Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΜΗΝΥΜΑ από τον "πρωθυπουργό του Καποδίστρια" Τάσο Χαλκιά


Έκανα Remix το "BABY" του MANOU! | 2J

        

ΓΙΑΤΙ ΕΠΕΒΛΗΘΗ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΒΥΖΑΝΤΙΟ…


ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΕΠΕΒΛΗΘΗ ΤΟ ΟΝΟΜΑ «ΒΥΖΑΝΤΙΟ»

ΑΝΤΙ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ «ΡΩΜΑΝΙΑ»
Ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στό στούς ἐ­πι­στη­μο­νι­κούς-ἱ­στο­ρι­κούς κύ­κλους, ὁ ὅ­ρος Βυ­ζαν­τι­νός εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτος καί πλα­στός στή δι­άρ­κει­α ὅ­λης της Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Ἡ Αὐ­το­κρα­το­ρί­α πού σή­με­ρα εἶ­ναι γνω­στή ὡς «Βυ­ζαν­τι­νή», οὐ­δέ­πο­τε χρη­σι­μο­ποί­η­σε γιά τόν ἑ­αυ­τό τῆς αὐ­τό τό ὄ­νο­μα. Τό ὄ­νο­μα πού συ­ναν­τοῦ­με σέ ὅ­λες τίς πη­γές, ἱ­στο­ρι­κές, δι­πλω­μα­τι­κές, ποι­η­τι­κές, νο­μο­θε­τι­κές ἀ­κό­μα καί στίς ἐμ­πο­ρι­κές συ­ναλ­λα­γές, εἶ­ναι τό Ρω­μα­ϊ­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α καί Ρω­μα­νί­α πού τό χά­ρι­σε ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος καί δι­α­τη­ρή­θη­κε ἀ­πό τήν ἵ­δρυ­ση τῆς Νέ­ας Ρώ­μης (Κων­σταν­τι­νού­πο­λης) μέ­χρι καί τήν πτώ­ση της, ὅ­ταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος Αὐ­το­κρά­το­ρας Κῶν/νος ὁ Πα­λαι­ο­λό­γος ἀ­πο­κα­λεῖ­το «Αὐ­το­κρά­τωρ τῶν Ρω­μαί­ων καί Βα­σι­λεύς τῶν Ἑλ­λή­νων».
Ὅ­ταν λέ­με Βυ­ζάν­τι­ο, ἐ­πι­στη­μο­νι­κά-ἱ­στο­ρι­κά, ἐν­νο­οῦ­με τήν πό­λη πού ἵ­δρυ­σε ὁ Βύ­ζας (ὁ ἀρ­χη­γός τῶν Με­γα­ρέ­ων ἀ­ποι­κι­στῶν) τόν 7ο π.Χ. αἰ­ώ­να (667 π.Χ.), μέ­χρι τό­τε πού στόν ἴ­διο αὐ­τό χῶ­ρο, (324 μ.Χ.) ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος με­τέ­φε­ρε τήν πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ἀ­πό τή Ρώ­μη καί τήν ὀ­νό­μα­σε Νέ­α Ρώ­μη, ἀρ­γό­τε­ρα δέ θά ὀ­νο­μα­σθεῖ καί Κων­σταν­τι­νού­πο­λη εἰς τι­μή τοῦ ἰ­δρυ­τοῦ της. Οἱ δέ κά­τοι­κοι τῆς νέ­ας αὐ­τῆς πρω­τεύ­ου­σας, ὀ­νό­μα­ζαν τούς ἑ­αυ­τούς τούς Ρω­μαί­ους ἤ Ρω­μη­ούς. Ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι τό ὄ­νο­μα αὐ­το, Ρω­μα­νί­α, δέν ἄλ­λα­ξε οὔ­τε μέ τό δι­α­χω­ρι­σμό τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας σέ Ἀ­να­το­λή καί Δύ­ση, τό 395 μ.Χ., ἀ­πό τόν Ἀρ­κά­δι­ο καί τόν Ὀ­νώ­ρι­ο.
