Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Αντιδράσεις στη Βρετανία μετά από δηλώσεις του Βανς για δολοφονία φοιτητή και τη μεταναστευτική πολιτική

 Έντονες αντιδράσεις προκάλεσαν στη Βρετανία οι δηλώσεις του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος συνέδεσε τη δολοφονία του 18χρονου φοιτητή Χένρι Νόβακ με τη μεταναστευτική πολιτική ευρωπαϊκών χωρών, κάνοντας λόγο για «παρακμή του δυτικού πολιτισμού».


Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, ο Βανς υποστήριξε ότι ο θάνατος του νεαρού αποτελεί αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών των ευρωπαϊκών ελίτ και κάλεσε σε «δίκαιη οργή» για την υπόθεση.

Η δολοφονία του Χένρι Νόβακ σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 στο Σαουθάμπτον της νότιας Αγγλίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο 23χρονος Βίκραμ Ντίγκουα μαχαίρωσε τον φοιτητή και στη συνέχεια φέρεται να παραπλάνησε τις αρχές υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος ήταν το θύμα και ότι είχε δεχθεί ρατσιστική επίθεση.

Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη δημόσια συζήτηση στη Βρετανία και έχει αξιοποιηθεί από κύκλους που ασκούν κριτική στη μεταναστευτική πολιτική της χώρας. Ανάμεσα σε όσους έχουν τοποθετηθεί δημόσια βρίσκεται και ο επιχειρηματίας Ίλον Μασκ, ο οποίος έχει επανειλημμένα σχολιάσει την αστυνομική διαχείριση του περιστατικού.

Τις προηγούμενες ημέρες το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε επίσης ανησυχίες για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τις βρετανικές αρχές. Ο Βανς αποτελεί τον υψηλότερα ιστάμενο αξιωματούχο της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ που έχει παρέμβει δημόσια στο ζήτημα.

Η βρετανική κυβέρνηση απέρριψε τις αμερικανικές επικρίσεις. Εκπρόσωπος του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ δήλωσε ότι έχουν καταγραφεί προσπάθειες εξωτερικής παρέμβασης στη βρετανική δημοκρατία και υποκίνησης κοινωνικών διαιρέσεων.

Παράλληλα, επισήμανε ότι η οικογένεια του Χένρι Νόβακ έχει ζητήσει να μην χρησιμοποιηθεί η δολοφονία του για την ενίσχυση της κοινωνικής έντασης, του μίσους ή του διχασμού.

Ο ίδιος ο Στάρμερ είχε κατηγορήσει μία ημέρα νωρίτερα τον Ίλον Μασκ ότι επιχειρεί να οξύνει τις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις στη Βρετανία μέσω των δημόσιων παρεμβάσεών του για την υπόθεση.


                          Πηγή

Αλεξάντρ Πούσκιν: Ο μεγαλύτερος ποιητής που ανέδειξε η Ρωσία

Πορτραίτο του Αλεξάντρ Πούσκιν από τον Ορέστ Κιπρένσκι το 1827.

Ο Αλεξάντρ Πούσκιν ήταν ρώσος ποιητής, δραματουργός και πεζογράφος. Θεωρείται ο μεγαλύτερος ποιητής που ανέδειξε η Ρωσία και ο θεμελιωτής της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας. «Ο Πούσκιν είναι ένα φαινόμενο, σπάνιο, μοναδικό ίσως φαινόμενο του ρωσικού πνεύματος. Είναι ο κοινός Ρώσος στην πορεία της ανάπτυξής του, όπως θα παρουσιαστεί, πιθανόν, ύστερα από διακόσια χρόνια» είχε πει ο λογοτεχνικός του διάδοχος Νικολάι Γκόγκολ.

Στα πρώτα έργα του, που εντάσσονται στη ρομαντική λογοτεχνική παράδοση, είναι εμφανής η επίδραση του λόρδου Βύρωνα, αλλά πολύ γρήγορα ο Πούσκιν βρήκε το στίγμα του και άντλησε έμπνευση από τη ρωσική φύση και την ψυχή του ρωσικού λαού, όχι μόνο της πόλης, αλλά και του χωριού και της στέπας. Εκτός του Γκόγκολ, άσκησε τεράστια επίδραση σε σπουδαίους ρώσους συγγραφείς, όπως ο Τουργκένιεφ, ο Ντοστογιέφσκι και ο Τολστόι.

