To translate the text and lyrics into any language, you will find the relevant icon at the top of the right column (above the icon of the Virgin Mary).
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού (εικόνα πάνω)
Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης στις25 Μαρτίου1821, οι Τούρκοι έλαβαν προληπτικά μέτρα στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορία, όπου κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί και δεν είχαν επαναστατήσει. Από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο εκδηλώθηκαν διωγμοί σε περιοχές της Μικράς Ασίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Κυδωνίες και Έφεσος) και της Κύπρου, που αποσκοπούσαν στην τρομοκράτηση των ραγιάδων και την εξόντωση των ηγετών τους.
Η Κύπρος με τη στρατηγική της θέση ανάμεσα στη Μικρά Ασία και την Εγγύς Ανατολή, δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Στη μεγαλόνησο εκείνη την εποχή κατοικούσαν 80.000 Έλληνες και 20.000 Τούρκοι. Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ γνώριζε ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν είχαν την πρόθεση να εξεγερθούν παρά την αριθμητική τους υπεροχή. Για πολλά χρόνια είχαν επιδείξει νομιμοφροσύνη, όπως αναφέρει το τουρκικό διάταγμα που στάλθηκε στη νήσο για τον αφοπλισμό τους.
Άλλωστε και η Φιλική Εταιρεία είχε εξαιρέσει την Κύπρο από την Επανάσταση, επειδή βρισκόταν μακριά από τις εστίες των πολεμικών επιχειρήσεων και το ελληνικό ναυτικό δεν μπορούσε να υποστηρίξει τον ξεσηκωμό του νησιού. Η συνεισφορά της Κύπρου συνίστατο σε χρήμα και έμψυχο δυναμικό, όπως μαρτυρά επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αρχιεπίσκοπο της Κύπρου Κυπριανό, στις 8 Οκτωβρίου 1820, που τον ευχαριστεί για τα χρήματα που συγκέντρωσε από εράνους των κατοίκων του νησιού.
Παρόλα αυτά, για καθαρά προληπτικούς λόγους, στις 3 Μαΐου 1821, αποβιβάστηκαν στην Κύπρο 4.000 τούρκοι στρατιώτες από τη Συρία και την Παλαιστίνη. Μετά την ολοκλήρωση του αφοπλισμού των Ελλήνων, ο μουτεσελίμης Κιουτσούκ Μεχμέτ συνέταξε ένα κατάλογο 486 επιφανών Κυπρίων με επικεφαλής των αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και διαμήνυσε στον σουλτάνο ότι σε τίποτα δεν ωφελεί ο αφοπλισμός ενόσω μένουν στη ζωή οι αναφερόμενοι στον κατάλογο, επειδή με τον πλούτο και τις διασυνδέσεις τους στην Ευρώπη μπορούν να προμηθευτούν όπλα και εφόδια και να προκαλέσουν εξέγερση στο νησί.
Advertisement
Η Υψηλή Πύλη έδωσε τη συγκατάθεσή της στη σφαγή όλων των προσώπων του καταλόγου και τη δήμευση της περιουσίας τους, εκτός κι αν αποφάσιζαν να αλλαξοπιστήσουν. Το σχέδιο τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή. Οι πρόκριτοι κλήθηκαν στη Λευκωσία δήθεν για διαβουλεύσεις και τέθηκαν υπό κράτηση, ενώ οι περισσότεροι συνελήφθησαν στους τόπους διαμονής τους, στις 12 Ιουνίου 1821, κατά τη διάρκεια της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας. Από τους 486 προγραμμένους Ελληνοκύπριους μόνο 16 κατόρθωσαν να διαφύγουν. Οι υπόλοιποι ρίχτηκαν στα μπουντρούμια και περίμεναν την ημέρα της θανάτωσής τους.
