Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία και τη θεσμική εξέλιξη της μεγάλης υπερατλαντικής Δημοκρατίας. Ενώ η Επανάσταση του 1776-1783 δημιούργησε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο Εμφύλιος Πόλεμος του 1861-1865 μεταξύ Βορείων και Νοτίων Πολιτειών καθόρισε το είδος του κράτους που ήθελαν οι Αμερικανοί: μία χαλαρή συνομοσπονδία κυριάρχων κρατών ή ένα ενιαίο κράτος με κυρίαρχη κυβέρνηση, ένας κράτος με ισότητα δικαιωμάτων ή ένα κράτος με δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής.
Η λύση στα παραπάνω διλήμματα δόθηκε τελικά στα πεδία των μαχών. Η νίκη των Βορείων διατήρησε την ενιαία κρατική υπόσταση των ΗΠΑ και κατάργησε τη δουλεία, η οποία είχε χωρίσει τη χώρα στα δύο από την αρχή της ύπαρξής της. Αλλά η λύση είχε αιματηρό κόστος. 625.000 Αμερικανοί έπεσαν στα πεδία των μαχών, όσοι σχεδόν έχασαν τη ζωή τους στους υπόλοιπους πολέμους, στους οποίους ενεπλάκησαν οι ΗΠΑ μέχρι τις μέρες μας. Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος ήταν η πιο μεγάλη και καταστροφική αναμέτρηση που έλαβε χώρα στο Δυτικό Ημισφαίριο από το τέλος των Ναπολεόντιων Πολέμων το 1815, μέχρι την αυγή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1914.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος άρχισε εξαιτίας των αγεφύρωτων διαφορών μεταξύ των πολιτειών του Βορρά που είχαν καταργήσει τη δουλεία και των πολιτειών του Νότου που την ευνοούσαν, για τη δυνατότητα της κεντρικής κυβέρνησης να απαγορεύσει τη δουλεία στα εδάφη που δεν είχαν γίνει ακόμη πολιτείες. Όταν ο ρεπουμπλικάνος Αβραάμ Λίνκολν κέρδισε τις εκλογές το 1860 με το σύνθημα της κατάργησης της δουλείας, επτά πολιτείες του Βαθέως Νότου (Deep South) αποσχίστηκαν και σχημάτισαν ένα νέο κράτος, τις Συνομοσπονδιακές Πολιτείες της Αμερικής (Confederate States of America). O Λίνκολν, αλλά και οι περισσότερες πολιτείες του Βορρά αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα της απόσχισης. Φοβόντουσαν ότι θα δημιουργούσε προηγούμενο, που τελικά θα οδηγούσε στον κατακερματισμό των ΗΠΑ σε μικρά αλληλοϋποβλεπόμενα κρατίδια.
Το γεγονός που άναψε το φιτίλι του πολέμου συνέβη στις 12 Απριλίου 1861 στο Φορτ Σάμτερ στον κόλπο του Τσάρλεστον. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρούσε ότι το φρούριο αυτό ήταν δικό της, ενώ ο στρατός της Συνομοσπονδίας είχε αντίθετη άποψη και το κατέλαβε αυθημερόν, υψώνοντας τη σημαία της. Ο Λίνκολν διέταξε αμέσως την εθνοφρουρά να καταστείλει την εξέγερση. Τέσσερις ακόμη πολιτείες τάχθηκαν με τους Νότιους. Μέχρι το τέλος του 1861 σχεδόν ένα εκατομμύριο οπλισμένοι άνδρες και από τις δύο πλευρές αντιπαρατέθηκαν σ' ένα μέτωπο 1200 μιλίων από τη Βιρτζίνια μέχρι το Μιζούρι. Πολλές μάχες έγιναν: κοντά στο Μανάσας Τζάνκσιον στη Βιρτζίνια, στην ορεινή Δυτική Βιρτζίνια, όπου οι νίκες των Βορείων δημιούργησαν μία νέα πολιτεία, τη Δυτική Βιρτζίνια, στο Γουίλσονς Κρικ στο Μιζούρι, στο ακρωτήριο Χατέρας στη Βόρεια Καρολίνα και στο Πορτ Ρόγιαλ στη Νότιο Καρολίνα, όπου οι Βόρειοι δημιούργησαν ναυτική βάση για να αποκόψουν του Νοτίους από τον έξω κόσμο.
Αλλά οι πραγματικές μάχες άρχισαν το 1862. Οι μεγάλες μάχες στο Σίλο του Τενεσί, στο Γκέινς Μιλ, στο Μανάσας, στο Φρέντριξμπουργκ της Βιρτζίνια και στο Αντιετάμ του Μέριλαντ επισκιάστηκαν από τις ακόμη μεγαλύτερες εκστρατείες και μάχες τα επόμενα χρόνια, από το Γκέτισμπεργκ στην Πενσιλβάνια έως το Βίξμπουργκ στο Μισίσιπι και στην Τσικαμάουγκα στην Τζόρτζια. Έως το 1864 ο στόχος των Βορείων για ένα περιορισμένο πόλεμο, που θα επανέφερε την τάξη στην ομοσπονδία, είχε δώσει τη θέση του σε μία νέα στρατηγική του ολοκληρωτικού πολέμου για την καταστροφή των δομών του δουλοκτητικού κράτους του Νότου, που θα έδινε στην αποκατατεστημένη ένωση ένα «νέο αέρα ελευθερίας», όπως το διατύπωσε ο Λίνκολν σε λόγο του στο Γκέτισμπεργκ.
Από το 1862 έως το 1865 ο στρατός της Βιρτζίνια υπό τον Ρόμπερτ Λι απέκρουε όλες τις επιθέσεις των Βορείων έως ότου ο στρατηγός Οδυσσέας Γκραντ ανακλήθηκε από το Δυτικό Μέτωπο και ανέλαβε τη διοίκηση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων των Βορείων. Σε μία σειρά αιματηρών μαχών, Δε Γουάλντερνες, Σποτσιλβάνια, Κολντ Χάρμπορ και Πίτερσμπουργκ, ο Γκραντ έφερε τον Λι στο Αποματόξ τον Απρίλιο του 1865. Την ίδια ώρα, οι λοιπές στρατιωτικές δυνάμεις των Βορείων σημείωσαν σημαντικές νίκες δυτικά των Απαλλαχίων Ορέων. Ο στρατηγός Σέρμαν διείσδυσε βαθιά στην ενδοχώρα της Συνομοσπονδίας, στην Τζόρτζια και τη Νότια Καρολίνα, καταστρέφοντας τις υποδομές της, ενώ ο στρατηγός Τόμας κατανίκησε το στρατό τού Τενεσί στη μάχη του Νάσβιλ.
Έως την άνοιξη του 1865 οι στρατιές των Νοτίων είχαν παραδοθεί και όταν το ιππικό των Βορείων αιχμαλώτισε τον Πρόεδρο της Συνομοσπονδίας, Τζέφερσον Ντέιβις, στην Τζόρτζια στις 10 Μαΐου 1865, κάθε αντίσταση κατέρρευσε. Η μακρά και οδυνηρά διαδικασία της εθνικής ενότητας του διηρημένου αμερικανικού έθνους μακριά από τη δουλεία είχε μόλις αρχίσει...
Καλλιτεχνική απεικόνιση του Γιούρι Γκαγκάριν με το «Βοστόκ 1» σε τροχιά
Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60, οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ (Σοβιετική Ένωση) είχαν επιδοθεί σ’ έναν αγώνα δρόμου για την πραγματοποίηση επανδρωμένων πτήσεων στο διάστημα. Οι Αμερικανοί με το πρόγραμμα «Μέρκιουρι» («Ερμής») και οι Σοβιετικοί με το πρόγραμμα «Βοστόκ» («Ανατολή»), του οποίου επικεφαλής ήταν ο Σεργκέι Κορόλεφ, ένας από τους θρύλους της αεροδιαστημικής. Οι Σοβιετικοί πέτυχαν να αιφνιδιάσουν τους Αμερικανούς για τρίτη φορά και να στείλουν πρώτοι αυτοί άνθρωπο στο διάστημα, μετά την εκτόξευση του πρώτου τεχνητού δορυφόρου «Σπούτνικ» στις 4 Οκτωβρίου 1957 και ταξίδι στο διάστημα του πρώτου έμβιου όντος, της σκυλίτσας Λάικα, στις 3 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου.
Στις 08:07 (Ώρα Ελλάδος) της 12ης Απριλίου 1961, ο 27χρονος επισμηναγός Γιούρι Γκαγκάριν, σφηνωμένος μέσα στη λιλιπούτεια διαστημική κάψουλα «Βοστόκ 1» (διαμέτρου 2,3 μ. και βάρους 4,7 τόνων), εκτοξεύθηκε προς το άπειρο, με τον πύραυλο «Βοστόκ-Κ» από το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ στην Κεντρική Ασία (σήμερα ανήκει στο Καζακστάν). Οι Σοβιετικοί επιστήμονες, που σχεδίασαν την αποστολή με επικεφαλής τον Σεργκέι Κορόλεφ, του έδιναν πιθανότητες επιτυχίας 50%, ενώ διάχυτη ήταν η πεποίθηση ότι μία διαστημική πτήση θα ήταν μοιραία για τον άνθρωπο.
Η εκτόξευση του «Βοστόκ 1»Και όμως το «Βοστόκ 1» μπήκε με επιτυχία σε τροχιά γύρω από τη Γη, σε μία πτήση που διήρκεσε 128 λεπτά. Ο Γκαγκάριν πραγματοποίησε μία πλήρη περιφορά της Γης με μέγιστη ταχύτητα 28.968 χλμ. /ώρα και μέγιστο ύψος 301 χλμ.
Μπαίνοντας στην τροχιά άρχισε να στροβιλίζεται μέσα στην καμπίνα του και να περιγράφει τη θέα από το παράθυρο: «Βλέπω τη Γη. Είναι μπλε. Είναι τόσο όμορφη». Στις 09:55 (ώρα Ελλάδας) προσγειώθηκε με το αλεξίπτωτό του σώος και αβλαβής σ’ ένα χωράφι 700 χλμ. νοτιοανατολικά της Μόσχας, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μιας ρωσίδας χωρικής, της κόρης της και μιας αγελάδας.
Η επιτυχημένη πτήση του «Βοστόκ 1» ήταν το αποκορύφωμα δύο ετών μυστικής προπαρασκευής της πτήσης και εξαιρετικής εκπαίδευσης του Γκαγκάριν, ο οποίος επιλέχτηκε ανάμεσα σε 2.000 πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας της ΕΣΣΔ. Οι φήμες ότι οι Σοβιετικοί επρόκειτο να εκτοξεύσουν άνθρωπο στο διάστημα έφθασαν στη Δύση λίγες μόνο μέρες πριν από το σπουδαίο κατόρθωμα.
