Ο Μιχαήλ Άγγελος είναι ο κορυφαίος καλλιτέχνης (ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας και ποιητής) που ανέδειξε η Αναγέννηση. Το έργο του είναι τεράστιο σε έκταση, άφθαστο σε δύναμη έκφρασης και πρωτοτυπία. Στο περιβάλλον των Μεδίκων της Φλωρεντίας όπου μεγάλωσε, γνώρισε τον αρχαίο κόσμο κι αγάπησε με πάθος την κλασική τέχνη. Από την αρχαία ελληνική μυθολογία, από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη άντλησε όλα του τα θέματα.
Ο Μικελάντζελο ντι Λουντοβίκο Μπουονορότι Σιμόνι, όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1475 στο Καπρέζε της τότε Δημοκρατίας της Φλωρεντίας. Διεθνώς είναι γνωστός με το μικρό του όνομα ως Μικελάντζελο και στον ελληνικό χώρο ως Μιχαήλ Άγγελος.
Μιχαήλ Άγγελος (1475 – 1564)
Ο Μιχαήλ Άγγελος είναι ο κορυφαίος καλλιτέχνης (ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας και ποιητής) που ανέδειξε η Αναγέννηση. Το έργο του είναι τεράστιο σε έκταση, άφθαστο σε δύναμη έκφρασης και πρωτοτυπία. Στο περιβάλλον των Μεδίκων της Φλωρεντίας όπου μεγάλωσε, γνώρισε τον αρχαίο κόσμο κι αγάπησε με πάθος την κλασική τέχνη. Από την αρχαία ελληνική μυθολογία, από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη άντλησε όλα του τα θέματα.
Ο Μικελάντζελο ντι Λουντοβίκο Μπουονορότι Σιμόνι, όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1475 στο Καπρέζε της τότε Δημοκρατίας της Φλωρεντίας. Διεθνώς είναι γνωστός με το μικρό του όνομα ως Μικελάντζελο και στον ελληνικό χώρο ως Μιχαήλ Άγγελος.
Η «Πιετά» (1498–1499) στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου
Σπούδασε στη Φλωρεντία, αρχικά με δάσκαλο τον ζωγράφο Ντομένικο Γκιρλαντάγιο και στη συνέχεια στη Σχολή των Μεδίκων, όπου και επηρεάστηκε από τον κύκλο των νεοπλατωνικών φιλοσόφων, καλλιτεχνών, ποιητών και λογίων (Πολιτσιάνο, Μαρσίλιο Φιτσίνο, Πίκο ντε λα Μιράντολα) που περιστοίχιζαν τον προστάτη του Λαυρέντιο Μέδικο τον Μεγαλοπρεπή. Η καλλιτεχνική του μεγαλοφυΐα έγινε πολύ σύντομα αντιληπτή κι ενθαρρύνθηκε από την πρώτη στιγμή.
Μετά το θάνατο του Λαυρέντιου, πήρε στην Μπολόνια και στη συνέχεια στη Ρώμη, όπου και άρχισε να δουλεύει (σε ηλικία 23 μόλις ετών) την «Πιετά» του Αγίου Πέτρου. Όταν επέστρεψε στη Φλωρεντία (1501), λάξευσε τον επιβλητικό μαρμάρινο «Δαυίδ», για λογαριασμό της κυβέρνησης της πόλης. Άλλα αξιόλογα έργα του της περιόδου αυτής είναι το γλυπτό «Η Παναγία της Βρύγης», ο πίνακας «Η Αγία Οικογένεια» και το μεγάλων διαστάσεων προσχέδιό του για τη νωπογραφία «Η μάχη της Κασίνα».
Το 1505, ο πάπας Ιούλιος Β' τον κάλεσε και πάλι στη Ρώμη και του ανέθεσε να σχεδιάσει και να κατασκευάσει έναν τάφο που θα δόξαζε το όνομά του μετά το θάνατό του. Τελικά, λόγω της σύγκρουσής του με τον πάπα και της αναχώρησής του από τη Ρώμη, ολοκληρώθηκε μόνο μία από τις 40 μορφές που προβλέπονταν αρχικά (ο Μωυσής), ενώ δύο ακόμα μορφές σκλάβων ή αιχμαλώτων (σήμερα στο Λούβρο) παρέμειναν ημιτελείς. Αργότερα, οι δύο άντρες συμφιλιώθηκαν και πάλι, και το 1508 ο Μιχαήλ Άγγελος ξαναγύρισε στη Ρώμη.
Ωστόσο, το έργο που του ανατέθηκε τότε από τον Πάπα δεν ήταν η ολοκλήρωση του τάφου του, αλλά η διακόσμηση της οροφής της Καπέλα Σιξτίνα, στο Βατικανό. Το τεράστιο αυτό εγχείρημα τον απορρόφησε σχεδόν ολοκληρωτικά τα επόμενα 4 περίπου χρόνια. Από το χρωστήρα του βγήκαν έργα καταπληκτικά όπως «Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο», άλλες σκηνές από τη δημιουργία του κόσμου, δώδεκα τεράστιες προσωπογραφίες με Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, Σίβυλλες κι άλλες τοιχογραφίες, όλες με μορφές γιγαντιαίες, υπεράνθρωπες, με άφθαστη εκφραστικότητα, με καταπληκτικό μεγαλείο.
Από τη δουλειά αυτή, που απαιτούσε πνευματική, ψυχική και σωματική υπερένταση, ο Μιχαήλ Άγγελος βγήκε ως καλλιτέχνης θριαμβευτής, αλλά ως άνθρωπος σωματικά συντετριμμένος, με χαλασμένη την όραση. Οι νωπογραφίες του στην Καπέλα Σιξτίνα αποτέλεσαν ανεξάντλητη πηγή θαυμασμού και έμπνευσης για τους μεταγενέστερους ζωγράφους. «Πριν δεις την Καπέλα Σιξτίνα, δεν διανοείσαι τι είναι σε θέση να πετύχει ο άνθρωπος», έγραψε ο Γκαίτε.
Η συγχώρεση του από τους Μεδίκους
Όταν το 1527 η Φλωρεντία εξεγέρθηκε, η συμπάθειά του για τις δημοκρατικές ιδέες υπερίσχυσε και, παρά τους στενούς δεσμούς του με τους εκδιωχθέντες Μέδικους, πήρε μέρος ενεργά στην άμυνα της πόλης ως μηχανικός υπεύθυνος για τα οχυρωματικά έργα. Μετά την ανακατάληψη της πόλης από τους Μεδίκους (1530), οι πρώην προστάτες του τον συγχώρησαν και του ανέθεσαν να συνεχίσει το έργο του στο Παρεκκλήσιό τους, που προοριζόταν να στεγάσει τους τάφους της οικογένειας.
Η οροφή της Καπέλα Σιξτίνα στο ΒατικανόΤο 1534 κλήθηκε και πάλι στη Ρώμη για να ζωγραφίσει μια τεράστια νωπογραφία με θέμα τη «Δευτέρα Παρουσία» στο τοίχο του ιερού της Καπέλα Σιξτίνα. Τα υπόλοιπα χρόνια του τα πέρασε στη Ρώμη, όπου και συνδέθηκε με την αριστοκράτισσα ποιήτρια Βιτόρια Κολόνα (1492-1547), που άσκησε μεγάλη επιρροή πάνω του στην τελευταία αυτή περίοδο της ζωής του.
Το 1542, ο πάπας Παύλος Γ' του ανέθεσε να ζωγραφίσει δύο ακόμα νωπογραφίες (για το δικό του παρεκκλήσιο, την Καπέλα Παολίνα) με θέμα τη Σταύρωση του Αγίου Πέτρου και τη Μεταστροφή του Αγίου Παύλου (ολοκληρώθηκαν το 1550).
Τα σημαντικότερα γλυπτά του
Το 1546 ονομάστηκε επικεφαλής αρχιτέκτονας του Αγίου Πέτρου και υπεύθυνος για τα κτίσματα και τη διαμόρφωση του χώρου στο Καπιτώλιο της Ρώμης. Την εποχή ακριβώς που σχεδίαζε τον τρούλο του Αγίου Πέτρου κι επιστατούσε το χτίσιμο τόσο της εκκλησίας όσο και των άλλων κτιρίων που είχε αναλάβει, βρήκε πάντως το χρόνο να λαξεύσει και τρία από τα σημαντικότερα ίσως γλυπτά του: την «Πιετά» (1550, σήμερα στο Μουσείο του Καθεδρικού Ναού της Φλωρεντίας), την «Πιετά Παλεστρίνα» (1556, σήμερα στην Ακαδημία της Φλωρεντίας) και την «Πιετά Ροντανίνι» (1564, σήμερα στο Καστέλο Σφορτσέσκο του Μιλάνου).
Ο Μιχαήλ Άγγελος πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου 1564 στη Ρώμη, σε ηλικία 88 ετών. Η ταφή έγινε στην αληθινή του πατρίδα, τη Φλωρεντία, στην εκκλησία της Σάντα Κρότσε.
Η Διδώ Σωτηρίου θεωρείται από τα σημαντικότερα ονόματα της μεταπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας. Είναι γνωστή κυρίως για το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημά της «Ματωμένα Χώματα» (1962), που αναφέρεται στη διαδρομή του ελληνισμού της Μικράς Ασίας μέχρι την εκρίζωσή του συνεπεία της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Το έργο της κινείται στο πλαίσιο του ρεαλισμού, με έντονη την παρουσία του αυτοβιογραφικού στοιχείου και της συναισθηματικής συμμετοχής της συγγραφέως στις περιπέτειες των ηρώων της, και αντλεί τη θεματολογία του από τη μικρασιατική καταστροφή, την περίοδο του εμφυλίου και τη μετά τον εμφύλιο περίοδο της ελληνικής ιστορίας.
Η Διδώ Σωτηρίου γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1909 στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας από εύπορη οικογένεια. Ήταν κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου. Αδελφή της ήταν η Έλλη Παππά, η μετέπειτα δημοσιογράφος, συγγραφέας και σύζυγος του Νίκου Μπελογιάννη.
Από το 1914 ζούσε με την οικογένειά της στη Σμύρνη και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε ως πρόσφυγας με την οικογένειά της αρχικά στον Πειραιά και ακολούθως στην Αθήνα, όπου συμπλήρωσε την εγκύκλια μόρφωσή της και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο.
Ενταγμένη από νεαρή ηλικία στην Αριστερά, συνεργάστηκε με το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» και στη συνέχεια με την προοδευτική φιλολογική εφημερίδα «Νέος Κόσμος» και το περιοδικό «Γυναίκα» που εξέδιδε ο Σπυρίδων Νικολόπουλος, μετέπειτα εκδότης της καθημερινής εφημερίδας «Έθνος». Η δημοσιογραφική της καριέρα συνεχίστηκε το 1937 ως ανταποκρίτρια των δυο αυτών εντύπων στο Παρίσι, όπου είχε μεταβεί προκειμένου να συμπληρώσει τις σπουδές της στη Σορβόνη.
Στη διάρκεια της Κατοχής εργάστηκε στον παράνομο αντιστασιακό Τύπο, συμπεριλαμβανομένου του «Ριζοσπάστη», του οποίου διετέλεσε αρχισυντάκτρια για ένα διάστημα (1946-1947) στη μεταπελευθερωτική νόμιμη έκδοσή του. Διαγράφηκε από το ΚΚΕ, επειδή συνοδεύοντας στη βόρεια Ελλάδα κλιμάκιο του ΟΗΕ για την εξέταση της πολιτικής κατάστασης στη χώρα, εξέφρασε απόψεις ασυμβίβαστες προς τις τότε θέσεις τής κομματικής ηγεσίας αναφορικά με το «Μακεδονικό». Μετά τον Εμφύλιο συνεργάστηκε με την «Αυγή», όργανο τότε της ΕΔΑ και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».
Το συγγραφικό έργο της Διδώς Σωτηρίου
Το 1959 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα «Οι νεκροί περιμένουν», στο οποίο κυριαρχούν τα προσωπικά της βιώματα από την καταστροφή του Αϊδινίου. Το 1962 δημοσίευσε το θεωρούμενο αριστούργημά της, το μυθιστόρημα «Ματωμένα Χώματα».
Εκτός από τις πάμπολλες εκδόσεις τους στην Ελλάδα (πάνω από 100 από τις εκδόσεις «Κέδρος») και την Ευρώπη, τα «Ματωμένα Χώματα» εκδόθηκαν και στα Τουρκικά (1970), και συντάραξαν συνειδήσεις, παρά την αρχική απαγόρευση της κυκλοφορίας του βιβλίου. Αργότερα, το 1983, το βιβλίο, μαζί με το συνολικό έργο της Διδώς Σωτηρίου, τιμήθηκε με το Βραβείο Ιπεκτσί της Επιτροπής Ελληνοτουρκικής Φιλίας.
Τα επόμενα δύο μυθιστορήματα της «Η Εντολή (1976), έχει ως θεματικό πυρήνα τη δικαστική υπόθεση του Νίκου Μπελογιάννη, συγκατηγορούμενη του οποίου ήταν η αδελφή της Έλλη Παπά και το «Κατεδαφιζόμεθα» (1982), στο οποίο παρουσιάζει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα των μεταπολεμικών χρόνων.
Άλλα έργα της ήταν το χρονικό «Ηλέκτρα» (1961), αφιερωμένο στην ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης και συναγωνίστριά της Ηλέκτρα Αποστόλου και το δοκίμιο «Η Μικρασιατική Καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο» (1975).
Βραβεία και διακρίσεις
Για το συνολικό της έργο, η Διδώ Σωτηρίου τιμήθηκε με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1989) και το Βραβείο της Τάξεως Γραμμάτων και Καλών Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών (1990). Το 1995 της απονεμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο, το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος.
Η Διδώ Σωτηρίου πέθανε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, σε ηλικία 95 ετών. Από το 1933 έως τον θάνατό του το 1985 ήταν παντρεμένη με τον καθηγητή μαθηματικών Πλάτωνα Σωτηρίου. Παιδιά δεν απέκτησε, άλλα μεγάλωσε ως παιδί της τον ανιψιό της, Νίκο Μπελογιάννη (1951-2020), γιο της αδερφής της Έλλης Παππά και του Νίκου Μπελογιάννη.
Το 2001 η Εταιρεία Συγγραφέων, της οποίας η Διδώ Σωτηρίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος, θέσπισε προς τιμήν της το βραβείο «Διδώ Σωτηρίου», το οποίο απονέμεται «σε ξένο ή έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα»
O Άγιος Λέων υπήρξε από τούς μεγαλύτερους υπερασπιστές και προμάχους της ορθόδοξης πίστης. Έζησε στο χρόνια του αυτοκράτορα Μαρκιανού και Πουλχερίας. Διακρινόταν για την μεγάλη θεολογική του κατάρτιση, το ήθος του χαρακτήρα του, την αγνότητα του βίου του. Διετέλεσε επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης.
Σημαντικότατη ήταν η συμβολή του στις εργασίες της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, όταν απέστειλε τέσσερις αντιπροσώπους, ως και επιστολή στην οποία με πλήρη ακρίβεια και βάσεις της αποστολικής παραδόσεως, καθόριζε τις δύο φύσεις του Χριστού, η οποία βοήθησε στη διεξαγωγή των συζητήσεων ως και στη συγγραφή των τελικών όρων της Συνόδου (για την ακρίβεια η επιστολή του Αγίου Λέοντος είχε σταλεί τρία χρόνια πριν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανό (βλέπε 16 Φεβρουαρίου) και ανεγνώσθη στη Σύνοδο. Είναι δε γνωστή ως «Τόμος τοῦ Λέοντος»).
Παράλληλα υπήρξε και συγγραφεύς πολυγραφότατος. Σήμερα, σώζονται αρκετές επιστολές, γραμμένες με πλήρη γλαφυρότητα αλλά και δύναμη λόγου.
Εκοιμήθη οσιακά σε βαθύτατο γήρας στις 10 Νοεμβρίου 460 μ.Χ. και η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.
Υπάρχει όμως και μια άλλη εκδοχή της βιογραφίας του, αυτή του Σ. Ευστρατιάδη. Σύμφωνα με αυτήν, ο Άγιος Λέων γεννήθηκε στην Ρώμη στα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα. Διετέλεσε διάκονος των Πάπων Καλλίστου και Σήξτου πριν ανεβεί στον θρόνο την 29η Σεπτεμβρίου του 440 μ.Χ. Υπήρξε από τους απολυταρχικότερους Πάπες και υποστήριξε με πείσμα το παπικό πρωτείο. Την αγιοκατάταξη του την οφείλει στην επιστολή που έστειλε στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο εναντίον των Μονοθελητών και Μονοφυσιτών και η οποία έχει δεκτή με ενθουσιασμό από τους παρευρεθέντες πατέρες. Κοιμήθηκε στις 10 Νοεμβρίου του 460 μ.Χ.