Οι εξελίξεις πιθανόν επιταχύνθηκαν από την κυκλοφορία επαναστατικών προκηρύξεων στη Λάρνακα από τον αρχιμανδρίτη Θεόφιλο Θησέα και από την εμφάνιση ελληνικών πλοίων δυτικά της Κερύνειας, με επικεφαλής, σύμφωνα με μία παράδοση, τον Κωνσταντίνο Κανάρη.
Στις 9 Ιουλίου 1821, ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός απαγχονίστηκε στην πλατεία Διοικητηρίου της Λευκωσίας κάτω από μία μουριά, ενώ την ίδια ημέρα καρατομήθηκαν οι τρεις μητροπολίτες της Κύπρου, ο Πάφου Χρύσανθος, ο Κιτίου Μελέτιος και ο Κυρηνίας Λαυρέντιος, καθώς και άλλοι κληρικοί. Την επομένη και ως τις 14 Ιουνίου αποκεφαλίστηκαν και οι υπόλοιποι του καταλόγου, εκτός από 36 που αλλαξοπίστησαν.
Χρόνια αργότερα, μεταξύ 1884 και 1895, ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) έγραψε το επικό ποίημα «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», όπου αναφέρεται στα τραγικά γεγονότα εκείνων των ημερών.
Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψη, κανένας, γιατί σιέπει την που τ’ άψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!
Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν, κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια, αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια. Το ‘νιν αντάν να τρώ’ την γην τρώει την γην θαρκέται, μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται.
Πρόκειται για τους πιο γνωστούς στίχους του Βασίλη Μιχαηλίδη, από το έργο του «η 9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρω». Περιγράφοντας τη νύχτα πριν ξημερώσει η τραγική 9η Ιουλίου αλλά και τον διάλογο του Αρχιεπισκόπου με τον Κιουτσούκ Μεχμέτ, ο ποιητής προβάλει το νόημα της Ρωμιοσύνης αλλά και την αυτοθυσία του Κυπριανού. Η απροσδόκητη ποιότητα του ποιήματος του καθώς και η άριστη χρήση της κυπριακής διαλέκτου τον κατέστησαν στη συλλογική μνήμη της Κύπρου ως τον κορυφαίο της ποιητή.
Ο Βασίλης Χατζημιχαήλ, Μιχαηλίδης
Γεννήθηκε το 1849 στο Λευκόνοικο της Λεμεσού, από μία φτωχή αγροτική οικογένεια. Γονείς του ήταν ο Χατζής Μιχαήλ Χαραλάμπους και η και η Αννέττα Κονόμου. Το επίθετο Μιχαηλίδης το υιοθέτησε πολύ αργότερα, για άγνωστους σήμερα λόγους. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον θείο του Χρύσανθο Παπακονόμου, ποιητή και ζωγράφο, στο Δάλι. Στα 12 του ο πατέρας του τον έστειλε στη Λευκωσία για να παρακολουθήσει μαθήματα αγιογραφίας. Ζούσε με τον θείο του Γιάννη Οικονομίδη, αργότερα μητροπολίτη Κιτίου. Λέγεται, πως ο νεαρός Βασίλης είχε τόσο μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική που κάποια στιγμή ζωγράφισε ένα πιάτο αυγά και το τοποθέτησε στο τραπέζι. Ο θείος του δεν κατάλαβε πως ήταν ζωγραφιά και πήρε πιρούνι να φάει το έργο τέχνης. Τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στην Αρχιεπισκοπή. Η αγιογραφία δεν τον οδήγησε πουθενά και ο ίδιος απέτυχε να λάβει ανώτερη σχολική μόρφωση. Κατά την εκεί παραμονή του γνωρίστηκε με τον Γιώργο Βιζυηνό, με τον οποίο συναγωνιζόταν στην ποίηση.
Όταν ο θείος του χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κιτίου, πήρε μαζί του στη Λάρνακα τον Βασίλη Μιχαηλίδη. Εκεί για πρώτη φορά παρουσίασε το ποιητικό του ταλέντο και μετά από προτροπή του του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Θεόδουλου Κωνσταντινίδη ο Μιχαηλίδης δημοσίευσε τα πρώτα του έμμετρα κείμενα στον Πυθαγόρα της Σμύρνης το 1873.