ΠΟΤΕ ΕΠΕΒΛΗΘΗ ΤΟ ΟΝΟΜΑ «ΒΥΖΑΝΤΙΟ»
Ὅ­μως, ὅ­πως λέ­ει ὁ Νί­τσε, πε­ρίσ­σευ­σε ἡ ζή­λει­α τῶν Φράγ­κων καί ἀ­πό τό 1562 μέ τόν ἱ­στο­ρι­κό Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο Βόλφ στή Γερ­μα­νί­α, ἐ­πε­βλή­θη ἡ πλα­στο­γρα­φί­α τοῦ ὀ­νό­μα­τος (τί μᾶς θυ­μί­ζει πά­λι αὐ­τό;) ἀ­πό Ρω­μα­νί­α σέ «Βυ­ζάν­τι­ο»! (δι­κό μας βέ­βαι­α ὄ­νο­μα καί αὐ­τό). Καί τό 1680 ὁ ἱ­στο­ρι­κός Du Cange (Δου­κάγ­κι­ος) μέ τό σύγ­γραμ­μα «Historia Byzantina» μέ­σω τῆς ἐ­πι­στή­μης ἐ­πέ­βα­λε τό ὄ­νο­μα στή Ρω­μα­ϊ­κή Ἀ­να­το­λή μέ κα­θα­ρή νό­θευ­ση τῆς Ἱ­στο­ρί­ας καί σα­φῆ σκο­πι­μό­τη­τα.
Ἡ Ρω­μα­νί­α καί οἱ Ρω­μαῖ­οι ὑ­πή­κο­οί της ὁ­δή­γη­σαν, με­τά τήν Ὀ­θω­μα­νι­κή ἐ­πι­κρά­τη­ση, στή δη­μι­ουρ­γί­α τῆς ἔν­νοι­ας Ρώ­μη-ός. Ὅ­που Ρω­μη­ός σή­μαι­νε κά­θε Ὀρ­θό­δο­ξο Χρι­στια­νό, πνευ­μα­τι­κό ὑ­πή­κο­ο τοῦ Πα­τρι­άρ­χη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, εἴ­τε ἦ­ταν Ἑλ­λη­νό­φω­νος, εἴ­τε Σλα­βό­φω­νος, εἴ­τε Ἀ­ρα­βό­φω­νος, εἴ­τε Τουρ­κό­φω­νος.
Ἐ­πί­σης, ὅ­λοι οἱ λα­οί τῆς Ἀ­να­το­λῆς, Ὀ­θω­μα­νοί καί Ἄ­ρα­βες, μέ­χρι σή­με­ρα «Ρούμ» (πα­ρα­φθο­ρά τῆς λέ­ξης Ρώ­μη) ἀ­πο­κα­λοῦν κά­θε Ὀρ­θό­δο­ξο Χρι­στια­νό καί οἱ Τοῦρ­κοι μέ τήν ὀ­νο­μα­σί­α Ρούμ-ε­λη ἔ­λε­γαν τή «χώ­ρα τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων» Ρω­μη­ῶν, τά Βαλ­κά­νι­α, πα­ρό­μοι­α οἱ Ἄ­ρα­βες «Μπλάντ ἄρ Ρούμ». Ρούμ ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στό Κο­ρά­νι­ο. Ὁ Ἄ­ρα­βας ἱ­στο­ρι­κός Μα­σουν­τί (10ος αἰ­ών) δι­έ­κρι­νε σέ Γι­ου­νᾶν (Ἴ­ω­νες) τούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες καί Ρούμ τούς Ὀρ­θο­δό­ξους Ρω­μαί­ους Χρι­στια­νούς. Ἀ­κό­μα καί σή­με­ρα τουρ­κι­στί καί ἀ­ρα­βι­στί Ρούμ Πα­τρίκ ὀ­νο­μά­ζον­ται οἱ Πα­τρι­άρ­χες τῶν Ρω­μαί­ων.
Του­λά­χι­στον ἐ­μεῖς, οἱ ἀ­πό­γο­νοι Ρω­μη­οί, ἄς βά­ζου­με μα­ζί τόν ὄ­ρο Βυ­ζάν­τι­ο – Ρω­μα­νί­α. Δεί­χνει σε­βα­σμό καί γνώ­ση τῆς Ἱ­στο­ρί­ας μας.
ΓΙΑΤΙ ΛΟΙΠΟΝ ΕΠΕΒΛΗΘΗ Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ «ΒΥΖΑΝΤΙΟ»;
Ἀ­πό τόν 9ο ὡς τό 13ο αἰ­ώ­να ἐμ­φα­νί­στη­κε στή Δύ­ση του­λά­χι­στον μι­ά δε­κά­δα συγ­γραμ­μά­των μέ τόν κοι­νό τί­τλο: Contra errors Graecorum- «κα­τά τῶν πλα­νῶν τῶν Ἑλ­λή­νων». Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει χλευ­α­στι­κά νά ἀ­πο­κα­λοῦν τούς Ρω­μη­ούς, «Γραι­κούς», στήν προ­σπά­θει­ά τους νά αὐ­το­νο­μη­θοῦν ἀ­πό τήν πο­λι­τι­στι­κή κη­δε­μο­νί­α τῶν Ἑλ­λή­νων, ἀ­πό μει­ο­νε­ξί­α καί βα­θύ­τα­το μί­σος, πού δέν ἔ­πα­ψε νά ὑ­φέρ­πει ἐ­πί αἰ­ῶ­νες καί δέν ἀ­πο­σβέ­σθη­κε πο­τέ ἀ­πό τό συλ­λο­γι­κό ὑ­πο­συ­νεί­δη­το τῶν Εὐ­ρω­παί­ων, ἄλ­λω­στε, μό­λις πρίν δύ­ο πε­ρί­που αἰ­ῶ­νες τούς χώ­ρι­ζαν ἀ­πό τήν κα­τά­στα­ση τῆς ὀρ­δῆς καί πρω­το­γο­νι­σμοῦ. Πο­τέ οἱ Φράγ­κοι δέν θά συγ­χω­ρή­σουν τή με­τα­φο­ρά τῆς πρω­τεύ­ου­σας τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ἀ­πό τή Ρώ­μη, στή Νέ­α Ρώ­μη, στή Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Γι’ αὐ­τό μι­λᾶ­νε τό­σο ἀ­πα­ξι­ω­τι­κά γιά τόν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο, καί γι’ αὐ­τό σπά­νι­α ὀ­νο­μα­το­δο­τεῖ­ται κά­ποιος Φρά-γκος σέ Κων­σταν­τῖ­νο.. Καί τήν ὀ­νό­μα­σαν «Βυ­ζαν­τι­νή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α», μέ τόν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο γε­ω­γρα­φι­κό χῶ­ρο τοῦ ἀρ­χαί­ου Βυ­ζαν­τί­ου, τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, γιά νά μει­ω­θεῖ ἡ αἴ­γλη τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας στά μά­τια τῶν με­τα­γε­νε­στέ­ρων. Ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λω­στε ἡ θρη­σκευ­τι­κή δι­α­μά­χη τοῦ filioque, πού ὑ­πέ­κρυ­πτε τόν ἐ­πε­κτα­τι­κό ἡ­γε­μο­νι­σμό τῶν Πα­πῶν καί Βα­σι­λέ­ων τῆς Φραγ­κι­κῆς Δύ­σε­ως, καί ἡ προ­σπά­θει­α τοῦ Καρ­λο­μά­γνου καί τῶν ἐ­πι­γό­νων του νά ταυ­τί­σουν τόν ὄ­ρο «Ρω­μα­ϊ­κή» μέ τήν «Ἁ­γί­α Ρω­μα­ϊ­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α τοῦ Γερ­μα­νι­κοῦ Ἔ­θνους».
