Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Τραμπ: «Να ανακληθούν οι άδειες των καναλιών που δεν μετέδωσαν την ομιλία μου – Είναι μέρος συνωμοσίας»

 

«Το NBC και το ABC είπαν ότι δεν θα μεταδώσουν την ομιλία μου. Επειδή ξέρουν ότι το σύστημά μας έχει διαφθαρεί και δεν θέλουν να το αποκαλύψουν. Αυτά και άλλα μέσα ενημέρωσης είναι μέρος συνωμοσίας. Μια απάτη όπως αυτή θα έπρεπε να σημάνει την ανάκληση των αδειών τους», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, χωρίς να παρουσιάσει στοιχεία.

Ο Τραμπ επανέλαβε τους ισχυρισμούς του περί εκλογικής νοθείας στις προεδρικές εκλογές του 2020, κατηγορώντας την Κίνα ότι διεξήγαγε «επιχείρηση» για την απόκτηση δεδομένων εκατομμυρίων Αμερικανών ψηφοφόρων. Ειδικοί ωστόσο σημειώνουν ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα είναι δημόσια.

Αντίστοιχους ισχυρισμούς περί εκλογικής νοθείας έχουν κάνει στο παρελθόν και οι Δημοκρατικοί, κατηγορώντας αυτή τη φορά τη Ρωσία.

Η κινεζική πρεσβεία στις ΗΠΑ είχε ήδη προειδοποιήσει πριν την ομιλία του Τραμπ, τονίζοντας ότι το Πεκίνο θεωρεί τις εκλογές στις ΗΠΑ εσωτερική υπόθεση και τηρεί την αρχή της μη ανάμιξης, διατρανώνοντας ότι η Κίνα «ουδέποτε αναμίχθηκε ή θα αναμιχθεί» στην εκλογική διαδικασία.


https://thepressproject.gr/trab-na-anaklithoun-oi-adeies-ton-kanalion-pou-den-metedosan-tin-omilia-mou-einai-meros-synomosias/

Παγκόσμια Ημέρα Διεθνούς Δικαιοσύνης

 

Η Παγκόσμια Ημέρα Διεθνούς Δικαιοσύνης γιορτάζεται με πρωτοβουλία του «Συμμαχίας για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο» (ενός συνασπισμού μ.κ.ο.), κάθε χρόνο στις 17 Ιουλίου για να κάνει γνωστό σε παγκόσμια κλίμακα το αναδυόμενο σύστημα της τακτικής διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης, που επιλαμβάνεται υποθέσεων για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου κ.ά.).

Στις 17η Ιουλίου 1998 υιοθετήθηκε η Σύμβαση της Ρώμης, με την οποία συνεστήθη το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο με έδρα τη Χάγη και τέθηκε σε ισχύ από το 2002. Μέχρι τότε, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας επιλαμβάνονταν τα λεγόμενα ad hoc δικαστήρια (δικαστήρια εκ των υστέρων, συνιστώμενα για να δικάσουν μία υπόθεση), όπως της Νυρεμβέργης και του Τόκιο για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, της Χάγης για τον πόλεμο της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Τανζανίας για τη γενοκτονία στη Ρουάντα).

Από το 2002, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας υπάγονται στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το οποίο έχει δικαιοδοσία μόνο στα κράτη που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση της Ρώμης και αυτή την περίοδο είναι 106 από τα 192 που συγκροτούν τον ΟΗΕ. Χώρες με μεγάλη επιρροή στη διεθνή πολιτική σκηνή, όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, το Ισραήλ και η Τουρκία, δεν είναι μέλη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, δυσχεραίνοντας την απονομή της διεθνούς δικαιοσύνης και αποτελώντας τροχοπέδη στην επιβολή της.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/worldays/191

Βόιτσεχ Κίλαρ: Ο συνθέτης της μουσικής του «Δράκουλα»

 Βόιτσεχ Κίλαρ (1932 – 2013)

Βόιτσεχ Κίλαρ (1932 – 2013)

Πολωνός συνθέτης, γνωστός από τη μουσική που έγραψε για τις κινηματογραφικές ταινίες Δράκουλας (1992) και Πιανίστας (2002). Μαζί με τους Χένρικ Γκόρετσκι και τον Κζίστοφ Πεντερέτσκι ανήκει στην πολωνική μουσική πρωτοπορία της δεκαετίας του '60.

Ο Βόιτσεχ Κίλαρ (Wojciech Kilar) γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1932 στο Λβοφ (σημερινό Λβιβ Ουκρανίας). Μετά τον πόλεμο έζησε στο Κατοβίτσε, όπου σπούδασε στη Μουσική Ακαδημία της πόλης και στη συνέχεια στο Παρίσι, με τη γαλλίδα πιανίστρια και παιδαγωγό Νάντια Μπουλανζέ.

Ξεκίνησε την καριέρα του ως συνθέτης, γράφοντας συμφωνική μουσική, μουσική δωματίου και κοντσέρτα. Οι επιρροές του εκτείνονται από τους γάλλους συνθέτες Κλοντ Ντεμπισί και Μορίς Ραβέλ και τον συμπατριώτη του συνθέτη Κάρολ Σιμανόφσκι έως τη λαϊκή μουσική της πατρίδας του και τη θρησκευτική μουσική της Καθολικής εκκλησίας.

Οι συνθέσεις του παρουσιάζουν μεγάλο εύρος, από την αβάν-γκαρντ Riff 62 έως το χορωδιακό Exodus (ακούγεται στο τρέιλερ της Λίστας του Σίντλερ) και το θρησκευτικό Magnificat. Η αγάπη για τα απλά μοτίβα και η χρήση της συνήχησης κοντραμπάσου και τσέλου έδωσαν στη μουσική του ένα ατμοσφαιρικό ρομαντικό συναίσθημα, που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους κινηματογραφιστές.

Αν και θα προτιμούσε να τον θυμούνται για το συμφωνικό του έργο, οι μουσικές του για τον κινηματογράφο ήταν αυτές που τον έκαναν πολύ δημοφιλή στην Πολωνία και τον κόσμο. Συνέθεσε μουσική για ταινίες των συμπατριωτών του σκηνοθετών Κρίστοφ Κισλόφσκι, Κζίστοφ Ζανούσι, Κάζιμιρτζ Κουρτς και Αντρέι Βάιντα (περίφημο βαλς του για την ταινία Η Γη της Επαγγελίας). Για να γράψει μουσική για τον κινηματογράφο, ο Κίλαρ έθετε τρία κατά σειρά κριτήρια: το όνομα του σκηνοθέτη, το ύψος της αμοιβής και το σενάριο.

Το 1992 η φήμη του εκτοξεύθηκε παγκοσμίως για τη μουσική της ταινίας του Φράνσις Φορντ Κόπολα Δράκουλας, ενώ την ίδια χρονιά τιμήθηκε από την Αμερικανική Ένωση Συνθετών και Συγγραφέων. Το 2002 συνέθεσε τη μουσική της ταινίας του Ρομάν Πολάνσκι Πιανίστας και κέρδισε το γαλλικό Bραβείο Σεζάρ καλύτερης μουσικής για ταινία.

Ο Βόιτσεχ Κίλαρ πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 2013 στο Κατοβίτσε, σε ηλικία 81 ετών. Κάποτε είχε πει ότι θα ήθελε να τον θυμούνται «ως ένα άνθρωπο, που έδωσε στους ανθρώπους λίγη ευτυχία, ελπίδα, στοχασμό και πίστη». Για 40 χρόνια ήταν νυμφευμένος με την Μπάρμπαρα Κίλαρ, η οποία πέθανε το 2007.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/757

Μιμάρ Σινάν

 Μιμάρ Σινάν (1489 – 1588)

Μιμάρ Σινάν (1489 – 1588)

Διάσημος οθωμανός αρχιτέκτονας, ελληνικής καταγωγής. Διακρίθηκε για τις καινοτομίες που επέφερε στην κοσμική και θρησκευτική αρχιτεκτονική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και γενικότερα του μουσουλμανικού κόσμου. Γεννήθηκε ως Ιωσήφ Δογάνογλου στις 15 Απριλίου 1489 στο χωριό Άγιοι Ανάργυροι της Καππαδοκίας από ελληνορθόδοξους γονείς. Από μικρός εισήλθε στη δουλειά του πατέρα του, που ήταν λιθοξόος και ξυλουργός.

Το 1511 στρατολογήθηκε σε παιδομάζωμα από τους Τούρκους και εντάχθηκε στο σώμα των γενιτσάρων. Υπηρέτησε στο ανάκτορο του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α', ως μαθητευόμενος οικοδόμος, όπου έλαβε το οθωμανικό όνομα Σινάν (Λόγχη). Έπειτα από μία περίοδο αυστηρής εκπαίδευσης, έγινε αξιωματικός του Μηχανικού κι έλαβε το όνομα Μιμάρ (αρχιτέκτονας).

Ο Σινάν ακολούθησε τον οθωμανικό στρατό στις εκστρατείες του σε Αίγυπτο και Περσία και διακρίθηκε στην κατασκευή γεφυρών και οχυρωματικών έργων. Έφθασε στα ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και χρημάτισε επικεφαλής του Πυροβολικού.

Το 1539 σχεδίασε και κατασκεύασε το πρώτο πολιτικό έργο του και για τα επόμενα 40 χρόνια θα αναδειχθεί ως ο κορυφαίος αρχιτέκτονας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ξεχωριστή θέση στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Το πρώτο σημαντικό κτίριο του Σινάν υπήρξε το τέμενος Σεχζαντέ (Sehzade) στην Κωνσταντινούπολη, που ολοκληρώθηκε το 1548.

Επόμενο μεγάλο έργο του υπήρξε το Τέμενος του Σουλεϊμάν (Suleymaniye Camii) στην Κωνσταντινούπολη, που άρχισε να κατασκευάζεται το 1550 και ολοκληρώθηκε το 1557. Είναι βασισμένο στο σχέδιο της Αγίας Σοφίας, που πολύ επηρέασε τον Σινάν. Από πολλούς μελετητές θεωρείται ως το κορυφαίο έργο του και είναι το μεγαλύτερο τζαμί που χτίστηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκτός από τον λατρευτικό χώρο, στον οποίο δεσπόζει ένας τρούλος διαμέτρου 26 μέτρων, περιελάμβανε ένα μεγάλο συγκρότημα με κτίρια κοινωνικού χαρακτήρα. (4 μεντρεσέδες, νοσοκομείο, ιατρική σχολή, μαγειρείο, τραπεζαρίες, στάβλους, λουτρά και καταστήματα).

Ο Σινάν, όμως, θεωρούσε ως το αριστούργημά του το Τέμενος του Σελίμ (Selimiye Camii) στην Αδριανούπολη, που χτίστηκε μεταξύ 1569 και 1575. Το τζαμί αυτό αποτελεί το απαύγασμα της τέχνης του, καθώς έδωσε λύσεις επαναστατικές για την εποχή του, ως προς τη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου, με πρότυπο τη βυζαντινή εκκλησία. Ο τεράστιος τρούλος του στηρίζεται σε οχτώ ογκώδεις κίονες, μεταξύ των οποίων σχηματίζονται εντυπωσιακές κόγχες. Ο κεντρικός τρούλος πλαισιώνεται από τους τέσσερις μιναρέδες, τους υψηλότερους της Τουρκίας.

Στόχος του ήταν να κατασκευάσει ένα τέμενος μεγαλύτερο από την Αγία Σοφία, για να αποστομώσει, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματα του, κάποιους χριστιανούς αρχιτέκτονες, που ισχυρίζονταν ότι κανείς μουσουλμάνος δεν μπορεί να κατασκευάσει υψηλότερο κτίριο από την Αγία Σοφία. Όταν τελείωσε το Τέμενος του Σελίμ, ο Σινάν ήταν 86 ετών και καυχήθηκε ότι κατασκεύασε το υψηλότερο κτίριο στον κόσμου. Αν μετρηθεί από τα θεμέλια του, ο Σινάν έχει δίκιο, αν όμως μετρηθεί από τη βάση του, η Αγιά Σοφιά παραμένει υψηλότερη από το Τέμενος του Σελήμ. Το μοναδικό σωζόμενο έργο του Σινάν στην Ελλάδα είναι το Κουρσούμ Τζαμί ή Τζαμί του Οσμάν Σαχ στα Τρίκαλα.

Στην πολύχρονη καριέρα του, ο αρχιτέκτονας Σινάν σχεδίασε και κατασκεύασε:

  • 94 μεγάλα τεμένη
  • 52 μικρά τζαμιά
  • 57 σχολεία
  • 41 λουτρώνες (χαμάμ)
  • 35 παλάτια (σαράγια)
  • 22 μαυσωλεία
  • 17 δημόσια μαγειρεία και εστιατόρια (μαρέτια)
  • 20 χάνια (καραβανσαράι)
  • 7 ιερατικές σχολές (μεντρεσέδες)
  • 8 μεγάλες γέφυρες
  • 6 υδραγωγεία
  • 3 νοσοκομεία

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έλαβε τους τίτλους Κοτσά (Μεγάλος) και Αγάς. Ο Κοτσά Μιμάρ Σινάν Αγάς πέθανε στις 17 Ιουλίου 1588 και τάφηκε στο Τέμενος του Σουλεϊμάν. Η επιστημονική κοινότητα τον τίμησε, δίνοντας τ' όνομά του σ' έναν κρατήρα του πλανήτη Ερμή.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/249

Αντρέα Καμιλέρι

 Αντρέα Καμιλέρι (1925 – 2019)

Αντρέα Καμιλέρι (1925 – 2019)

Ο Ιταλός συγγραφέας Αντρέα Καμιλέρι είναι γνωστός για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στην Σικελία με ήρωα τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο.

Ο Αντρέα Καμιλέρι γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1925 στο Πόρτο Εμπέντοκλε της Σικελίας. Ξεκίνησε σπουδές φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο, αλλά τις εγκατέλειψε για να σπουδάσει σκηνοθεσία στην Εθνική Σχολή Δραματικών Τεχνών της Ρώμης. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εργαζόμενος ως θεατρικός και τηλεοπτικός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, και καθηγητής.

Ως συγγραφέας γνώρισε την επιτυχία κοντά στα 70 του. Το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε όταν ήταν 53 ετών αλλά δεν έκανε επιτυχία και στη συνέχεια εγκατέλειψε για πολλά χρόνια το γράψιμο για να επανέλθει το 1994 με «Το Σχήμα του Νερού», που είχε ως ήρωα τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο.

Έγραψε περισσότερα από 100 βιβλία, αλλά αυτά με ήρωα τον Μονταλμπάνο έχουν πολλές φορές βρεθεί στην λίστα των μπεστ σέλερ στην Ιταλία, έχουν μεταφραστεί σε 32 γλώσσες και έχουν εμπνεύσει την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά.

Η δημοφιλία τόσο του μανιώδους καπνιστή ιταλού συγγραφέα όσο και του λάτρη του φαγητού Μονταλμπάνο εκτοξεύτηκε μετά το 1999, η δημόσια ραδιοτηλέοραση της Ιταλίας RAI ξεκίνησε να προβάλλει τις περιπέτειες του σικελού επιθεωρητή και στη συνέχεια πούλησε τη σειρά σε όλο τον κόσμο.

Η δράση των βιβλίων με πρωταγωνιστή τον Μονταλμπάνο τοποθετείται σε μια φανταστική πόλη που λέγεται Βιγκάτα, η οποία μοιάζει πολύ με την γενέτειρα του Καμιλέρι, το Πόρτο Εμπέντοκλε, ένα λιμάνι στη νότια Σικελία. Ο τρόπος ζωής των Σικελών και η κουζίνα τους αλλά και η διάλεκτός τους είναι παρόντα σε όλα τα βιβλία με ήρωα τον Μονταλμπάνο.

Ο Καμιλέρι, ο οποίος υπήρξε κάποτε στέλεχος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ήταν δεινός επικριτής τόσο του πρώην πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι όσο και του ηγέτη της ακροδεξιάς «Λέγκας του Βορρά», Ματέο Σαλβίνι.

Σε μια από τις τελευταίες τηλεοπτικές μεταφορές με ήρωα τον Μονταλμπάνο που προβλήθηκε στην Ιταλία τον Φεβρουάριο του 2019 ο επιθεωρητής στέλνει το μήνυμά του υπέρ των μεταναστών πηδώντας στη θάλασσα για να ανασύρει τη σορό ενός μετανάστη.

Ο Αντρέα Καμιλέρι πέθανε στην Ρώμη, στις 17 Ιουλίου 2019, σε ηλικία 93 ετών.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2077

Τζον Κολτρέιν

 Τζον Κολτρέιν (1926 – 1967)

Τζον Κολτρέιν (1926 – 1967)

Αμερικανός συνθέτης και σαξοφωνίστας της τζαζ. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους μουσικούς του 20ου αιώνα, η τέχνη του οποίου ξεπερνά τα όρια της τζαζ. Μαζί με τους Κόλμαν Χόκινς, Λέστερ Γιάνγκ και Σόνι Ρόλινς αποτελούν την «αγία τετράδα» στο τενόρο σαξόφωνο.