Ο Αλεξάντρ Πούσκιν γεννήθηκε στη Μόσχα στις 26 Μαΐου 1799 (6 Ιουνίου με το νέο ημερολόγιο). Ο πατέρας του Σεργκέι Πούσκιν καταγόταν από παλαιά οικογένεια βογιάρων και η μητέρα του Νάντια Χάνιμπαλ ήταν εγγονή του Αμπράμ Χάνιμπαλ, ενός αιθίοπα ευγενή που υιοθετήθηκε από τον Μέγα Πέτρο και πολέμησε μαζί του. Ο Πούσκιν απαθανάτισε τον προπάππου του στο ημιτελές μυθιστόρημά του «Ο Αράπης του Μεγάλου Πέτρου», που εκδόθηκε μετά τον πρόωρο θάνατό του.

Τα πρώτα χρόνια

Ο νεαρός Πούσκιν μεγάλωσε ακούγοντας από τη γιαγιά του διηγήσεις για τους προγόνους του και λαϊκά παραμύθια από την γκουβερνάντα του. Διάβαζε πολύ στη βιβλιοθήκη του πατέρα του και δέχτηκε πολλά ερεθίσματα από τους διανοουμένους που επισκέπτονταν συχνά την οικογένειά του.

Advertisement

Το δωμάτιο του Πούσκιν όταν ήταν μαθητής στο Αυτοκρατορικό Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό
Το δωμάτιο του Πούσκιν όταν ήταν μαθητής στο Αυτοκρατορικό Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό
Το 1811 άρχισε να φοιτά στο Αυτοκρατορικό Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό (αργότερα μετονομάστηκε σε Πούσκιν), όπου η εκπαιδευτική αντίληψη διαπνεόταν από τις ιδέες του Διαφωτισμού και τις φιλελεύθερες τάσεις των πρώτων χρόνων της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α’. Την εποχή εκείνη άρχισε τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία, γράφοντας ποιήματα στο ύφος του ρομαντισμού.

Ενώ φοιτούσε ακόμη στο Λύκειο άρχισε να γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, το ρομαντικό ποίημα «Ρουσλάνος και Λουντμίλα», που εκδόθηκε το 1820 και αργότερα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον συνθέτη Μόντεστ Μουσόργκσκι στην ομώνυμη όπερά του. Ο ήρωας του ποιήματος αντιμετωπίζει διάφορες περιπέτειες μέχρι να απελευθερώσει την αγαπημένη του Λουντμίλα, κόρη του πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρου, η οποία τη νύχτα του γάμου της είχε απαχθεί από τον κακό μάγο Τσερνομόρ.

Η εξορία και τα ποιήματα

Το 1817 ο Πούσκιν αποφοίτησε από το Λύκειο και διορίστηκε ως γραμματέας στο Υπουργείο Εξωτερικών. Παράλληλα, συμμετείχε σε διάφορες λογοτεχνικές εταιρείες («Αρζαμάς», «Πράσινη Λάμπα»). Την περίοδο εκείνη κυκλοφόρησε διάφορα ποιήματα με πολιτικό περιεχόμενο και φιλελεύθερο προσανατολισμό. Το περιεχόμενο των ποιημάτων αυτών προκάλεσε την αντίδραση του τσαρικού περιβάλλοντος και ο νεαρός υπάλληλος μετατέθηκε στη Νότια Ρωσία τον Μάιο του 1820. Ουσιαστικά ήταν μία μορφή εξορίας για τον ενοχλητικό Πούσκιν.

Εκεί άντλησε υλικό για τα ποιήματά του «Ο δεσμώτης του Καυκάσου» (1821), «Οι ληστές αδελφοί» (1822) και «Η Κρήνη του Μπαχτσί Σαράι» (1823), που ενίσχυσαν τη φήμη του ως του μεγαλύτερου ποιητή της εποχής του και εκφραστή της ρομαντικής και φιλελεύθερης γενιάς του 1820.

«Ευγένιος Ονέγκιν»

Ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος από τις έως τότε λογοτεχνικές επιδόσεις του και τον Μάιο του 1823 άρχισε να γράφει το έμμετρο μυθιστόρημα «Ευγένιος Ονέγκιν», που θεωρείται το αριστούργημά του και αργότερα έγινε όπερα από τον Τσαϊκόφσκι. Το έργο του αυτό αποτελεί μία πανοραμική εικόνα της ρωσικής ζωής της εποχής του, με ήρωες τον απογοητευμένο σκεπτικιστή Ονέγκιν, τον ρομαντικό και φιλελεύθερο ποιητή Λένσκι και την Τατιάνα «το ανεκτίμητο ιδανικό», όπως τη χαρακτήριζε ο ίδιος.

Ο Πούσκιν αποχαιρετά τη θάλασσα (Ivan Aivazovsky & Ilya Repin, 1877)
Ο Πούσκιν αποχαιρετά τη θάλασσα (Ivan Aivazovsky & Ilya Repin, 1877)
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Κισνόβιο της Μολδαβίας έζησε έντονα την τοπική κοσμική ζωή, η οποία περιστρεφόταν γύρω από εφήμερους έρωτες, μεθύσια και χαρτοπαιξία. Στην Οδησσό, ο Πούσκιν ερωτεύτηκε με πάθος τη σύζυγο του κυβερνήτη της επαρχίας κόμη Βοροντσόφ, Ναταλία και ενεπλάκη πολλές φορές σε μονομαχίες, με αποτέλεσμα ο κυβερνήτης να ζητήσει τη λήξη της εξορίας του. Μία επιστολή του προς ένα φίλο του, την οποία υπέκλεψε η αστυνομία, προκάλεσε την εκ νέου εξορία του, αυτή τη φορά στα κτήματα της μητέρας του στο Πσκοφ.

Κατά την εκεί παραμονή του ολοκλήρωσε το ποίημα «Τσιγγάνοι», έγραψε κάποια επεισόδια του «Ευγένιου Ονέγκιν» κι έγραψε ένα από τα σημαντικότερα έργα του, την ιστορική τραγωδία «Μπόρις Γκοντούνοφ». Το έργο γράφτηκε λίγο πριν από την Εξέγερση των Δεκεμβριστών (1825) και διαπερνά το καυτό θέμα των σχέσεων ανάμεσα στην άρχουσα τάξη με επικεφαλής τον τσάρο και τις λαϊκές μάζες.

Μετά την καταστολή της εξέγερσης, ο νέος τσάρος Νικόλαος Α’, έχοντας επίγνωση της δημοτικότητας του Πούσκιν, του επέτρεψε να επιστρέψει στη Μόσχα το φθινόπωρο του 1826. Παρά την υπόσχεση του τσάρου για επείγουσες μεταρρυθμίσεις, η λογοκρισία έγινε πιο πιεστική, όπως και ο περιορισμός της προσωπικής ελευθερίας του ποιητή. Επιπλέον είχε να αντιμετωπίσει και τις κατηγορίες φίλων του ότι είχε αποστεί από τις ιδέες του. Τότε αναγκάστηκε να τους απαντήσει με το ποίημα «Στους φίλους μου» (1828).

Το 1831, ύστερα από ένα πολυτάραχο δεσμό και παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του, νυμφεύτηκε τη Ναταλία Γκοντσάροβα (1812-1863), με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη και ο Πούσκιν διορίστηκε και πάλι σε δημόσια θέση, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να γράψει τη βιογραφία του Μεγάλου Πέτρου. Παράλληλα, συνέχισε τη λογοτεχνική του παραγωγή. Σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου ήταν το μυθιστόρημα «Η Κόρη του Λοχαγού» (1836) και τα θεατρικά «Μότσαρτ και Σαλιέρι» (1831) και «Ντάμα Πίκα» (1834) που μεταφέρθηκε στην όπερα από τον Τσαϊκόφσκι.

Η μονομαχία τιμής και το πρόωρο τέλος

Εν τω μεταξύ, φήμες που κυκλοφορούσαν στο παλάτι ήθελαν τη σύζυγό του να έχει σχέση με τον γάλλο αξιωματικό Ζορζ Ντ’ Αντέ, θετό γιο του πρεσβευτή της Ολλανδίας. Η τιμή του Πούσκιν θίχτηκε κι έστειλε ένα υβριστικό γράμμα προς τον ολλανδό διπλωμάτη. Μόλις έλαβε γνώση της επιστολής ο Ντ’ Αντέ ζήτησε σε μονομαχία τον Πούσκιν, την οποία αποδέχθηκε.

Η μονομαχία έγινε στις 27 Ιανουαρίου 1837. Από την ανταλλαγή των πυροβολισμών ο Πούσκιν τραυματίστηκε σοβαρά στην κοιλιακή χώρα και δυο ημέρες μετά, στις 29 Ιανουαρίου 1837 (8 Φεβρουαρίου με το νέο ημερολόγιο) εξέπνευσε σε νοσοκομείο της Αγίας Πετρούπολης, σε ηλικία 37 ετών. Ο Ντ’ Αντέ με επιπόλαια τραύματα επέζησε και πέθανε το 1895.



Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2338

Άγιος Ανδρόνικος ο Ιερομάρτυς

Ο Άγιος ιερομάρτυς Ανδρόνικος γεννήθηκε την 1η Αυγούστου του 1870 μ.Χ. στο χωριό Ποβόντνεβο της επαρχίας Γιαροσλάβ, στην κεντρική Ρωσία. Στο Άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Βλαδίμηρος.

Στην ηλικία δέκα χρονών γράφτηκε σε Εκκλησιαστικό Σχολείο και μετά την αποφοίτηση του, το 1885 μ.Χ. στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο του Γιαροσλάβ.

Το 1891 μ.Χ., ως αριστούχος απόφοιτος του Σεμιναρίου, έγινε δεκτός στη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας. Τα χρόνια εκείνα ο νεαρός φοιτητής συναντήθηκε με τον Άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης (βλέπε 20 Δεκεμβρίου) και ζήτησε τις φωτισμένες συμβουλές του.

Την 1η Αυγούστου του 1893 μ.Χ. στον ναό της Ακαδημίας τελέστηκε ή μοναχική του κουρά. Στις 6 Αυγούστου του 1893 μ.Χ. ο μοναχός Ανδρόνικος χειροτονήθηκε διάκονος, και στις 22 Ιουλίου του 1895 μ.Χ. χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1897 μ.Χ. διορίζεται από την Ιερά Σύνοδο στην ορθόδοξη Ιεραποστολή της Ιαπωνίας.

Τον Μάρτιο του 1899 μ.Χ. έλαβε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη.

Στις 23 Οκτωβρίου του 1906 μ.Χ. ο π. Ανδρόνικος διορίστηκε βοηθός του επισκόπου Νικολάου στην Ιαπωνία. Λόγω της εύθραστης υγείας του αρρώστησε βαριά και στις 7 Ιουλίου του 1907 μ.Χ. η Σύνοδος αποφάσισε την ανάκληση του από την Ιαπωνία.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1907 μ.Χ. η Ίερά Σύνοδος ανέθεσε στον επίσκοπο Ανδρόνικο την προσωρινή διαποίμανση της επαρχίας Χόλμ, και στις 15 Μαρτίου του 1908 μ.Χ. διορίστηκε βοηθός του αρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ.

Στις 8 Μαρτίου του 1913 μ.Χ. ανέλαβε την διαποίμανση των επαρχιών Ομσκ και Παβλοντάρσκ της Δυτικής Σιβηρίας.

Τον Αύγουστο του 1914 μ.Χ. η Ιερά Σύνοδος απεφάσισε να τον μεταθέσει για άλλη φορά στην εκκλησιαστική επαρχία Πέρμ στη Βόρεια Ρωσία.

Στις 6 Ιουνίου του 1918 μ.Χ. όργανα του αθεϊστικού καθεστώτος, αφού τον σκέπαζαν ζωντανό με χώμα στον τάφο, πυροβόλησαν μερικές φορές τον γενναίο αθλητή της πίστεως αρχιεπίσκοπο Ανδρόνικο και σε λίγο το μαρτυρικό του λείψανο ήταν θαμένο στη γη.

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ

Στις 3 Ιουνίου του 1918 μ.Χ. ο ιεράρχης πληροφορήθηκε τα σχέδια της συλλήψεώς του από έναν τυχαίο ακροατή τους. Αποφάσισε, ωστόσο, να μην εγκαταλείπει την επαρχία, αλλά να παραμείνει στη θέση του, ανάμεσα στο ποίμνιό του, και, αν ήταν θέλημα του Κυρίου, να μαρτυρήσει γι' Αυτόν.