Ο πρώτος που συνεχάρη τον Γκαγκάριν ήταν ο σοβιετικός ηγέτης Νικήτα Χρουστσόφ από την ντάτσα του στη Μαύρη Θάλασσα. «Η πτήση από εσάς ανοίγει μια νέα σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας κατά την κατάκτηση του διαστήματος», του είπε. Το επίσημο ραδιόφωνο της Μόσχας διέκοψε το πρόγραμμά του για να δώσει λεπτομέρειες της σπουδαίας είδησης.
Ο σοβιετικός επισμηναγός Γιούρι Γκαγκάριν, ο πρώτος άνθρωπος που μπήκε σε τροχιά γύρω από τη Γη.Τις επόμενες ημέρες πραγματοποιήθηκε μία μεγάλη παρέλαση προς τιμήν του στην Κόκκινη Πλατεία και ο Χρουστσόφ, αφού παρασημοφόρησε τον πρώτο «διαστημάνθρωπο» και τον ανακήρυξε «ήρωα τον σοβιετικού λαού», έκανε λόγο για «νίκη της ΕΣΣΔ στον αγώνα για την πρόοδο από την αγροτική κοινωνία στη διαστημική εποχή».
Το κατόρθωμα του Γκαγκάριν έγινε δεκτό με ενθουσιασμό σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ο νεαρός πιλότος ήταν πλέον ένας διεθνής σταρ πρώτου μεγέθους και η ΕΣΣΔ δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Τον χρησιμοποίησε για προπαγανδιστικούς σκοπούς, προκειμένου να διαφημίσει τα μεγάλα επιτεύγματα του κομμουνισμού.
Το πλήγμα όμως σε επίπεδο εντυπώσεων ήταν μεγάλο για τους Αμερικανούς, που ήλπιζαν να είναι οι πρώτοι που θα έστελναν έναν άνθρωπο πέρα από την ατμόσφαιρα της Γης. Ωστόσο, ο Πρόεδρος Τζον Κένεντι συνεχάρη τους Σοβιετικούς για το επίτευγμά τους και σάλπισε με δηλώσεις του την αντεπίθεση.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 5 Μαΐου 1961, οι Αμερικανοί θα πραγματοποιήσουν την πρώτη τους επανδρωμένη πτήση με τον αστροναύτη Άλαν Σέπαρντ. Θα είναι υποτροχιακή και θα διαρκέσει 15 λεπτά. Η πρώτη επανδρωμένη πτήση των Αμερικανών στο διάστημα θα γίνει στις 20 Φεβρουαρίου 1962 από τον αστροναύτη Τζον Γκλεν.
Ο αρχηγός της Δ’ Σταυροφορίας, Βονιφάτιος ο Μομφερατικός
Η Δ' Σταυροφορία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Πάπα Ιννοκέντιου Γ' το 1201, για την κατάληψη των Αγίων Τόπων, που κατείχαν οι Μουσουλμάνοι. Ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου 1204, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την προσωρινή κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χωρίς τη θέληση του Ποντίφικα.
Μετά την αποτυχία της τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192) για την κατάληψη των Αγίων Τόπων, το ενδιαφέρον των δυτικοευρωπαίων ατόνησε. Την Ιερουσαλήμ, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας και της Αιγύπτου, ήλεγχε η μουσουλμανική δυναστεία των Αγιουβιδών. Το λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ μόνο κατ' όνομα υπήρχε, περιορισμένο σε λίγες πόλεις στις ακτές της Παλαιστίνης.
Το ενδιαφέρον για μια νέα σταυροφορία ανακίνησε ο πάπας Ινοκέντιος Γ' το 1198. Στην αρχή συνάντησε τη γενική αδιαφορία των εστεμμένων της Ευρώπης, που είχαν τα δικά τους προβλήματα να επιλύσουν. Τον επόμενο χρόνο, κάποιοι ευγενείς, κυρίως από τα εδάφη της σημερινής Γαλλίας, πείσθηκαν να συγκροτήσουν ένα εκστρατευτικό σώμα, με επικεφαλής τον Κόμη Τιμπό της Καμπανίας. Ο Τιμπό πέθανε τον επόμενο χρόνο και αρχηγός της Δ' Σταυροφορίας ανακηρύχθηκε ο ιταλός κόμης Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Το σχέδιο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Σταυροφόρων στη Βενετία και από εκεί θα κατευθύνονταν στην Αίγυπτο, όπου θα άρχιζαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, με σκοπό την κατάληψη της Ιερουσαλήμ.
Τη δύναμη των Σταυροφόρων συγκροτούσαν 33.500 άνδρες και 4.500 άλογα και τη διεκπεραίωσή τους στην Αίγυπτο ανέλαβαν έναντι ανταλλαγμάτων οι Ενετοί το 1200. Ζήτησαν 85.000 αργυρά μάρκα, τα μισά εδάφη που θα κατακτούσαν οι Σταυροφόροι και προθεσμία ενός έτους για τις ετοιμασίες της φιλόδοξης εκστρατείας. Το 1201 το μεγαλύτερο μέρος των Σταυροφόρων έφθασε στη Βενετία. Όμως, οι ηγέτες τους δεν τήρησαν τη συμφωνία και μόλις και μετά βίας συγκέντρωσαν 51.000 αργυρά μάρκα. Οι Ενετοί εξοργίσθηκαν και τους φυλάκισαν στο νησάκι Λίντο, έως ότου αποφασίσουν για την τύχη τους.
Ο γηραιός δόγης Ερρίκος Δάνδολος αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την περίσταση και να χρησιμοποιήσει τους Σταυροφόρους για τους δικούς του σκοπούς. Στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, όπου έγινε η επίσημη τελετή υποδοχής τους, ο δόγης πρότεινε στους αρχηγούς τους να επιτεθούν πρώτα στο λιμάνι της Ζάρας στη Δαλματία (σημερινή Κροατία), προκειμένου να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Η Ζάρα, που προμήθευε με ξυλεία τον στόλο του δόγη, είχε αποσκιρτήσει από τη Βενετία και βρισκόταν υπό προστασία του βασιλιά των Ούγγρων Έμερικ. Οι κάτοικοί της ήταν χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί.
Για την επιχείρηση συμφώνησε απρόθυμα ο παπικός αντιπρόσωπος Καρδινάλιος Καπουάνο, όχι όμως και ο Πάπας Ινοκέντιος, που απείλησε με αφορισμό όσους σταυροφόρους στραφούν εναντίον χριστιανών. Τη σχετική επιστολή του φρόντισαν να την κρατήσουν μυστική οι επικεφαλής της εκστρατείας. Η επιχείρηση τελικά πραγματοποιήθηκε. Η πόλη της Ζάρας καταλήφθηκε, ύστερα από σύντομη πολιορκία και ο Πάπας Ινοκέντιος Γ' πραγματοποίησε την απειλή του.
Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη (Ευγένιος Ντελακρουά, 1840)Ο αρχηγός των Σταυροφόρων Βονιφάτιος ο Μομφερατικός δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Ζάρα, φοβούμενος ίσως τις παπικές κυρώσεις. Πήγε να επισκεφθεί τον εξάδελφό του Φίλιππο της Σουηβίας, ο οποίος φιλοξενούσε τον συγγενή του βυζαντινό πρίγκηπα Αλέξιο Άγγελο, γιο του ανατραπέντος αυτοκράτορα Ισαάκιου Β' Άγγελου. Ο Αλέξιος Άγγελος ζήτησε βοήθεια από τον Βονιφάτιο για να ανατρέψει τον θείο του αυτοκράτορα Αλέξιο Γ' Άγγελο και να επαναφέρει στον θρόνο τον τυφλό πατέρα του. Στα ανταλλάγματα που προσέφερε ήταν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, στρατιωτικές δυνάμεις για την ενίσχυση της εκστρατείας των Σταυροφόρων στην Αίγυπτο και την υποταγή της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης στον Πάπα.
Ο Βονιφάτιος θεώρησε δελεαστική την πρόταση και μαζί με τον Αλέξιο Άγγελο μετέβησαν στην Κέρκυρα για να συναντήσουν τους Σταυροφόρους που συμμετείχαν στην κατάληψη της Ζάρα και να ενημερώσουν τους αρχηγούς της Σταυροφορίας. Κάποιοι συμφώνησαν με την εκτροπή της Σταυροφορίας, άλλοι διαφώνησαν και αποχώρησαν, επιστρέφοντας στις πατρίδες τους.
Ανάμεσα σε αυτούς που είδαν με καλό μάτι την πρόταση του Αλέξιου ήταν και οι Ενετοί. Λαός ναυτικός, επιζητούσαν την αύξηση της επιρροής τους στην Ανατολή εις βάρος της Γένουας και της Πίζας, που ήταν οι κύριοι ανταγωνιστές τους. Επιπροσθέτως, τους μισούσαν και ήθελαν να πάρουν εκδίκηση για τη σφαγή των συμπατριωτών τους, στη διάρκεια των αντιπαπικών ταραχών στην Κωνσταντινούπολη το 1182. Από την άλλη πλευρά, το Βυζάντιο σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες και την καταστροφική πολιτική των τελευταίων Κομνηνών και της δυναστείας των Αγγέλων. Βρισκόταν σε προφανή παρακμή, ενώ είχαν αρχίσει οι αποσχιστικές τάσεις από φιλόδοξους τοπάρχες. Ο λαός στέναζε από τη βαριά φορολογία.
Ο στόλος των Ενετών και Σταυροφόρων έφθασε προ των τειχών της Κωνσταντινούπολης στις 23 Ιουνίου 1203. Οι νεοφερμένοι έμειναν κατάπληκτοι από όσα έβλεπαν τα μάτια τους: «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι υπήρχε στον κόσμο τόσο οχυρή πόλη. Είδαν τα υψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια, τις μεγάλες εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές ώστε κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του. Το μήκος της, το πλάτος της, έδειχναν πως ήταν βασιλεύουσα». Με τα λόγια αυτά περιγράφει τις πρώτες του εντυπώσεις ο ιστορικός και εκ των ηγετών της Σταυροφορίας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος.
Αρχικός τους στόχος ήταν να αποκαταστήσουν στον θρόνο τον Ισαάκιο Β' Άγγελο. Οι κάτοικοι της Πόλης τους υποδέχθηκαν εχθρικά, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Αλέξιου Άγγελου. Στις 17 Ιουλίου οι Σταυροφόροι αποβιβάσθηκαν στη στεριά και επιτέθηκαν από τη νοτιοανατολική πλευρά της Πόλης. Έβαλαν μία μεγάλη φωτιά, που προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Πόλη. Οι κάτοικοι στράφηκαν κατά του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ' Άγγελου, ο οποίος έφυγε την ίδια νύχτα από την Πόλη. Ο Ισαάκιος Β' Άγγελος αφέθηκε ελεύθερος και αποκαταστάθηκε στο θρόνο του. Την 1η Αυγούστου ο γιος του Αλέξιος Άγγελος αναγορεύθηκε σε αυτοκράτορα, ως Αλέξιος Δ' Άγγελος. Το Βυζάντιο βρισκόταν και πάλι σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχαν δύο νόμιμοι αυτοκράτορες (Αλέξιος Γ' Άγγελος και Αλέξιος Δ' Άγγελος).
Η πολιορκία της ΚωνσταντινούποληςΟ νέος ηγεμόνας βρήκε τα ταμεία άδεια και γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις δεσμεύσεις του προς τους Σταυροφόρους. Διέταξε τότε να καταστραφούν εικόνες και αντικείμενα λατρείας, μόνο και μόνο για να πάρει τον χρυσό και τον άργυρο που περιείχαν. Ο λαός εξαγριώθηκε και θεώρησε ιεροσυλία την απόφαση αυτή του αυτοκράτορα. Ο αυλικός Αλέξιος Δούκας, γνωστός και ως Μούρτζουφλος, εξαιτίας των πυκνών φρυδιών του, εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση. Τον ανέτρεψε και τον στραγγάλισε. Ο Αλέξιος Δούκας ανέβηκε στο θρόνο ως Αλέξιος Ε'. Ο πρώην αυτοκράτορας Ισαάκιος Β' Άγγελος πέθανε ύστερα από λίγο, από φυσικά αίτια.
Οι Σταυροφόροι και οι Βενετοί, χωρίς προστάτες πλέον σε μια εχθρική γι' αυτούς περιοχή, βρέθηκαν προς στιγμή σε αμηχανία. Πάντως, στις 8 Απριλίου 1204 επιτέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για μια ακόμη φορά, προκειμένου να τιμωρήσουν τον δολοφόνο του Αλέξιου Δ' Άγγελου. Ο Αλέξιος Ε' αντέταξε ισχυρή άμυνα, με σύμμαχο τον άσχημο καιρό. Οι επιτιθέμενοι το θεώρησαν θεϊκό σημάδι και θέλησαν να λύσουν την πολιορκία. Οι καθολικοί κληρικοί που τους συνόδευαν κατόρθωσαν να τους πείσουν να παραμείνουν και να καταλάβουν την Πόλη, με τα επιχειρήματα ότι οι Βυζαντινοί είναι προδότες και δολοφόνοι επειδή σκότωσαν τον σεβαστό Αλέξιο Δ' και ότι είναι χειρότεροι από τους Εβραίους. Ο Πάπας Ινοκέντιος Γ', για μια ακόμη φορά, είχε διαμηνύσει στους Σταυροφόρους να μην επιτεθούν και να μην σκοτώσουν ούτε ένα χριστιανό, αλλά και πάλι η σχετική επιστολή του απεκρύβη από τους παπικούς απεσταλμένους.
Στις 12 Απριλίου 1204, οι Σταυροφόροι πραγματοποίησαν την τελική τους έφοδο κατά της Κωνσταντινούπολης, βοηθούμενοι και από τον καλό καιρό. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε' Μούρτζουφλος την είχε εγκαταλείψει κι έτσι την κατέλαβαν με σχετική ευκολία, παρά την αντίσταση της αυτοκρατορικής φρουράς, που την αποτελούσαν οι σκανδιναβοί Βάραγγοι. Για τρεις μέρες οι «Στρατιώτες του Χριστού» επιδόθηκαν σε παντός είδους βανδαλισμούς και φρικαλεότητες. Δεν δίστασαν να βεβηλώσουν ακόμη και ιερούς χώρους, ανεβάζοντας στον πατριαρχικό θρόνο μία πόρνη, σύμφωνα με τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη. Όταν ο Πάπας έμαθε για τις βδελυρές πράξεις των Σταυροφόρων εξέφρασε την ντροπή και τον αποτροπιασμό του.
Για τα επόμενα 59 χρόνια ο ελλαδικός χώρος θα ζήσει υπό καθεστώς Φραγκοκρατίας. Η τάξη θα αποκατασταθεί το 1261, με την εκδίωξη των Λατίνων και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο.
Η Τέταρτη Σταυροφορία, μόνο κατ' όνομα υπήρξε. Σχεδόν κανένας από τους λατίνους μαχητές δεν πάτησε το πόδι του στους Αγίους Τόπους, παρά μόνο διοχέτευσαν όλη τους την ενέργεια στην καταστροφή του Βυζαντίου. Η κληρονομιά που άφησε πίσω της η Τέταρτη Σταυροφορίας είναι η ολοκλήρωση του Σχίσματος μεταξύ Καθολικής Δύσης και Ορθόδοξης Ανατολής και ο τεμαχισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε λατινικά (Πριγκιπάτο της Αχαΐας, Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, Βασίλειο των Αθηνών, Βασίλειο του Αιγαίου, Ηγεμονία της Κωνσταντινούπολης) και ελληνικά κρατίδια (Δεσποτάτο της Ηπείρου, Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, Αυτοκρατορία της Νικαίας). Η αποτυχία του να ελέγξει του Σταυροφόρους έγινε μάθημα στον Ινοκέντιο και τους διαδόχους του στην Αγία Έδρα κι έτσι δεν υποστήριξαν αμέσως καμία από τις επόμενες Σταυροφορίες.
Οκτακόσια χρόνια αργότερα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β' εξέφρασε τη λύπη του για τις ωμότητες των Σταυροφόρων, οι οποίοι «εστράφησαν εναντίον των εν Χριστώ αδελφών μας», όπως ανέφερε το 2001 σε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Ανάλογη ήταν και η συγγνώμη του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α', κατά τη συνάντησή τους στο Βατικανό το 2004.
Ο Όσιος Ακάκιος έζησε και ανεδείχθη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μάλλον λίγα χρόνια μετά το έτος 1630 μ.Χ., στο χωριό Γόλιτσα των Αγράφων, της (τότε) επαρχίας Φαναρίου και Νεοχωρίου, στη σημερινή κοινότητα Αγίου Ακακίου του νομού Καρδίτσας. Οι γονείς του, ευσεβείς και ενάρετοι Χριστιανοί, με την εργασία τους κατόρθωσαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια να εξασφαλίσουν τα αναγκαία της ζωής τους με αυτάρκεια και στοργικά είχαν αφοσιωθεί στην ανατροφή των δύο παιδιών τους που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο πρόωρος θάνατος του πατέρα συγκλόνισε την οικογένεια και επισκίασε την ευτυχία τους.
Ο Αναστάσιος, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Οσίου, έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα τους με τη βαθιά χριστιανική πίστη και την ευσέβειά της αγωνίζεται αγώνα σκληρό «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» και αναλαμβάνει μόνη της το βάρος της οικογενειακής ευθύνης. Εργάζεται αγόγγυστα για να συντηρήσει τα δύο ανήλικα παιδιά της και να τα αναθρέψει με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Πολύ σύντομα στο πλευρό της γυναίκας του βρέθηκε και ο μικρός Αναστάσιος, για να αναλάβει και εκείνος ένα μέρος από τις ευθύνες για τη συντήρηση της οικογένειάς του.
Ο λόγος του Ευαγγελίου είχε συγκλονίσει από νωρίς την καρδιά του Αναστασίου και η φλόγα της θείας αγάπης θέρμαινε την παιδική του ψυχή. Ένιωθε ζωηρά και πολύ έντονα την κλίση και τον ζήλο προς τον μοναχικό βίο. Γι' αυτό απέφευγε τον θόρυβο του κόσμου και αναζητούσε συχνά την ησυχία σε τόπους ερημικούς. Εκεί, αφοσιωμένος στον Θεό, διέθετε όλο τον χρόνο του στην προσευχή και τη νηστεία. Σύντομα αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και σε ηλικία είκοσι τριών ετών έφυγε προς τα μέρη της Ζαγοράς Βόλου. Κατέληξε στο μοναστήρι της Σουρβιάς, που είχε χτίσει ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή της Μακρυνίτσας Βόλου και είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα.
Όταν έφθασε στο μοναστήρι τον υποδέχθηκαν με καλοσύνη. Παρουσιάσθηκε στον ηγούμενο και με όλο τον σεβασμό ανέφερε τον σκοπό της επισκέψεώς του. Εκείνος τον άκουσε με προσοχή και του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τις δυσκολίες της μοναχικής ζωής, αλλά και το αυστηρό πρόγραμμα της μονής. Ο Αναστάσιος όμως επέμενε, δίνοντας την υπόσχεση πως με την βοήθεια του Θεού θα υπερνικήσει όλα τα εμπόδια και θα ανταποκριθεί στα καθήκοντα που όριζε η μοναχική πολιτεία. Ο ηγούμενος, ως έμπειρος πνευματικός, διέγνωσε τον ένθεο ζήλο του Αναστασίου και διαπίστωσε την αμετακίνητη και σταθερή απόφασή του να μονάσει. Έτσι τον δέχθηκε στο μοναστήρι. Εκεί ο Αναστάσιος εκάρη μοναχός με το όνομα Ακάκιος. Και την ίδια νύχτα που δέχθηκε το αγγελικό σχήμα και περιεβλήθηκε το μοναχικό ένδυμα, αξιώθηκε με θεία οπτασία. Είδε σαν να βαστούσε στα χέρια του μια αναμμένη λαμπάδα, που είχε φως υπέρλαμπρο και φώτιζε όλο τον τόπο εκείνο.
Ο νέος μοναχός με την συμπεριφορά, την εργατικότητα και την πνευματικότητά του κέρδισε την αγάπη και την συμπάθεια όλων των πατέρων της μονής. Όμως, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις του μοναστηριού δεν τον ικανοποιούσε πλέον, διότι πολύ σύντομα είχε κατακτήσει τις μοναχικές αρετές του απλού μοναχού και η ψυχή του αναζητούσε άλλο χώρο για απόλυτη ησυχία και μεγαλύτερη άσκηση.
Έτσι, μεταξύ των ετών 1660-1670 μ.Χ., αναχωρεί για το Άγιον Όρος. Αρχικά ο Όσιος κατευθύνθηκε στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας και κατέφυγε σε κάποιο σπήλαιο, κοντά στη «Σκήτη του Καυσοκαλύβη», όπου ασκήτεψε για ένα χρονικό διάστημα. Το ενδιαφέρον του για την όσο το δυνατόν καλύτερη μόρφωσή του, τον οδήγησε στο να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ασκήσεως και πνευματικής εργασίας. Χωρίς καμιά καθυστέρηση επισκέπτεται μοναστήρια και σκήτες, ερημητήρια ησυχαστών και σπήλαια ασκητών και αναζητεί, «ὡς ἐλαφρῶς διψώσα ἐπὶ τᾶς πηγᾶς τῶν ὑδάτων», τους εκλεκτούς και δοκιμασμένους μοναχούς. Υποτάσσεται πρόθυμα σε αυτούς, συνεργάζεται μαζί τους και μαθητεύει με υπομονή κοντά τους.
Ο Όσιος φθάνει τελικά στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου και μετά από σύντομη επίσκεψη σε αυτό απομακρύνεται σε ερημική τοποθεσία επάνω στο μοναστήρι, για να ησυχάσει. Εκεί έμεινε πολύ καιρό και κάθε Σάββατο κατέβαινε στο μοναστήρι και εκκλησιαζόταν.
Επόμενος σταθμός του ήταν η σκήτη του Παντοκράτορος, όπου συναντήθηκε με τον γνωστό από το μοναστήρι της Σουρβιάς γέροντα πνευματικό του, που είχε έλθει από τη Ζαγορά του Βόλου για να σπουδάσει τη βυζαντινή μουσική. Ο γέροντας χάρηκε πάρα πολύ όταν συναντήθηκε με τον Όσιο και ζήτησε να τον πάρει μαζί του ως μοναχό. Εκείνος όμως ζήτησε την ευχή του και τον παρακάλεσε να μην επιμείνει, διότι ήθελε να ασκητέψει μόνος του.
Ύστερα από την συνάντηση αυτή ο Όσιος έφυγε από τη σκήτη του Παντοκράτορος προς άγνωστη κατεύθυνση και με συμβουλή του γέροντος πνευματικού Γαλακτίωνος ήλθε στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, επάνω στη Μεταμόρφωση, για να μονάσει. Εκεί ασκητεύοντας παρέμεινε είκοσι ολόκληρα χρόνια.
Κάποτε ο Όσιος Ακάκιος είδε τον Όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη (τιμάται 13 Ιανουαρίου), με κάτασπρη και αστραφτερή ιερατική στολή, να περιφέρεται και να θυμιατίζει όλο το ναό και ένα πλήθος μοναχών με την ίδια λευκή στολή να τον ακολουθούν. Και όταν ο Όσιος Ακάκιος ρώτησε, «ποιοι ήσαν αυτοί που τον συνόδευαν», ο Όσιος Μάξιμος απάντησε: «Είναι όλοι εκείνοι οι Όσιοι Πατέρες από την περιοχή των Καυσοκαλυβίων, οι οποίοι χάρις σε αυτόν ευρήκαν τη σωτηρία τους».
Επειδή τα χρόνια περνούσαν και η περιοχή που ασκήτευε ο Όσιος ήταν δύσβατη και άνυδρη, αναγκάσθηκε να μετακινηθεί χαμηλότερα προς τη θάλασσα, προς το ακρωτήρι της Αθωνικής Χερσονήσου, εκεί όπου βρίσκεται η σημερινή σκήτη των Καυσοκαλυβίων (Αγίας Τριάδος). Εκεί ο Όσιος αναζήτησε την κατοικία του σε ένα μικρό σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του. Με τις σπάνιες αρετές του αναδείχθηκε κατά τον υμνωδό «κορυφαίος των Ασκητών και Θεοφόρων Πατέρων το καύχημα».
Ο Όσιος Ακάκιος προέβλεψε και προείπε την κοίμησή του σε όλους τους υποτακτικούς που μόναζαν κοντά του. Ιδιαίτερα όμως στον μοναχό Αθανάσιο, ο οποίος έφθασε στο σπήλαιο του Οσίου από την σκήτη της Αγίας Άννης για να λάβει την ευχή του, είπε: «Εγώ τώρα Αθανάσιε, πηγαίνω στράτα μακρά και πλέον δεν θα βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Να έχεις την ευχή της Παναγίας μας». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του. Ευλόγησε έπειτα τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και κοιμήθηκε με ειρήνη την Κυριακή των Μυροφόρων, το έτος 1730 μ.Χ. και σε ηλικία εκατό περίπου ετών.
Η Οσία Ανθούσα ήταν θυγατέρα του εικονομάχου βασιλιά Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου και της τρίτης συζύγου του Ευδοκίας. Γεννήθηκε μέσα στην ανακτορική δόξα και λαμπρότητα, αλλά αυτή ζήτησε άλλου την ευχαρίστηση και παρηγοριά της ψυχής της.
Μάταια ο βασιλιάς πατέρας της (741 - 775 μ.Χ.) θέλησε να την παντρέψει με νέο που είχε όλα τα πλεονεκτήματα του γένους, του κάλλους και του πλούτου. Αυτή έφερε στην καρδιά της βαθειά τη θλίψη, ότι ο πατέρας της ήταν εχθρός των εικόνων και δεν ήθελε σύζυγο που είχε τα ίδια φρονήματα μ' αυτόν. Παρέμεινε λοιπόν άγαμη και χρησιμοποιούσε τον καιρό της σε έργα ελέους και φιλανθρωπίας.