Από τη Λάρνακα στην Ιταλία
Γύρω στο 1874 συνειδητοποιεί πως δεν επιθυμεί να ζει πλέον υπό τη σκιά του δεσποτικού του θείου αλλά και πως πρέπει να βρει μία δουλειά. Για αυτό του ζητάει χρήματα, ώστε να πάει στην Ιταλία να σπουδάσει. Ο θείος του αρνείται με τη δικαιολογία πως όχι μόνο δεν ξέρει τη γλώσσα για να σπουδάσει στην ξένη χώρα αλλά καλά-καλά δεν έχει μία ανώτερη μόρφωση για να προχωρήσει στην ανώτατη.
Η Ευτέρπη Μιχαηλίδου-Αραούζου για την οποία έγραψε την Ανεράδα
Όμως ο Βασίλης Μιχαηλίδης, βρίσκει τα χρήματα και ταξιδεύει. Με κάποιο τρόπο από την Ιταλία μεταβαίνει στην Ελλάδα, όπου παίρνει μέρος στον Θεσσαλικό αγώνα το 1877. Επιστρέφει στην Κύπρο ως ήρωας, αλλά άρρωστος κι απένταρος. Τα όνειρά του για έξοδο από την Κύπρο αλλά και για σπουδές, σβήνουν για πάντα. Εγκαθίσταται στη Λεμεσό και εργάζεται ως υπάλληλος στο παράρτημα της Μητρόπολης.
Ο αλκοολισμός
Με την εγκατάστασή του στη Λεμεσό ξεκινά τις νέες ποιητικές του συλλογές, γράφει σε εφημερίδες, κάνει πολιτικά και σατιρικά σχόλια ενώ προσπαθεί να φανεί το όνομά του δίπλα στα ονόματα άλλων διανοουμένων της εποχής.
Η αλλαγή επαγγελμάτων όμως –υπάλληλος στο Δημαρχείο, νοσοκόμος στο πτωχοκομείο, επόπτης σε σφαγείο και φαρμακοποιός – δεν ευνοούν την ήδη ασταθή ψυχολογική του κατάσταση και για να «ξεφύγει» το ρίχνει στο αλκοόλ.
Τα ποιήματα που παραδίδει εκείνη την περίοδο είναι μέτρια.
Όμως όσο προχωράει η επιδείνωση της υγείας του, τόσο κάπως απροσδόκητα ο Βασίλης Μιχαηλίδης μεγαλουργεί παραδίδοντας την «Ανεράδα» – που έγραψε μετά από τη μεγάλη ερωτική απογοήτευση για την Ευτέρπη Μιχαηλίδου-Αραούζου- την «9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρου» και τη «Χιώτισσα».
Ο Βασίλης Μιχαηλίδης (στο μέσον) με τους τρόφιμους του Πτωχοκομείου Λεμεσού το 1916, λίγο πριν πεθάνει. Στο άκρο δεξιά η διευθύντρια Στυλιανή Πισήρη στα χέρια της οποίας ξεψύχησε ο ποιητής ομολογώντας της τον μεγάλο του έρωτα και ζητώντας της να βάλει στο φέρετρο του ένα ξερό λουλούδι που του έδωσε η Ευτέρπη όταν επισκέφτηκε το Πτωχοκομείο ως πρώτη κυρία Λεμεσού και το έκρυβε σαν ακριβό φυλακτό. (Πηγή: Λεμεσός Ταξίδι στους χρόνους μιας πόλης)
Το 1910 σταματά η περίπου 30χρονη επαγγελματική του πορεία στο πτωχοκομείο και το 1916 εισάγεται ο ίδιος. Μοναχικός και πλήρως εξαρτημένος από το ποτό αφήνει την τελευταία του πνοή στις 8 Δεκεμβρίου 1917.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου