά, υπάρχουν σε κατάσταση ουδετερότητας, δεν είναι εχθρικά, δεν είναι φιλικά, απλά υπάρχουν και περιβάλλουν το Υποκείμενο με τη σιωπηλή παρουσία τους. Είναι παράλληλα καθησυχαστικά. Επειδή η ζωή απουσιάζει, τα άψυχα αυτά φυσικά στοιχεία δεν περιέχουν κανένα κίνδυνο και καμιά ταραχή ή ενόχληση. Συντροφεύουν το Υποκείμενο, χωρίς να το ακουμπούν.
Μέσα σ’ αυτό το Τοπίο το Υποκείμενο είναι η μόνη ζωντανή παρουσία. Είναι αυτό και ο εαυτός του και όλα τα υπόλοιπα γύρω του είναι ένα σκηνικό, μια απαραίτητη σκηνοθεσία δηλαδή για να μπορέσει το Υποκείμενο να βιώσει την ύπαρξή του όσο γίνεται πιο ανώδυνα, σε μια αναπαράσταση του κόσμου με τους όρους που θέτει αυτό, δηλαδή ενός κόσμου υπαρκτού μεν αλλά χωρίς ζωή και χωρίς εξέλιξη.
Γιατί το δεύτερο ουσιαστικό γνώρισμα του Τοπίου είναι η απουσία του χρόνου. Οι ώρες περνούν, όχι όμως ο χρόνος ( ώρες δίχως χτύπο). Η κάθε στιγμή είναι ίδια με την προηγούμενη, η κάθε μέρα είναι η επανάληψη της προηγούμενης και η κάθε νύχτα αναπαράγει την ίδια νύχτα. Οι μέρες και οι νύχτες είναι εδώ άχρονες. Το Τοπίο βρίσκεται σταθερά στην ίδια χρονική θέση, υπάρχει σ’ ένα ατελείωτο παρόν που δεν περιέχει παρελθόν, δεν προοιωνίζεται το μέλλον. Η ύπαρξη είναι στο τώρα και το τώρα αυτό δεν έχει αρχή και τέλος.
Τα επί μέρους στοιχεία του Τοπίου: Ακτή νεκρική, αμμουδιά πεθαμένη, αφράτος τόπος, θάλασσα άψυχη, κούφιο νερό, νεκρά ψάρια, βράχια κατάπληκτα, κούφιο και ακίνητο φεγγάρι, αστέρια που κοιτάνε από μακριά.
Ο αφράτος τόπος δεν μπορεί να σημαίνει άλλο από τον αφρό των κυμάτων. Αυτή είναι η μόνη αναφορά σε κίνηση που γίνεται. Είναι όμως μια φυσική, αυτόματη κίνηση που δεν έχει σχέση με τη ζωή. Η θάλασσα πρέπει να είναι αφρισμένη και όχι γαλήνια, γιατί κάτι τέτοιο θα προκαλούσε ίσως μια συγκεκριμένη λυρική διάθεση στο Υποκείμενο, η οποία θα ήταν άσχετη με τον ψυχισμό του. Παράλληλα η θάλασσα αυτή είναι μια άψυχη θάλασσα. Τα ψάρια είναι νεκρά (άφαντα) και το νερό κούφιο, σκέτο νερό, άδειο από ζωή.
Η ακτή είναι κι αυτή νεκρική, η αμμουδιά πεθαμένη, τα βράχια «κατάπληκτα» (απολιθωμένα, βουβά). Δεν υπάρχει ζωή στην ακτή, ούτε στην αμμουδιά, ούτε στα βράχια. Κανείς υπαινιγμός δεν γίνεται για ύπαρξη φυτών (ζωής). Το Τοπίο αποτελείται από τρία μόνο υλικά, νερό, άμμο και πέτρα. Είναι ένα Τοπίο λιτό και στέρεο και παράλληλα στείρο. Μοιάζει πολύ με μακέτα.