Ενημέρωσε τους συνεργάτες του. Έστειλαν στο καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού τον μοναχό Μιχαήλ με την εντολή να σημάνει συναγερμό με τις καμπάνες τη στιγμή της συλλήψεως.

Την ίδια νύχτα, μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όλο το τετράγωνο, στο οποίο βρισκόταν το επισκοπείο, κυκλώθηκε από στρατιώτες. Είχαν φέρει μιαν άμαξα με γρήγορα άλογα, με την οποία θα έβγαζαν τον αρχιεπίσκοπο από την πόλη το συντομότερο δυνατό και θα τον οδηγούσαν στη γειτονική πόλη Μοτοβίλιχα.

Μέσα στο σκοτάδι μερικές φιγούρες πλησίασαν την εξώπορτα της αρχιερατικής κατοικίας. Ήταν κλειδωμένη. Την ξήλωσαν και μπήκαν. Χτύπησαν την άλλη πόρτα. Άνοιξε ο θυρωρός.

-Πού είναι ο Ανδρόνικος;
-Πάνω.

Μερικοί οπλισμένοι στρατιώτες έμειναν εκεί. Ανέβηκαν μόνο τρεις άνδρες, ο πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περμ Μάλκωφ, ο αστυνομικός διευθυντής της Περμ Ιβάντσενκο και ο βοηθός του αστυνομικού διευθυντή της Μοτοβίλιχα, Ζουζγκώφ. Ο δεσπότης αγρυπνούσε μαζί με δύο κληρικούς.

-Ποιος από σας είναι ο αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος; τους ρώτησαν.
-Εγώ είμαι, απάντησε ήρεμα ο ιεράρχης.

Τη στιγμή εκείνη οι καμπάνες του Καθεδρικού Ναού σήμαναν συναγερμό. Ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί, και η καμπανοκρουσία σταμάτησε.

Πρόσταξαν τον αρχιεπίσκοπο να τους ακολουθήσει δίχως χρονοτριβή. Εκείνος υπάκουσε αδιαμαρτύρητα. Σε λίγα λεπτά έμπαινε στην άμαξα, που περίμενε μπροστά στην εξώπορτα, μ' ένα τριμμένο ράσο, έναν καλογερικό σκούφο, το αρχιερατικό του εγκόλπιο και το ραβδί του στο χέρι. Δίπλα του κάθησε ο Ζουζγκώφ και απέναντί του ένας από τους επιτρόπους. Αμέσως η άμαξα κίνησε για τη Μοτοβίλιχα.

Οι στρατιώτες στο μεταξύ συνέλαβαν όσους βρήκαν στο επισκοπείο: τον αρχιμανδρίτη Παχώμιο, τον διάκονο Ευλόγιο, τον φύλακα, τον θυρωρό και τον κλητήρα. Τους μετέφεραν όλους αρχικά στην Εκτελεστική Επιτροπή και έπειτα στη φυλακή. Σύντομα, όμως, τους άφησαν ελεύθερους, αφού πρώτα τους πειθανάγκασαν να υποσχεθούν ενυπόγραφα ότι δεν θα μιλούσαν σε κανέναν για τη σύλληψη του αρχιεπισκόπου.

Η άμαξα σταμάτησε στο Αστυνομικό Τμήμα της Μοτοβίλιχα για αλλαγή αλόγων. Κατέβασαν τον δεσπότη και τον έκλεισαν σ' ένα γραφείο. Τότε τηλεφώνησε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εργατών της Μοτοβίλιχα Μιάσνικωφ και ζήτησε να τον περιμένουν. Άλλωστε, η μέρα είχε ήδη χαράξει. Η κίνηση, που είχε αρχίσει στους δρόμους, φόβιζε τους επίδοξους φονιάδες του αρχιεπισκόπου.

Όταν σε λίγο ήρθε ο Μιάσνικωφ, ανακοίνωσε στους αστυνομικούς πως αποφασίστηκε η αναβολή της εκτελέσεως. Το γνωστοποίησαν στον ιεράρχη, αλλά εκείνος δεν το πίστεψε.

-Γνωρίζω ότι θα με εκτελέσουν, είπε με βεβαιότητα....

Στις 5 Ιουνίου το βράδυ έγινε η μεταφορά του ιεράρχη στην Περμ και η παράδοσή του στην Εκτελεστική Επιτροπή....

Όλη την ημέρα της 6ης Ιουνίου του 1918 μ.Χ. ο αρχιεπίσκοπος την πέρασε κλεισμένος στο κρατητήριο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περμ. Τον φρουρούσαν κόκκινοι στρατιώτες ιδιαίτερα σκληροί, που τον χλεύαζαν και τον έβριζαν ασταμάτητα.

Το βράδυ τον έφεραν στο γραφείο για ανάκριση. Για πολλή ώρα ο πρόεδρος της Επιτροπής Μάλκωφ και το μέλος της Σίβκωφ τον βομβάρδιζαν με ερωτήσεις. Δεν απάντησε σε καμία. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και προσευχόταν ακατάπαυστα. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένες η ειρήνη και η ανδρεία...

Οι ανακριτές, βλέποντας ότι έχαναν τον καιρό τους, τον έστειλαν πάλι στο κρατητήριο. Η εκτέλεσή του ανατέθηκε στους αστυνομικούς Ουβάρωφ και Πλατούνωφ και σε τρεις Λιθουανούς.

Στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα έβγαλαν τον ιεράρχη από το κρατητήριο. Τότε πετάχτηκε από το υπόγειο ο Ζουζγκώφ και ζήτησε από τον Πλατούνωφ να τον πάρουν μαζί τους, γιατί ήθελε να παραβρεθεί «στην ταφή του Ανδρόνικου». Ο Πλατούνωφ του είπε ν' ανέβει στην άμαξα και να καθήσει δίπλα στον αρχιεπίσκοπο.

Στον δρόμο ο ιεράρχης ήταν καλοδιάθετος. Κάποια στιγμή γύρισε στον Ζουζγκώφ και του παραπονέθηκε ήρεμα:

-Στο Αστυνομικό Τμήμα της Μοτοβίλιχα μου φέρθηκαν καλύτερα. Εκεί δεν με χλεύαζαν...

Αντί γι' άλλη απόκριση ο Ζουζγκώφ του είπε οργισμένα:

-Ανακαλέστε την απόφαση για απεργία των παπάδων!
-Όχι, δεν θα την ανακαλέσω. Γνωρίζω καλά ότι με πάτε για εκτέλεση.

Ακολούθησαν την κεντρική οδό Σιμπίρσκι και βγήκαν από την Περμ. Πέντε βέρστια μακριά από την πόλη έστριψαν αριστερά και μπήκαν στο δάσος. Σταμάτησαν εκατό μέτρα πιό πέρα και κατέβηκαν από την άμαξα.

Ο Ζουζγκώφ έδωσε στον αρχιεπίσκοπο ένα από τα σκαπτικά εργαλεία, που είχαν πάρει μαζί τους, και τον πρόσταξε:

-Σκάψε τον τάφο σου!

Ο ιεράρχης άρχισε να σκάβει. Τον βοηθούσαν οι τρεις Λιθουανοί. Όταν τελείωσε, ο Ζουζγκώφ του έδωσε νέα προσταγή:

-Έλα, ξάπλωσε!

Υπάκουσε. Ο τάφος, όμως, ήταν μικρός και δεν τον χωρούσε. Σηκώθηκε και έσκαψε λίγο ακόμα. Ξάπλωσε για δεύτερη φορά στον τάφο, αλλά αυτός και πάλι αποδείχθηκε μικρός. Με το τρίτο σκάψιμο τον έφερε στα μέτρα του. Τότε ζήτησε την άδεια να προσευχηθεί. Του το επέτρεψαν. Προσευχήθηκε γύρω στα δέκα λεπτά. Έπειτα, αφού στράφηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ευλόγησε από μακριά το ποίμνιο του, είπε στους δήμιους του:

-Είμαι έτοιμος.
-Δεν θα σε τουφεκίσω, τον απείλησε ο Ζουζγκώφ. Ζωντανό θα σε θάψω, αν δεν ανακαλέσεις την απόφαση για την απεργία.
-Δεν θα την ανακαλέσω ποτέ, αποκρίθηκε ο ιεράρχης, ξαπλώνοντας στον τάφο.

Οι Λιθουανοί άρχισαν να τον σκεπάζουν με χώμα.

Ο Ζουζγκώφ πυροβόλησε μερικές φορές. Το σώμα του αρχιεπισκόπου ήταν εντελώς ακίνητο. Στη συνέχεια ο Πλατούνωφ πυροβόλησε δύο φορές. Τέλος, ο Ζουζγκώφ έριξε τη χαριστική βολή. Σε λίγο το μαρτυρικό λείψανο ήταν θαμμένο στη γη....

Σαν επίλογος

Στην τελευταία πασχαλινή εγκύκλιό του προς το πλήρωμα της Εκκλησίας της Περμ ο άγιος ιερομάρτυς Ανδρόνικος έγραφε:

«Πέρασε ένας χρόνος αφ' ότου η ζωή μας μετατράπηκε σε σκόνη από το φύσημα της βουλήσεως του Θεού, που μας εγκατέλειψε πρόσκαιρα και παιδαγωγικά. Με τέτοιους σκληρούς τρόπους συνέτιζε ο Κύριος το γένος μας από τα πανάρχαια χρόνια. Μέσα στα πιο τρομερά γεγονότα της ζωής, μέσα στις πιο μεγάλες συμφορές, όχι μόνο ορισμένοι άνθρωποι αλλά και λαοί ολόκληροι συναισθάνονταν την αδυναμία τους, αναγνώριζαν την αμαρτωλότητά τους και επέστρεφαν στον παντοδύναμο Προνοητή...

»Ας παραδεχθούμε την ενοχή μας ενώπιον του Θεού, ας παραδεχθούμε πως Εκείνος μόνο έχει τη δύναμη να μας σώσει, και ας ζητήσουμε ολόψυχα τη βοήθειά Του. Βλέπουμε ήδη, άλλωστε, ότι μας ευλογεί το παντοκρατορικό Του χέρι. Κοιτάξτε πόσο μας ωφέλησαν, πόσο μας αφύπνισαν, πόσο μας ψύχωσαν τα διατάγματα για την πίστη και την Εκκλησία, που εκδόθηκαν πρόσφατα στη χώρα μας. Η θύελλα σκορπίζει τον βαρύ, πυρωμένο και πνιγερό αέρα... Μπροστά στον κίνδυνο της στερήσεως της ελευθερίας τους, της ελευθερίας να πιστεύουν και να προσεύχονται, οι ορθόδοξοι Ρώσοι απέκτησαν πιο θερμή πίστη και πιο θερμή αγάπη προς την Εκκλησία...

»Υπήρξαν αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί που αναδείχθηκαν μάρτυρες και ομολογητές. Και οι πιστοί λαϊκοί με αυτοθυσία όρθωσαν το ανάστημά τους για την υπεράσπιση της πίστεως και της αγίας Εκκλησίας. Ήδη πολλοί, σε διάφορους τόπους, θυσίασαν και τη ζωή τους για την πίστη. Ο Κύριος ας αναπαύσει τις ψυχές τους και ας ελεήσει με τις προσευχές τους κι εμάς και τη Ρωσία».

Άγιε του Θεού ιερομάρτυρα Ανδρόνικε, πρέσβευε υπέρ ημών.



                Πηγή

Άγιος Γελάσιος

Γελάς γέλωτα τον μακάριον μάκαρ,
Tμηθείς κεφαλήν ω Γελάσι’ ευθύφρον.

Όσιος Άτταλος ο Θαυματουργός

Eι θαυματουργός Άτταλος ζων, ου ξένον,
Oύ θαυματουργός ύστερον και χους μόνος.

Όσιος Ιλαρίων ο νέος, ηγούμενος Μονής Δαλμάτων

Ἱλαρὸς ὢν πνεύματι σὺ Ἱλαρίων,
Ἱλαρὸς ἐν σώματι ἦς καὶ καρδίᾳ.
Βῆ δ' ἐς ὄλυμπον Ἱλαρίωνος κέαρ ἁγνὸν ἐν ἕκτῃ.

Λειτουργικά κείμενα

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