Ο Τζον Γουίλιαμς Κολτρέιν (John William Coltrane) γεννήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1926 στο Χάμλετ της Βόρειας Καρολίνας και ήταν γιος ενός ράφτη με μουσικές ανησυχίες και μιας νοικοκυράς. Μεγάλωσε σε πολυμελή θρησκευόμενη οικογένεια και σε μια περιοχή με έντονες τις φυλετικές συγκρούσεις. Έχασε νωρίς τον πατέρα του και η μητέρα του εξαναγκάστηκε να μετακομίσει στο Νιου Τζέρσι για να βρει δουλειά. Ο μικρός Τζον έμεινε σε σπίτι φίλων της οικογένειας και βρήκε αποκούμπι στη μουσική. Έμαθε κλαρινέτο, αλλά γρήγορα στράφηκε στην τζαζ και στο άλτο σαξόφωνο.

Σε ηλικία 19 ετών, ο Τζον κατατάχθηκε στο Ναυτικό, αλλά δεν απομακρύνθηκε από τη μουσική, καθώς απασχολήθηκε στην μπάντα του Ναυτικού στη Χαβάη. Τον επόμενο χρόνο αποστρατεύθηκε κι έκανε διάφορες δουλειές, μέχρι να προσληφθεί στην μπάντα του Ντίζι Γκιλέσπι το 1949. Μαζί του παρέμεινε μέχρι το 1952. Στη συνέχεια δούλεψε με την ορχήστρα του Ιρλ Μπόστικ, του Έντι Βίνσον και το γκρουπ του Τζόνι Χότζες.

Το καλοκαίρι του 1955 αποτελεί κομβικό σημείο στη σύντομη, αλλά μεστή καριέρα του, καθώς δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον τρομπετίστα Μάιλς Ντέιβις και γίνεται μέλος του συγκροτήματός του. Θα παραμείνει μαζί του για περίπου ένα χρόνο, στη διάρκεια του οποίου θα διαμορφώσει το στυλ του και θα πάρει πολύτιμα μαθήματα από τον Μάιλς για το πώς στήνεται και διευθύνεται μια ορχήστρα.

Ο Τζον είχε δύο μεγάλες αδυναμίες, που αποδείχθηκαν καθοριστικές για τη ζωή του: το ποτό και την ηρωίνη. Ο γάμος του με μια αμερικανίδα μουσουλμάνα, την Ναίμα, θα τον βοηθήσει να τα ξεπεράσει, μέσα από το ενδιαφέρον που έδειξε για τη μελέτη και τα διδάγματα του σουφισμού, ενός πνευματικού κινήματος στους κόλπους της Μουσουλμανικής θρησκείας. Το 1957 ο Κολτρέιν δουλεύει με τον μεγάλο πιανίστα Θελόνιους Μονκ. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί το ντεμπούτο άλμπουμ του με τον τίτλο «Blue Train».

Τo 1958 ξανασυναντά τον Μάιλς Ντέιβις και θα παραμείνει μαζί του ως το 1960. Θα συμμετάσχει στις ηχογραφήσεις δύο πολύ σπουδαίων άλμπουμ του (Milestones και Kind of Blue), ενώ κυκλοφορεί το προσωπικό του «Giant Steps». Την εποχή εκείνη αρχίζει να παίζει σοπράνο σαξόφωνο, ένα όργανο ξεχασμένο από τον κόσμο της τζαζ.

Η ριζική αλλαγή στο παίξιμό του σηματοδοτείται με την αποχώρησή του από το γκρουπ του Μάιλς Ντέιβις. Σχηματίζει το περίφημο κουαρτέτο του το 1960 και μετά από μια σειρά δίσκων για την Atlantic υπογράφει με την Impulse, όπου φλερτάρει με μία πιο πειραματική μουσική, επηρεασμένος από τα ινδικά ράγκας και την free-jazz. Στο γκρουπ του συμμετέχουν μουσικοί, όπως ο πιανίστας Μακόι Τάινερ, ο σαξοφωνίστας Ερικ Ντόλφι, ο μπασίστας Ρέτζι Γουόρκμαν και ο ντράμερ Έλβιν Τζόουνς.

Οι κριτικοί διχάζονται. Το καθιερωμένο περιοδικό της τζαζ «Down Beat» χαρακτηρίζει τη μουσική του Κολτρέιν «Αντι-Τζαζ», ενώ στη Γαλλία τον αποδοκιμάζουν μετά από μία συναυλία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο Κολτρέιν να βάλει για λίγο φρένο στις πειραματικές του αναζητήσεις και να κυκλοφορήσει πιο συντηρητικούς δίσκους («Ballads»), ιδίως μετά την αποχώρηση του Ντόλφι.

Το 1964 επανέρχεται δριμύτερος και το κουαρτέτο του (Τζόουνς, Μακόι Τάνερ και Τζίμι Γκάριζον στο μπάσο), ηχογραφεί τον περίφημο δίσκο του «A Love Supreme», που θεωρείται το αριστούργημά του. Πρόκειται για μια τετραμερή σουίτα, διάρκειας 33 λεπτών, μία ωδή στην Πίστη και την αγάπη στον Θεό (όχι κατ' ανάγκη τον Θεό των Χριστιανών). Άλλωστε, ο Κολτρέιν είχε μελετήσει ινδουισμό, καμπάλα, γιόγκα, σούφι, αστρολογία, αφρικανική ιστορία, πυθαγόρειους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Παρότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα απαιτητικό έργο, με στοιχεία ατονικής μουσικής, αποτέλεσε εμπορική επιτυχία για τα μέτρα της τζαζ.

Οι πνευματικές του ανησυχίες θα καθορίσουν και θα χαρακτηρίσουν τη μουσική του έως το τέλος της ζωής του, με άλμπουμ, όπως τα «Meditations», «Ascension» και «Interstellar Space». Ο Τζον Γουίλιαμς Κολτρέιν πέθανε από κίρρωση του ήπατος στις 17 Ιουλίου 1967.

Επιλεγμένη Δισκογραφία

  • Blue Train (1957)
  • Thelonious Monk Quartet with John Coltrane at Carnegie Hall (2005, ηχογραφημένο το 1957)
  • Giant Steps (1960)
  • Coltrane Plays the Blues (1960)
  • My Favorite Things (1960)
  • Olé Coltrane (1961)
  • Live! at the Village Vanguard (1961)
  • Africa/Brass (1961)
  • Ballads (1962)
  • Impressions (1963)
  • Crescent (1964)
  • A Love Supreme (1964)
  • Ascension (1965)
  • Om (1965)
  • Kulu Se Mama (1965)
  • Meditations (1965)
  • Live at the Village Vanguard Again! (1966)
  • Interstellar Space (1974, ηχογραφημένο το 1967)

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/181

Νίκος Καρούζος

 Νίκος Καρούζος (1926 – 1990)

Νίκος Καρούζος (1926 – 1990)

Ο Νίκος Καρούζος ήταν έλληνας ποιητής, από τους πιο αξιόλογους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Χαρακτηρίστηκε «τοξικομανής των λέξεων» και πρόσφερε στην ελληνική ποίηση μια εκστατικότητα λακωνική, μέσα από την ανανέωση του γλωσσικού ιδιώματος. Στις πρώτες του ποιητικές συλλογές διακρίνεται η θετική του στάση απέναντι στην ελληνορθόδοξη παράδοση. Ο Τάκης Σινόπουλος θεωρεί ότι το ποιητικό του έργο εκφράζει την επιθυμία της λύτρωσης του ανθρώπου από την αγωνία της εποχής, «αποδιώχνοντας το άγχος με τη χάρη της αγάπης».

Τα πρώτα χρόνια

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 17 Ιουλίου 1926. Ο πατέρας του Δημήτρης Καρούζος ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο ΕΑΜ και υπέστη διώξεις μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Η μητέρα του Κωνσταντίνα Πιτσάκη ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων, ο Νίκος Καρούζος έδρασε μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε στην Ικαρία (1947). Το 1951 κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη Μακρόνησο, απ’ όπου πήρε απολυτήριο το 1953 ύστερα από νευρικό κλονισμό. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποκήρυξε τη μαρξιστική ιδεολογία, γιατί όπως είχε πει «ο καπιταλισμός έκανε ζώο τον άνθρωπο, ο μαρξισμός έκανε ζώο την αλήθεια».

Μαθητής του 20 στο Γυμνάσιο, έγινε δεκτός το 1945 στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν περάτωσε τις σπουδές του λόγω της πολιτικής του δράσης και της απορρόφησής του από την ποιητική δημιουργία.

Οι πρώτες ποιητικές συλλογές

Στα ελληνικά γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1949 από το περιοδικό «Ο Αιώνας μας» με το ποίημα «Σίμων ο Κυρηναίος». Το 1953 εξέδωσε τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές «Η επιστροφή του Χριστού» και «Νέες Δοκιμές».

Υπήρξε από τους πολυγραφότερους έλληνες ποιητές, ενώ τα λίγα δοκιμιακά κείμενα που παρουσίασε, εκτός από ένα τομίδιο με τίτλο «Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο» (1966), δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά ή σε καταλόγους ζωγραφικών εκθέσεων.

Τα βραβεία

Τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α’ Εθνικό Βραβείο Ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).

Στην προσωπική του ζωή, ο Νίκος Καρούζος νυμφεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε μόλις λίγους μήνες και το 1963 την πιανίστρια Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του τον συντρόφεψε η ζωγράφος Εύα Μπέη.

Ο Νίκος Καρούζος άφησε την τελευταία του πνοή στις 28 Σεπτεμβρίου 1990 στο νοσοκομείο «Υγεία» της Αθήνας, σε ηλικία 64 ετών. Την τελευταία δεκαετία της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Έγραψαν για τον Νίκο Καρούζο

Η πυκνότητα της ποιητικής παραγωγής τού Καρούζου πιστοποιεί τον πηγαίο και άμεσο χαρακτήρα της και τα πλούσια αποθέματά της, αφού η ποσότητα δεν αποβαίνει εις βάρος τής λειτουργικότητας και τής αποτελεσματικότητάς της. Λόγος ελλειπτικός, αλλά βατός και επαρκής, εναλλασσόμενοι τόνοι, που αντιστοιχίζονται με τις διακυμάνσεις του συναισθήματος, εύστοχη διάρθρωση τού ποιήματος, όπου το κυρίαρχο πνεύμα υπερασπίζεται μια λεκτική ευφορία, ευφάνταστη εικονοποιία και η παρεμβολή στοχασμών και απηχήσεων από παράλληλους βίους κατορθώνουν να μας αποδώσουν μια ποίηση, που οι βιωματικοί όροι, οι οποίοι την εμψυχώνουν, υπερβαίνοντας τον υποκειμενικό χαρακτήρα τους, αποκτούν χάρη στη λειτουργικότητα των γλωσσικών μέσων μεταδόσιμη μορφή, όταν ο ποιητής δεν φτάνει, κάποτε αμήχανος, εμπρός στο άφατο, στη μεταφυσική απορία.

Αλέξανδρος Αργυρίου, κριτικός λογοτεχνίας

Από όλους τους ποιητές αυτής της γενιάς, αυτός που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυσκολία ως προς την ένταξή του σε κάποια κατηγορία ή ομάδα είναι ο Νίκος Καρούζος. Υποστηρικτής της Αριστεράς κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου πολέμου και για καιρό αργότερα, ο Καρούζος απέφυγε τη φανερή δέσμευση και την ανοικτή, δημόσια έκφραση, που υιοθέτησαν τόσοι σύγχρονοί του σοσιαλιστές. Στην τελευταία δεκαετία της ζωής του αποκήρυξε το Μαρξισμό στο σύνολό του: «ο καπιταλισμός έκανε ζώο τον άνθρωπο, ο μαρξισμός έκανε ζώο την αλήθεια» . Η σχέση του με τον Υπερρεαλισμό είναι επίσης θολή και έχει προκαλέσει ζωηρά και διιστάμενα σχόλια. Εξάλλου, ο Καρούζος έχει ποικιλοτρόπως χαρακτηρισθεί: άλλοτε ως θρησκευτικός, και άλλοτε ως φιλοσοφικός ποιητής. Πάντως, αν και συχνά αναφέρεται στην ορθόδοξη παράδοση, αυτό που φαίνεται να γυρεύει ο Καρούζος είναι μάλλον η βουβή κατάδυση στον κόσμο των υπαρκτών αντικειμένων παρά η υπέρβασή του[...] Η ποίηση του Καρούζου, με διάφορους τρόπους, αποτίει φόρο τιμής στον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη. 0 ποιητικός λόγος που αναπτύσσεται είναι πυκνός και συχνά καταφεύγει στις παρηχήσεις. Στην πιο πρόσφατη ποίησή του κυρίαρχη φιγούρα είναι η Σελήνη. Ακόμα κι όταν προβάλλει ο ήλιος, το φως του διαθλάται, διαχέεται ή διαλύεται.

Ρόντρικ Μπίτον, καθηγητής νεοελληνικής ιστορίας και λογοτεχνίας στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου

Άνθρωπος μεσογειακής ανησυχίας, ποιητής με υπερεαλι­στικές κλίσεις, που επιδιώκει να τις εντάξει σ’ ένα σύστημα κι ένα κόσμο υπέρ τον ρεαλισμό, κυκλώνει τα αισθήματα μέσα του και τα πράγματα γύρω του έτσι, ώστε να μπορεί κανείς να πει για τον ποιητή αυτόν, ότι «θεολογεί» (μιλάει, δηλαδή, για το θεό) με πρώτη ύλη το «χώμα». Έτσι ο ανθρωπομορφισμένος Χριστός μπορεί να προσηλώνεται και σ’ άλλους, λιγότερο μεταφυσικούς, περισσότερο γήινους σταυρούς[...] Από τη δεκαετία του ’70 γίνεται εντονότερη στο έργο του και μια αντιδικία, θα έλεγα, με το σύγχρονο κόσμο, που είναι ο "πειρασμός” του. Αβοήθητος, επειδή το θέλει, από τους άλλους, πολεμάει εναντίον του «μαύρου» μόνος του, σα να μην εμπιστεύεται κανέναν. Στο έργο του γίνεται αισθητή μια αντιπαράθεση: αυτός και οι άλλοι. Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι ολότελα αυθαίρετη. Την υπαγορεύει η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη σύγχρονη πόλη, που είναι και το θέατρο της αντιπαράθεσης του ποιητή.

Μιχάλης Μερακλής, καθηγητής λαογραφίας και κριτικός λογοτεχνίας

Το θείο αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής του Νίκου Καρούζου και ταυτίζεται με την ορθόδοξη πίστη. Αλλά ο Καρούζος δεν είναι ποιητής θρησκευτικός, όπως μερικοί νόμισαν· είναι ποιητής που ζώντας τα καθημερινά προβλήματα της ζωής δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει έξω από τη θρησκευτική κληρονομιά που αποτελεί την ουσία της αίσθησης του. Παρ' όλη την εξοικείωσή του με τους Μπαχ, Μάλερ, Μοντιλιάνι, Κάφκα, Κίρκεγκαρντ, (για να περιοριστώ σε ονόματα που αναφέρονται στα ποιη­τικά κείμενά του), η ορθόδοξη παράδοση είναι γι’ αυτόν μια θεμελιώδης και αναντικατάστατη πνευματική δύναμη που τον θωρακίζει απέναντι στη δυτική αυθάδεια.
- Μάριο Βίτι, ιταλός καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βιτέρμπο.

Μια από τις πιο ιδιότυπες φωνές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο Καρούζος (1926-1990) θα ξεκινήσει την ποιητική του διαδρομή από το κατάλυμα της θρησκευτικής πίστης, για να υιοθετήσει βαθμιαία το πνεύμα μιας θεμελιακής αμφισβήτησης: κάνοντας την αρχή από το γκρέμισμα των ουράνιων και των επίγειων θεών, θα φτάσει αργότερα μέχρι την προκήρυξη για την ανάγκη μιας επαναστατικής ανάστασης του κόσμου. Ο Καρούζος δεν είναι, βεβαίως, ούτε συνηθισμένος πιστός ούτε κλασικός επαναστάτης. Με κέντρο έκφρασής του τη γλώσσα, ο ποιητής υπονομεύει εκ των ένδον τις παραδοχές τόσο του πιστού όσο και του επαναστάτη, αποκαλύπτοντας το ίδιο πάντοτε θέμα: την καταστρατηγημένη υπόσταση της καθημερινής ύπαρξης η οποία βασανισμένη από την αδυναμία της να βρει ένα στήριγμα σε έναν πολλαπλά τραυματικό περίγυρο, υποχρεώνεται σε μια άσκοπη και συνάμα εξαιρετικά οδυνηρή περιδίνηση. Στις πρώτες ποιητικές συλλογές του, που δημοσιεύονται στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Καρούζος βάζει στο κέντρο της θεματικής του το υπαρξιακό άγχος και αγκαλιάζει σε φιλοσοφικό επίπεδο τον Σωκράτη, τον Ηράκλειτο και τον Κίρκεγκωρ, αντλώντας εκ παραλλήλου σύμβολα από την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση και από την αρχαιοελληνική μυθολογία - κοιτίδες από τις οποίες ο Καρούζος θα αποσπάσει και θα αναπλάσει τις μορφές του Χριστού και του Προμηθέα. Κι εδώ διακρίνουμε όχι μόνο τη θρησκευτική του πίστη, αλλά και ίχνη από το κατοπινό επαναστατικό του φρόνημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στις πρώτες συλλογές του ο Καρούζος είναι ένας ανεσταλμένος λυρικός: ένας λυρικός που μαγεύεται από τα χρώματα και τη φύση, που ξέρει πώς να δοξάσει απεριόριστα τον θεό του, μολονότι η αχλή του φόβου του θανάτου έρχεται συχνά πυκνά να σκιάσει τον αναθηματικό του λόγο και να υποσκελίσει τη λατρεία του. Γι’ αυτό και ο Καρούζος σπεύδει να παρεμβάλει στις δοξαστικές αποστροφές του χθόνιες λέξεις και εικόνες μαζί με παράταιρα, στριγκά ακούσματα που επιδιώκουν να προλάβουν το λυρικό ξέσπασμα και να μεταμορφώσουν την έξαρση των αισθημάτων σε έξαρση του κενού. Είναι ένα κενό, το οποίο θα αρχίσει να αποκτά τερατώδεις διαστάσεις ύστερα από τον τερματισμό της πρώτης περιόδου του ποιητή. Η ύπαρξη θα βρεθεί εφεξής στο σημείο μηδέν και η γλώσσα θα σημάνει πλέον τον κώδωνα του κινδύνου για την τύχη της ίδιας της ποίησης.
- Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, κριτικός λογοτεχνίας.



Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2366

Η Συνδιάσκεψη του Πότσνταμ

 Ο Κλίμεντ Άτλι, ο Χάρι Τρούμαν και ο Ιωσήφ Στάλιν στη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ.

Ο Κλίμεντ Άτλι, ο Χάρι Τρούμαν και ο Ιωσήφ Στάλιν στη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ.

Η τελευταία διασυμμαχική διάσκεψη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που καθόρισε την τύχη της ηττημένης Γερμανίας και τις διαδικασίες για τις μελλοντικές συνθήκες ειρήνης στην Ευρώπη.

Πραγματοποιήθηκε από τις 17 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου 1945 στο προάστιο Πότσνταμ του ερειπωμένου Βερολίνου και συγκεκριμένα στο παλάτι Σεσίλιενχοφ, έδρα του διαδόχου του γερμανικού θρόνου Γουλιέλμου Χοετζόλερν. Συμμετείχαν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, Ιωσήφ Στάλιν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν και ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Γουίνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος στην πορεία αντικαταστάθηκε από τον Κλίμεντ Άτλι, μετά την ήττα τού Τσόρτσιλ στις εκλογές της 5ης Ιουλίου, τα αποτελέσματα των οποίων ανακοινώθηκαν στις 26 Ιουλίου.

Ήδη από την έναρξη της συνδιάσκεψης υπό την προεδρία του αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν προέκυψαν αρκετά και σοβαρά προβλήματα. Ο Στάλιν απέρριψε κάθε ανάμιξη των Δυτικών στην Πολωνία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία, υπενθυμίζοντας στους συμμάχους την επιρροή τους στην Ιταλία και την Ελλάδα. Επιπροσθέτως, υποστήριξε την αποκοπή του Αζερμπαϊτζάν από το Ιράν και την ένταξή του στην ΕΣΣΔ.

Η στάση αυτή του Στάλιν οδήγησε σε αλλεπάλληλες κρίσεις τη συνδιάσκεψη, η οποία αντιμετώπισε κίνδυνο ολοκληρωτικής αποτυχίας, μέχρι τη στιγμή που ο αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, Τζέιμς Μπερνς, με πρότασή του έκανε εφικτό κάποιο συμβιβασμό. Σύμφωνα μ’ αυτόν, η ΕΣΣΔ αποσύρει κάποιες απαιτήσεις της, δηλαδή επιρροή στη Λιβύη, ελεύθερη πρόσβαση στη Μεσόγειο και διεθνοποίηση του Ρουρ. Από την άλλη, οι δυτικές δυνάμεις μένουν χωρίς κανένα δικαίωμα επέμβασης στη σοβιετική σφαίρα επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη.

Στο Πότσνταμ αποφασίστηκε να τεθούν σε εφαρμογή οι τέσσερις ζώνες κατοχής της Γερμανίας (Αγγλική, Αμερικανική, Σοβιετική και Γαλλική), οι οποίες είχαν αποφασιστεί στη Διάσκεψη τής Γιάλτας. Το Βερολίνο, η Βιέννη και η Αυστρία χωρίστηκαν, επίσης, σε τέσσερις ζώνες και δημιουργήθηκε μία επιτροπή ελέγχου των τεσσάρων συμμάχων, προκειμένου να ρυθμίζει τα θέματα που αφορούσαν συνολικά στη Γερμανία και στην Αυστρία.

Στη συνδιάσκεψη προσδιορίστηκαν οι πολιτικές και οικονομικές αρχές, οι οποίες έπρεπε να διέπουν την κατοχή της Γερμανίας, όπως ο αφοπλισμός, η αποστρατιωτικοποίηση, οι δίκες των εγκληματιών πολέμου, η αποναζιστικοποίηση, η αποκέντρωση, ο εκδημοκρατισμός και οι πολεμικές επανορθώσεις.

Αποφασίστηκε, επίσης, να περιέλθει ένα τμήμα τής Ανατολικής Πρωσίας στην ΕΣΣΔ (στην οποία προσαρτήθηκε η Καινιξβέργη, σημερινό Καλίνινγκραντ) και το υπόλοιπο στην Πολωνία, ενώ τα εδάφη ανατολικά της Γραμμής Όντερ - Νάισε τέθηκαν υπό την προσωρινή διοίκηση της Πολωνίας. Οι Αγγλοαμερικανοί αρνήθηκαν στον Στάλιν το δικαίωμα ελέγχου στα Δαρδανέλια. Έτσι, ενώ το 1937 η Γερμανία είχε έκταση 471.067 τ. χλμ, τώρα περιορίζεται στα 356.678 τ. χλμ.