Ἡ Σερ­βί­α, ἡ Βουλ­γα­ρί­α, ἡ Βλα­χί­α, ἡ Μολ­δα­βί­α, στούς «Βυ­ζαν­τι­νούς χρό­νους», ἦ­ταν ἐ­παρ­χί­ες τῆς τό­τε Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας καί ὄ­χι κρά­τη ὅ­πως σή­με­ρα. Ἀ­νῆ­καν δέ πνευ­μα­τι­κά στό Οἰ­κου­με­νι­κό πα­τρι­αρ­χεῖ­ο μέ­χρι τόν 19ο αἰ­ώ­να, ὅ­ταν μέ ἕ­να πο­νη­ρό παι­χνί­δι τοῦ Βα­τι­κα­νοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ Βουλ­γα­ρι­κή Ἐ­ξαρ­χί­α σέ βά­ρος τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου καί στή συ­νέ­χει­α ἀ­ξι­ο­ποι­ή­θη­κε ἔν­τε­χνα ἀ­πό τόν Ρωσ­σι­κό Παν­σλα­βι­σμό. Ἔ­τσι σι­γά σι­γά ἄρ­χι­σε ἡ με­γά­λη Ἰ­δέ­α τῶν Ρώ­σων, τῶν Σέρ­βων, τῶν Ἀλ­βα­νῶν, κ.λ.π. κρα­τῶν πού χρη­σι­μο­ποί­η­σαν μά­λι­στα τό κατ’ ἐ­ξο­χήν ἔμ­βλη­μα τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, τόν «δι­κέ­φα­λο ἀ­ε­τό», σύμ­βο­λο τῆς ἕ­νω­σης Ἀ­να­το­λῆς – Δύ­σε­ως, ὡς ἐ­θνι­κό ἔμ­βλη­μά τους!!!
Ἔ­τσι οἱ ἐ­θνι­κές συ­νει­δή­σεις κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται μέ τήν βο­ή­θει­α δι­πλω­μα­τῶν, χρη­μά­των καί προ­πα­γαν­δι­στῶν, πού μέ τε­χνι­κά κα­τα­σκευ­ά­σμα­τα ζη­τοῦν νά ἀλ­λοι­ώ­σουν καί τά ἱ­στο­ρι­κά δε­δο­μέ­να καί νά ξα­να­γρά­ψουν τήν Ἱ­στο­ρί­α μέ ψεύ­τι­κα στοι­χεῖ­α. Καί τε­λι­κά ἐ­πῆλ­θε ἡ δι­ά­σπα­ση τῆς ἑ­νι­αί­ας Ρω­μη­ο­σύ­νης πού ὁ­δή­γη­σε στή δι­α­μόρ­φω­ση ἐ­θνι­κῶν κρα­τῶν κα­τά τά δυ­τι­κά πρό­τυ­πα. Σέ συ­νέ­χει­α αὐ­τῶν τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν δη­μι­ουρ­γή­θη­κε καί ἡ σύγ­χρο­νη πλα­στο­γρά­φη­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος «Μα­κε­δο­νί­α», ἀ­πό τή φαν­τα­σί­α τοῦ Τί­το καί τήν προ­πα­γάν­δα τῶν Σκο­πί­ων μέ ἔν­το­νη ἀν­θελ­λη­νι­κή αἰχ­μή.
Και, δυ­στυ­χῶς, τό Ἑλ­λη­νι­κό κρά­τος τόν 19ο αἰ­ώ­να ἀ­πο­δέ­χθη­κε τήν ὀ­νο­μα­σί­α αὐ­τή καί τή με­τέ­φε­ρε στήν παι­δεί­α, μέ τό γνω­στό μι­μη­τι­σμό μας ἀ­πό τό «φω­τι­σμό» τῆς Δύ­σε­ως, μέ μό­νη ἀν­τί­δρα­ση ἀ­πό τόν με­γά­λο μας ἱ­στο­ρι­κό, Πα­πα­ρη­γό­που­λο. Γιά νά ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με λοι­πόν μέ τούς Δυ­τι­κούς, δε­χθή­κα­με καί ἐ­μεῖς τήν πλα­στο­γρα­φί­α τοῦ ὀ­νό­μα­τος, «Βυ­ζάν­τι­ο» ἀν­τί γιά Ρω­μα­νί­α.. ἀ­φοῦ πλέ­ον ἐ­πε­κρά­τη­σε παγ­κο­σμί­ως καί ἄς εὐ­χη­θοῦ­με νά μήν ἐ­πι­κρα­τή­σει καί πλα­στο­γρα­φεῖ του­λά­χι­στον τό ὄ­νο­μα, Μα­κε­δο­νί­α…

Βιβλιογραφία:
«Μικρά Ἱστορικά», Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, Καθηγ. Πανεπιστ. Ἀθηνῶν.
«Ἐκκλησία καί  Ἑλληνική Διάρκεια», Κων/νος Χολέβας Πολιτικός   Ἐπιστήμων.
«Ὀρθοδοξία καί Δύση στή  Νεώτερη Ἑλλάδα» Χρήστου Γιανναρᾶ.
«Γιατί τό Βυζάντιο», Γλύκατζη Ἀρβελέρ. «Βυζαντινός Πολιτισμός», Στῆβεν Ράνσιμαν.

 

Πηγή:  http://www.kannavos.gr/romania.doc


                           Πηγή

Άγιος Αρσένιος Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας

Ο Άγιος Αρσένιος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Βασιλείου του Μακεδόνα (867 - 886 μ.Χ.), στην Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν και αυτός από την Ιερουσαλήμ, η δε μητέρα του από τη Βηθανία. Σε μικρή ηλικία οι γονείς του τον αφιέρωσαν σ' ένα των εκεί μοναστηριών, οπού διδασκόταν τη μοναχική ζωή και 12 χρονών εκάρη μοναχός. Αργότερα έφυγε από την Ιερουσαλήμ και πήγε στη Σελεύκεια, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Από τη Σελεύκεια επανήλθε στην Ιερουσαλήμ και από 'κεί πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου επί Πατριάρχου Τρύφωνος (928 - 931 μ.Χ.) πήρε Ιερατική θέση. Επί δε του διαδόχου του Τρύφωνα, Θεοφύλακτου (933 - 956 μ.Χ.) εκλέχτηκε επίσκοπος Κερκύρας για την πολύ ενάρετη ζωή του. Σαν ποιμενάρχης διακρίθηκε για την ευαγγελική του δράση και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στις ανάγκες του ποιμνίου του. Κάποτε όμως, ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (911 - 959 μ.Χ.), άγνωστο για ποιο λόγο, ζήτησε να παρουσιαστούν στη βασιλεύουσα οι Κερκυραίοι πρόκριτοι, ο γέροντας, πλέον Αρσένιος, ανέλαβε να διευθετήσει τα πράγματα και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Στην επιστροφή όμως, πέθανε στο δρόμο κοντά στην Κόρινθο. Από 'κει μετακομίστηκε στην Κέρκυρα και το Ιερό του λείψανο έκανε, με τη χάρη του Θεού, πολλά θαύματα.


Λειτουργικά κείμενα

Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός

Κρατεί μεν Άτλας μυθικώς ώμοις πόλον,
Κρατεί δ’ αληθώς Μάρκος Oρθοδοξίαν.


Λειτουργικά κείμενα

Όσιοι Μακάριος ο Αιγύπτιος και Μακάριος ο Αλεξανδρεύς

Θανοῦσα θείων ἡ δυὰς Μακαρίων,
Ζωῆς μετέσχε τῆς μακαριωτάτης.
Γῆν μακάρων λάχον ἐννεακαιδεκάτῃ Μακάριοι.


Λειτουργικά κείμενα


ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