Στον ουρανό είναι καρφωμένο ένα παράξενο φεγγάρι. Κούφιο κι αυτό όπως το κούφιο νερό, αδειασμένο από ύπαρξη δηλαδή, και ακίνητο, άρα έξω από τους φυσικούς νόμους, ένα ψεύτικο φεγγάρι, μέρος της όλης σκηνοθεσίας. Μια μικρή απάτη για να νιώσει το Υποκείμενο ότι βρίσκεται στο γνωστό κόσμο - αλλά με τις αναγκαίες αφαιρέσεις του.
Ο χρόνος απουσιάζει, η ζωή απουσιάζει και τα στοιχεία της φύσης είναι μεν παρόντα αλλά νεκρά. Η ζωή, η έννοια της ύπαρξης (όχι η ύπαρξη καθεαυτή) έχει αφαιρεθεί από μέσα τους. Ωστόσο τα επίθετα «νεκρικός», «πεθαμένος», «άψυχος» δεν υπονοούν ακριβώς το θάνατο, υπονοούν την απουσία της ζωής.
Το Τοπίο λοιπόν είναι «νεκρό», αλλά η ζωή δεν είναι εντελώς απούσα. Βρίσκεται όμως πολύ μακριά, στα αστέρια που το Υποκείμενο τούς επιτρέπει να τον κοιτάζουν από έτη φωτός απόσταση. Η ζωή επομένως δεν απορρίπτεται, απλώς απομακρύνεται. Το Υποκείμενο τη θέλει μακριά του, να υπάρχει μεν, αλλά να είναι σε τόσο μεγάλη απόσταση, ώστε να μην τον αγγίζει. Το Υποκείμενο οριοθετεί μια (τεράστια) ζώνη ασφαλείας γύρω του.
Μέρες θλιβές, δίχως χάρη. Νύχτες βουβές. Ο ανακυκλούμενος χρόνος δίνει σε καρμπόν μέρες άχαρες και θλιβές. Δεν είναι μαύρες, βουτηγμένες στην απόγνωση και την απελπισία, είναι μάλλον επίπεδες, δεν έχουν καμιά χάρη. Έχουν όμως μια ήσυχη μελαγχολία, αντίστοιχη του Τοπίου. Το ίδιο και οι νύχτες που περνούν βουβές και αθόρυβες μέσα στην απόλυτη ησυχία του τίποτα.
Μέσα σ’ αυτό το παράδοξο, ονειρικό Τοπίο τοποθετεί το Υποκείμενο τον εαυτό του.
Νεκρό καράβι που κοιμάται. Δεν είναι στ’ αλήθεια νεκρό, μοιάζει να είναι έτσι, όμως μόνο κοιμάται. Το Υποκείμενο θέλει να υπάρχει πέρα και μακριά από τους άλλους, έξω από τον αγώνα της ζωής, εκτός παιχνιδιού, σε μια ηθελημένη ερημία, σαν ένα γκρεμισμένο, νεκρό καράβι, παροπλισμένο. Να μη νοιάζεται, να μην ενδιαφέρεται για τίποτα. Να είναι μια ύπαρξη αφημένη, παρατημένη, παραδομένη στο βύθος της απραξίας, σε μια ατέλειωτη αδράνεια. Αδιάφορη για την τρέχουσα ζωή που κάπου αλλού, σε μιαν άλλη διάσταση συνεχίζει να εξελίσσεται με το γνωστό ενοχλητικό της θόρυβο. Ένας τέτοιος κόσμος χωρίς ζωή δεν κουράζει, δεν βαραίνει, είναι ένας κόσμος νεκρός.
Το Υποκείμενο είναι ήδη «νεκρό» από καιρό. Τώρα θέλει να γείρει και να κοιμηθεί μέσα σε μια φύση ακίνητη, από όπου έχει αφαιρεθεί κάθε ίχνος άλλης ζωής. Το ίδιο όμως το Υποκείμενο θα υπάρχει. Θα υπάρχει σε κατάσταση κενού, αδράνειας. Θα βιώνει την ύπαρξη με τον πιο απλό τρόπο.
Αυτή η στατική, έξω από το χρόνο εικόνα, αυτό το μυστικό όραμα είναι που ξεκουράζει τον ποιητή.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~