Στο πλαίσιο της συνδιάσκεψης υπογράφηκε στις 26 Ιουλίου 1945 η διακήρυξη του Πότσνταμ από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και την Κίνα, βάσει της οποίας απαιτήθηκε άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας, που συνέχιζε τον πόλεμο. Με το τελεσίγραφο συντάχθηκε και η Σοβιετική Ένωση, που βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιαπωνία. Η ιαπωνική κυβέρνηση το απέρριψε, αλλά τελικά συνθηκολόγησε στις 10 Αυγούστου, έπειτα από τους δύο ατομικούς βομβαρδισμούς και την είσοδο της ΕΣΣΔ στον πόλεμο.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/948

Σύλβα Ακρίτα: Η πρώτη γυναίκα βουλευτής του ΠΑΣΟΚ

 Σύλβα Ακρίτα (1928 – 2025)

Σύλβα Ακρίτα (1928 – 2025)

Η Σύλβα Ακρίτα (Γιαβάσογλου το πατρικό της επώνυμο) ήταν ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ και η πρώτη γυναίκα που εξελέγη βουλευτής του Κινήματος. Διετέλεσε βουλευτής του ΠΑΣΟΚ (1974-1977, 1981-1996) και υπηρέτησε ως υφυπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1986-1988) στη δεύτερη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Από τον γάμο της με τον Κύπριο λογοτέχνη και πολιτικό Λουκή Ακρίτα (1908-1965) απέκτησε μια κόρη, την Έλενα Ακρίτα, δημοσιογράφο, συγγραφέα και βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ.

Η Σύλβα Ακρίτα γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου 1928 στη Θεσσαλονίκη από γονείς μικρασιατικής καταγωγής, τον βιομήχανο υφασμάτων και πολιτικό Κωνσταντίνο Γιαβάσογλου (1886-1977) και τη Λουκία Ρουσσίδη. Ο πατέρας της διετέλεσε γερουσιαστής Θεσσαλονίκης με το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου (1929-1935) και μεταπολεμικά βουλευτής του Ελληνικού Συναγερμού του Αλέξανδρου Παπάγου (1952-1956), στην κυβέρνηση του οποίου υπηρέτησε ως υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας (1954-1955).

Η Σύλβα Ακριτα σπούδασε κοινωνική λειτουργός και το 1954 παντρεύτηκε τον Λουκή Ακρίτα, που ήταν γενικός γραμματέας και βουλευτής της ΕΠΕΚ. Ο Λουκής Ακρίτας, ως Υφυπουργός Παιδείας της Ένωσης Κέντρου, υπήρξε από τους πρωτεργάτες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης το 1964. Συνεργάστηκε με τον σύζυγό της στο περιοδικό «Κόσμος, Επιστήμη, Ζωή» και μετά τον θάνατο του, ήταν η μόνη γυναίκα υποψήφια βουλευτής της Ένωσης Κέντρου σε όλη την Ελλάδα.

Κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας οργανώθηκε στην αντιδικτατορική οργάνωση Πατριωτικό Μέτωπο. Για τη δράση της αυτή συνελήφθη από το καθεστώς των συνταγματαρχών και καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών (15-21 Νοεμβρίου 1967) σε κάθειρξη 10 ετών με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509 του 1947.

Το 1974 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ και την ίδια χρονιά εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής στο Υπόλοιπο του πρώην Δήμου Αθηναίων (μετέπειτα Β' Αθήνας) με το ψηφοδέλτιο του Κινήματος στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου. Επανεξελέγη στην ίδια εκλογική περιφέρεια στις εκλογές του 1981, 1985, 1989 (Ιούνιο και Οκτώβριο) και 1990. Στις εκλογές του 1993 εξελέγη με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. Κατά τη διάρκεια της βουλευτικής της θητείας διετέλεσε κοσμήτορας του Προεδρείου της Βουλής, πρόεδρος των Διεθνών Σχέσεων της Βουλής και εκπρόσωπος στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Το 1984 εξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ. Στις 30 Ιουλίου 1989, η Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ την εξέλεξε γραμματέα στον Κοινοβουλευτικό Τομέα Εργασίας του υπουργείου Πολιτισμού. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1989 εξελέγη μέλος (αναπληρωτής γραμματέας) του προεδρείου της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ και στις 29 Νοεμβρίου στη ψηφοφορία που έγινε από τη ΚΟ του ΠΑΣΟΚ που προέκυψε από τις εκλογές της 5ης Νοεμβρίου, επανεξελέγη μέλος του προεδρείου της νέας Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος. Στις 18 Δεκεμβρίου 1989, ως μέλος του προεδρείου της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ, ορίστηκε επικεφαλής του Τομέα Κοινωνικών Υποθέσεων με αρμοδιότητα στα υπουργεία Υγείας-Πρόνοιας, Εργασίας και Μεταφορών.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1990, στο 2ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, επανεξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, αλλά την 1η Νοεμβρίου δεν κατάφερε να εκλεγεί μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου, αν και υποδείχθηκε από τον πρόεδρο του κόμματος, Ανδρέα Παπανδρέου. Στις 17 Απριλίου 1994, στο 3ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, επανεξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος.

Η Σύλβα Ακρίτα υπηρέτησε ως υφυπουργός Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από τις 31 Οκτωβρίου 1986 έως τις 22 Ιουνίου 1988, στη δεύτερη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Κατά τη διάρκεια της υπουργικής της θητείας προώθησε το νομοσχέδιο για την απόσβεση των χρεών των προσφύγων που εκκρεμούσε για πολλές δεκαετίες και εκσυγχρόνισε τον τομέα της Πρόνοιας με μια σειρά από πρωτοπόρες παρεμβάσεις για την οικογένεια, τα άτομα με αναπηρία και τους ηλικιωμένους.

Η Σύλβα Ακρίτα πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου 2025, σε ηλικία 97 ετών. «Μια μαχητική γυναίκα που αγωνίστηκε με θάρρος απέναντι στη χούντα, που διεκδίκησε με πείσμα τα δικαιώματα των γυναικών, που με όραμα και βαθιά κοινωνική ευαισθησία υπερασπίστηκε τη μείωση των ανισοτήτων και τη δημοκρατική λογοδοσία. Η Σύλβα Ακρίτα δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την πολιτική ως απλή διαχείριση, αλλά την υπηρέτησε με πάθος για να ανοίξουν δρόμοι κοινωνικής δικαιοσύνης και προόδου» υπογράμμισε στην συλλυπητήρια δήλωσή του ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/3365

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