Μετά το θάνατο του πατέρα της, μοίρασε τα υπάρχοντα της σε φτωχούς, φιλανθρωπικά ιδρύματα και ναούς και έγινε μοναχή από τον Πατριάρχη Ταράσιο μολονότι δέχθηκε πολλές παρακλήσεις και πιέσθηκε από την ευσεβέστατη αυγούστα Ειρήνη την Αθηναία (797 - 802 μ.Χ.) να μείνει μαζί της και να συμβασιλεύσει. Στο μοναστήρι η ζωή της ήταν ασκητική, γεμάτη ταπεινοφροσύνη και αγάπη.
Το έτος 809 μ.Χ. και σε ηλικία 52 ετών έφυγε από τον κόσμο αυτό, σ' όλα άξια του αμάραντου στεφάνου της αιώνιας βασιλείας, η παρθένος η σεμνή, που καταφρόνησε τις ψεύτικες λάμψεις και τις απατηλές τιμές των πρόσκαιρων βασιλειών της γης.
Απτόητος πρόμαχος της τιμητικής προσκύνησης των εικόνων ο Βασίλειος, αποδοκίμασε με όλες του τις δυνάμεις τους εικονομάχους αυτοκράτορες. Η μεγάλη θεολογική του κατάρτιση σε συνδυασμό με την ενάρετη ζωή του, τον ανέδειξαν επίσκοπο της πόλης Παρίου στις ακτές της Προποντίδας.
Η στάση του όμως αυτή έναντι των εικονομάχων αυτοκρατόρων έγινε αιτία να διωχθεί σκληρά. Υπέστη πολλά δεινά και πέρασε «εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι» (Β' προς Κορινθίους, ια' 27), δηλαδή, με πείνα και δίψα, με νηστείες πολλές φορές, με κρύο και γυμνότητα. Αλλά ο Βασίλειος, όπου και αν τον εξόριζαν οι αυτοκράτορες, ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να υπερασπίζει την Ορθοδοξία. Αναφέρεται δε ότι κατά τους χρόνους της βασιλείας του Μιχαήλ του Τραυλού (820 - 829 μ.Χ.) και του Θεοφίλου (829 - 842 μ.Χ.) διέμενε εξόριστος σε κάποιο μικρό νησί προ της Κωνσταντινουπόλεως. Τέλος, τον αξίωσε ο Θεός να δει το θρίαμβο της Ορθοδοξίας και συγχρόνως το ναυάγιο της εικονομαχίας.
Όταν επέστρεψε στην επισκοπή του, τον υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές και εκεί παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο.
Ο Άγιος Βασίλειος χειροτόνησε διάκονο και πρεσβύτερο τον μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Ιγνάτιο Α' (τιμάται 23 Οκτωβρίου).
Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής, στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή και οι υπόλοιπες, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού· και την επομένη μέρα απείχαν από κάθε δραστηριότητα λόγω της αργίας του Σαββάτου. Κατά το βαθύ όρθρο, όμως, της Κυριακής, η οποία ονομάζεται από τους Ευαγγελιστές «πρώτη Σαββάτου» και «μια Σαββάτων», δηλαδή πρώτη μέρα της εβδομάδος, μετά από τριάντα έξι σχεδόν ώρες από τη νέκρωση του ζωοδότη Λυτρωτή, έρχονται με νεκρώσιμα αρώματα στον τάφο. Και ενώ σκέπτονταν τη δυσκολία της αποκυλίσεως του λίθου από την είσοδο του τάφου γίνεται σεισμός φοβερός· και Άγγελος με αστραπηφόρα όψη και χιονόφωτη στολή, αφού αποκύλισε το λίθο και κάθισε πάνω σ’ αυτόν, έκανε τους φύλακες να τρομάξουν και τους έτρεψε σε φυγή. Οι γυναίκες, στο μεταξύ, αφού μπήκαν στον τάφο και δε βρήκαν το σώμα του Ιησού, βλέπουν δυο Αγγέλους λευκοφορεμένους, με αντρική μορφή, οι οποίοι αφού τους φανέρωσαν την ανάσταση του Σωτήρα, τις στέλνουν για να αναγγείλουν στους μαθητές την χαρούμενη είδηση. Σε μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν στον τάφο ο Πέτρος με τον Ιωάννη, αφού έμαθαν τι έγινε από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως ήδη ειπώθηκε, αλλά μπαίνοντας μέσα βρίσκουν μόνο τα σάβανα. Γι’ αυτό ανέρχονται όλοι στη πόλη με χαρά, κήρυκες της ανάστασης του Χριστού, τον οποίον και είδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τη σημερινή γιορτή.
Αυτή την χαρμόσυνο Ανάσταση γιορτάζοντας σήμερα ασπαζόμαστε μεταξύ μας τον εν Χριστώ ασπασμό, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διακοπή της πρώτης έχθρας ανάμεσα σ’ εμάς και το Θεό και τη διαλλαγή του Θεού προς εμάς για άλλη μια φορά, διαλλαγή που έγινε φανερή με το πάθος του Σωτήρος. Και η εορτή ονομάζεται Πάσχα, έχοντας έτσι το ίδιο όνομα με το Πάσχα των Εβραίων, το οποίο, στη γλώσσα τους σημαίνει διάβαση• διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς μας διεβίβασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του διαβόλου στην ελευθερία και μακαριότητα. Και αυτή η μέρα της εβδομάδος, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι η πρώτη από τις υπόλοιπες μέρες, επειδή, αφιερώθηκε στην τιμή του Κυρίου ονομάστηκε από το όνομα Του Κυριακή, και σ’ αυτή μετατέθηκε από τους Αποστόλους η αργία και η ανάπαυση της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου.