Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

ΕΣΚΑΣΕ "ΒΟΜΒΑ" από Ρωσία - Την πάτησαν άσχημα στο ΣΚΑΙ


Αντόνιο Αλμέιντα: Ο πορτογάλος αγωνιστής του 21

 Αντόνιο Αλμέιντα (1784 – 1847)

Αντόνιο Αλμέιντα (1784 – 1847)

Ο Αντόνιο Φιγκέϊρα ντ' Αλμέιντα (Antonio Figueira d' Almeida) ήταν πορτογάλος φιλέλληνας, ο οποίος έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια υπηρέτησε σε διάφορες στρατιωτικές θέσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου 1784 στην πόλη Έλβας της Πορτογαλίας και προερχόταν από οικογένεια στρατιωτικών. Ως αξιωματικός του πορτογαλικού στρατού αγωνίστηκε κατά της εισβολής του Ναπολέοντα στην πατρίδα του και αργότερα πολέμησε κατά του γαλλικού στρατού εισβολής που στάλθηκε στην Ισπανία για να υποστηρίξει τη δυναστεία των Βουρβόνων.


Η δράση του Αλμέιντα κατά την Ελληνική Επανάσταση

Πνεύμα φιλελεύθερο και περιπετειώδες, ο Αντόνιο Αλμέιντα ηλεκτρίστηκε από τον ηρωικό αγώνα των Ελλήνων και τον Σεπτέμβριο του 1825 κατέφθασε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε ως εθελοντής στον τακτικό ελληνικό στρατό, που είχε οργανώσει και διοικούσε ο γάλλος στρατηγός Φαβιέρος.

Στις 18 Ιουλίου 1826, έχοντας το βαθμό του συνταγματάρχη του ιππικού, διακρίθηκε στη Μάχη του Μεχμέταγα (σημερινή Γαρέα Μαντινείας), αποσπώντας τα εύσημα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που ήθελε να τον χρησιμοποιήσει με το ιππικό του σε πιο σημαντικές επιχειρήσεις. Αλλά είχε μεσολαβήσει η διάσταση του Γέρου του Μωριά με τον πρόεδρο της Διοικητικής Επιτροπής Ελλάδος (πρωθυπουργό) Ανδρέα Ζαΐμη, ο οποίος δεν θέλησε να τον αφήσει στη διάθεση του Κολοκοτρώνη και τον διέταξε να τεθεί εκ νέου υπό τις διαταγές του Φαβιέρου.

Στις αρχές του 1827 πολέμησε υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στην Αττική και αργότερα πήρε μέρος στην αποτυχημένη εκστρατεία του Φαβιέρου για την απελευθέρωση της Χίου (Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1827).

Μετεπαναστατική δράση

Με την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, ο Αλμέιντα έγινε επιθεωρητής του τακτικού ιππικού και του ανατέθηκε η αναδιοργάνωση του σώματος. Στις 22 Ιανουαρίου 1830 διορίστηκε φρούραρχος Ναυπλίου και με την ιδιότητά του αυτή συνέλαβε έναν από τους δράστες της δολοφονίας του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831), τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, που είχε ζητήσει άσυλο στην οικία του Γάλλου πρεσβευτή.

Για τη νομιμόφρονη στάση του ονομάστηκε επίτιμος πολίτης του Ναυπλίου από την Ε' Εθνοσυνέλευση και στις 2 Μαρτίου 1832 προβιβάστηκε σε στρατηγό από τη «Διοικητική Επιτροπή» (Αυγουστίνος Καποδίστριας, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Ιωάννης Κωλέττης), που ασκούσε την εξουσία στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Όμως, μετά την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, η Αντιβασιλεία τον υποβίβασε σε συνταγματάρχη, ένεκα των φιλοκαποδιστριακών του αισθημάτων και τελικά τον τοποθέτησε φρούραρχο στην Αίγινα (10 Μαΐου 1833). Το 1836 διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής Μεσολογγίου κι ένα χρόνο αργότερα κατέστειλε την ανταρσία του συνταγματάρχη Νικολάου Ζέρβα (8 Ιανουαρίου 1837). Μετά από αυτό προβιβάστηκε σε υποστράτηγο και το 1839 τοποθετήθηκε στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου.

Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε τη Ζωή Μαυροκορδάτου, με την οποία απέκτησε δύο τέκνα, τον Εμμανουήλ και τον Δημήτριο. Ο Αντόνιο Αλμέιντα πέθανε στις 21 Σεπτεμβρίου 1847 στα λουτρά Μπετάλια κοντά στη Βενετία, σε ηλικία 64 ετών.

Εγγονός του ήταν ο Αντώνιος Αλμέιδα, εκ των ιδρυτών του Ομίλου Αντισφαιρίσεως Αθηνών το 1895, ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος στη Μάχη Κιλκίς - Λαχανά (19 - 21 Ιουνίου 1913), κατά τη διάρκεια του Β' Βαλκανικού Πολέμου.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/533

Αμπάς Κιαροστάμι: Ο ποιητής του ιρανικού σινεμά

Αμπάς Κιαροστάμι (1940 – 2016)

Αμπάς Κιαροστάμι (1940 – 2016)

Ο Αμπάς Κιαροστάμι ήταν ιρανός σκηνοθέτης, από τους κορυφαίους και πιο προβεβλημένους του σύγχρονου κινηματογράφου. «Αντιπροσώπευε το υψηλότερο επίπεδο καλλιτεχνικότητας στο σινεμά», σύμφωνα με τον αμερικανό ομότεχνό του Μάρτιν Σκορσέζε.

Ο Αμπάς Κιαροστάμι γεννήθηκε στις 22 Ιουνίου 1940 στην Τεχεράνη. Από μικρός ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, την οποία σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Τεχεράνης. Μετά την αποφοίτησή του ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διαφήμιση. Ζωγράφιζε αφίσες και γύριζε διαφημιστικά για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Το 1970 ξεκίνησε την κινηματογραφική του διαδρομή με τη μικρού μήκους ταινία «Το ψωμί και το δρομάκι» και τρία χρόνια αργότερα γύρισε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο «Η εμπειρία» και θέμα τον πλατωνικό έρωτα ενός φτωχού αγοριού για μια πλούσια συνομήλική του. Ο Κιαροστάμι ήταν ενταγμένος στο «νέο κύμα» του ιρανικού σινεμά, νεορεαλιστικής προέλευσης, που άκμασε τη δεκαετία του ‘70 επί Σάχη και μιλούσε για τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.

Η γέννηση του Νέου Ιρανικού Κινηματογράφου

Μετά την επανάσταση του 1979, όταν εκδιώχθηκε ο Σάχης κι ανέλαβαν την εξουσία οι ισλαμιστές, ο Κιαροστάμι επέλεξε να μείνει στο Ιράν, όταν πολλοί καλλιτέχνες και συγγραφείς εγκατέλειψαν τη χώρα. Το 1987 γυρίζει την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας μετά την Ιρανική Επανάσταση, με τίτλο «Πού είναι το σπίτι του φίλου μου;», η οποία ταυτίζεται με τη γέννηση του Νέου Ιρανικού Κινηματογράφου, που δημιούργησε εθνική σχολή και χαρακτηρίζεται από τα φτωχά μέσα παραγωγής, την ποιητική γραφή και τους αργούς αφηγηματικούς ρυθμούς.

H υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από ένα οκτάχρονο αγόρι, το οποίο πρέπει να επιστρέψει το σημειωματάριο του φίλου του που το πήρε κατά λάθος, για να μην τιμωρηθεί με αποβολή από το σχολείο. Στην ταινία αυτή εμφανίζονται τα στοιχεία εκείνα που θα χαρακτηρίσουν το ύφος του Κιαροστάμι: λιτότητα εκφραστικών μέσων, ελλειπτική αφήγηση και λυρισμός στην εικόνα. Η ταινία βρίσκεται μέσα στην πρώτη δεκάδα της λίστας που συνέταξε η Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου με τις ταινίες που πρέπει να δει απαραίτητα ένα παιδί προτού συμπληρώσει τα 14 χρόνια του.

Το «Κοντινό Πλάνο» που τον έκανε γνωστό στη Δύση


Το 1990 γίνεται ευρύτερα γνωστός στη Δύση με το «Κοντινό Πλάνο», μία ταινία που κάνει δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας και αφηγείται την πραγματική ιστορία ενός απατεώνα, ο οποίος εμφανίζεται ως διάσημος σκηνοθέτης σε μία σινεφίλ οικογένεια. Είναι ιδιαίτερα δημοφιλής ανάμεσα στους κριτικούς και συχνά την κατατάσσουν μεταξύ των αριστουργημάτων του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και η επόμενη σημαντική ταινία του «Μέσα στους ελαιώνες» (1994). Ένας σκηνοθέτης φθάνει σ’ ένα χωριό χτυπημένο από σεισμούς, προκειμένου να γυρίσει μία ταινία. Οι δύο πρωταγωνιστές του, ο χτίστης Χουσείν και η μαθήτρια Ταχερέ, ζουν τον έρωτά τους τόσο ως μυθοπλασία, όσο και ως πραγματικό γεγονός. Η τελική σκηνή της ταινίας καταγράφεται ως μία από τις κορυφαίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Το 1997 φθάνει στην καλλιτεχνική του κορύφωση με τη «Γεύση του Κερασιού», που πραγματεύεται το δικαίωμα του ατόμου να αποφασίζει για τη μοίρα του. Ένας μεσήλικας θέλει να αυτοκτονήσει, και, στην κυριολεξία, σκάβει το λάκκο του. Ύστερα, περιπλανιέται με το αυτοκίνητό του αναζητώντας κάποιον που θα δεχτεί να ρίξει στο λάκκο είκοσι φτυαριές χώμα έναντι αμοιβής. Το θέμα αποτελεί πρόσχημα για ατέλειωτες περιπλανήσεις και φιλοσοφικές συζητήσεις στους δρόμους της Τεχεράνης. Η ταινία βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες την ίδια χρονιά και απογείωσε τη φήμη του σκηνοθέτη της.

Η βράβευση στο Φεστιβάλ της Βενετίας

Δύο χρόνια αργότερα θα γυρίσει την ταινία «Ο άνεμος θα μας παρασύρει», που θα τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ της Βενετίας. Ένα κινηματογραφικό συνεργείο καταφθάνει σ’ ένα ορεινό χωριό του Ιράν, με σκοπό την καταγραφή μιας νεκρικής τελετής. Αντιμετωπίζει, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα. Η υπέργηρη, ετοιμοθάνατη, γυναίκα δε λέει να πεθάνει…

Κύκνειο άσμα του σπουδαίου σκηνοθέτη είναι η ταινία «Κάτι σαν έρωτας», γαλλοϊαπωνικής παραγωγής του 2012, με πρωταγωνίστρια μία όμορφη φοιτήτρια που εκπορνεύεται για να πληρώνει τα δίδακτρά της. Όταν θα γνωρίσει ένα γηραιό πολυμαθή πελάτη, μια ιδιαίτερη σχέση θα αναπτυχθεί ανάμεσα τους.

Ο Αμπάς Κιαροστάμι πέθανε στις 4 Ιουλίου 2016 στο Παρίσι, σε ηλικία 76 ετών. Έπασχε από καρκίνο του παχέος εντέρου και είχε μεταβεί στη γαλλική πρωτεύουσα για θεραπεία.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1656

Άστορ Πιατσόλα: Ο δημιουργός του νέου τάγκο

 Άστορ Πιατσόλα (1921 – 1992)

Άστορ Πιατσόλα (1921 – 1992)

Ο Άστορ Πιατσόλα (Astor Piazzolla) ήταν αργεντινός μουσικός, βιρτουόζος του μπαντονεόν (ένα είδος ακορντεόν), που εγκατέλειψε τις παραδοσιακές λατινοαμερικάνικες ορχήστρες του ταγκό το 1955 για να δημιουργήσει ένα νέο τάγκο (nuevo tango) που συνδυάζει στοιχεία τζαζ και κλασικής μουσικής. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους λατινοαμερικάνους συνθέτες του 20ού αιώνα.

Ο Άστορ Πανταλεόν Πιατσόλα γεννήθηκε στις 11 Μαρτίου 1921 στο Μαρ ντελ Πλάτα της Αργεντινής και σε ηλικία τεσσάρων ετών μετακόμισε με τους γονείς του στη Νέα Υόρκη, όπου έζησε έως το 1936. Στα οκτώ του άρχισε να μαθαίνει μπαντονεόν και πιάνο και όταν η οικογένειά του επέστρεψε στο Μαρ Ντελ Πλάτα άρχισε να παίζει με διάφορες ορχήστρες ταγκό.

Στα 17 του μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες και το 1946 δημιούργησε τη δική του ορχήστρα, συνθέτοντας νέα έργα και πειραματιζόμενος με τον ήχο και τη δομή του ταγκό. Την ίδια εποχή άρχισε να συνθέτει μουσική για τον κινηματογράφο.

Το 1949 διέλυσε την ορχήστρα του, καθώς δεν ικανοποιούσε τις μουσικές του ανάγκες. Ο ίδιος ενδιαφερόταν περισσότερο για την κλασική μουσική κι έχοντας κερδίσει ένα διαγωνισμό σύνθεσης με το συμφωνικό κομμάτι «Μπουένος Άιρες» (1951), πήγε να σπουδάσει στο Παρίσι κοντά στην επιδραστική μουσικοπαιδαγωγό Νάντια Μπουλανζέ. Αυτή τον ώθησε να μείνει πιστός στο ταγκό και να συνεχίσει τους πειραματισμούς του. Από εκείνη την εποχή συνδύαζε στο έργο του τα δύο μουσικά του πάθη, το ταγκό και την κλασική μουσική, παρά την έντονη κριτική που δεχόταν από τους παραδοσιακούς μουσικούς του ταγκό.

Το 1955 επέστρεψε στην Αργεντινή, αλλά τρία αργότερα μετακόμισε για δεύτερη φορά στις ΗΠΑ και παρέμεινε εκεί έως το 1960. Όταν επέστρεψε στην Αργεντινή σχημάτισε το επιδραστικό σχήμα «Quinteto Nuevo Tango» (1960), με βιολί, ηλεκτρική κιθάρα, πιάνο, κοντραμπάσο και μπαντονεόν.

Αν και πολλές από τις 750 συνθέσεις του γράφτηκαν γι’ αυτό του κουιντέτο, συνέθεσε επίσης κομμάτια για ορχήστρα, μεγάλη μπάντα, μπαντονεόν και τσέλο. Οι καινοτομίες του, στην αντίστιξη, στο ρυθμό και την αρμονία, δεν έγιναν αρχικά δεκτές στην πατρίδα του, αλλά θαυμάζονταν πολύ στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Το 1967 συνέθεσε τη δημοφιλή οπερέτα του «Η Μαρία του Μπουένος Άιρες» («María de Buenos Aires»), σε λιμπρέτο του ποιητή Οράσιο Φερέρ και το 1974 το «Libertango», την πιο γνωστή του σύνθεση.

Το 1974 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και το 1985 επέστρεψε εκ νέου στην Αργεντινή. Το νέο ταγκό (nuevo tango) του Πιατσόλα απέκτησε βαθμιαία αποδοχή στην Αργεντινή και η μουσική του επηρέασε μια νέα γενιά συνθετών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 και του '80, σε ταινίες, τηλεοπτικά προγράμματα και διαφημίσεις.

Οι μεταγενέστερες συνθέσειςτου περιελάμβαναν ένα κοντσέρτο για μπαντονεόν και ορχήστρα (1979) και το «Five Tango Sensations» για μπαντονεόν και κουαρτέτο εγχόρδων (1989), παραγγελία του Κουαρτέτου Kronos.

Στις 3 Ιουλίου 1990 συνέπραξε στο Ηρώδειο με την Ορχήστρα των Χρωμάτων που διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις. Η συναυλία ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε από τη Milan. Περιείχε τις συνθέσεις του «Tres tangos para bandoneon y orquesta» («Τρία Ταγκό για μπαντονεόν και ορχήστρα»), «Adios Nonino» και «Concierto para bandoneon y orquesta» («Κοντσέρτο για μπαντονεόν και ορχήστρα»).

Ο Άστορ Πιατσόλα πέθανε στις 4 Ιουλίου 1992 στο Μπουένος Άιρες, σε ηλικία 71 ετών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2261

Ρωσία: Ανακοινώνει την κατάληψη πέντε οικισμών στην ανατολική και βορειοανατολική Ουκρανία

 Την κατάληψη πέντε ακόμη οικισμών στην ανατολική και βορειοανατολική Ουκρανία ανακοίνωσε το Σάββατο το ρωσικό υπουργείο Άμυνας, την ώρα που οι μάχες στα μέτωπα του Ντονέτσκ και του Χάρκοβο συνεχίζονται με αμείωτη ένταση.


Σύμφωνα με τη Μόσχα, οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν τον οικισμό Βασιλίβκα στην περιφέρεια του Ντονέτσκ, περίπου 13 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης Ποκρόβσκ, ενός από τα βασικά σημεία του μετώπου.

Το ρωσικό υπουργείο υποστήριξε επίσης ότι μονάδες του στρατού απέκτησαν τον έλεγχο των οικισμών Τσερνεστσίνα, Νρουζελιούμπιβκα, Νόβι Μιρ και Σίικιβκα στην περιφέρεια του Χάρκοβο.

Νωρίτερα, πάντως, το Γενικό Επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων της Ουκρανίας είχε αναφέρει ότι απέκρουσε τρεις ρωσικές επιθέσεις στον άξονα του Λίμαν το τελευταίο 24ωρο, μεταξύ αυτών και στην περιοχή της Σίικιβκα.

Μέχρι στιγμής, το Κίεβο δεν έχει σχολιάσει επίσημα τους τελευταίους ρωσικούς ισχυρισμούς, ενώ η ανεξάρτητη επιβεβαίωση των πληροφοριών παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη λόγω των συνθηκών που επικρατούν στο πεδίο των συγκρούσεων.

Οι νέες ανακοινώσεις έρχονται μία ημέρα μετά τον ισχυρισμό της Μόσχας ότι κατέλαβε τη βιομηχανική πόλη Κοστιαντινίβκα, επίσης στην περιφέρεια του Ντονέτσκ. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή «πρώτο, αλλά ιδιαίτερα σημαντικό βήμα» για την κατάληψη του αμυντικού συμπλέγματος Σλοβιάνσκ–Κραματόρσκ, το οποίο αποτελεί στρατηγικό στόχο των ρωσικών δυνάμεων.

Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι διέψευσε ότι η Κοστιαντινίβκα έχει περάσει υπό ρωσικό έλεγχο, κατηγορώντας τον Βλαντίμιρ Πούτιν ότι «επιλέγει να λέει ψέματα στον κόσμο» σχετικά με την κατάσταση στο μέτωπο.


https://thepressproject.gr/russia-katalipsi-oikismon/

1.000 ημέρες αδιάκοπης αλληλεγγύης – Μια φωνή από το Τόκιο που αρνείται να σιωπήσει για την Παλαιστίνη

1.000 ημέρες αδιάκοπης αλληλεγγύης – Μια φωνή από το Τόκιο που αρνείται να σιωπήσει για την Παλαιστίνη
Χίλιες συνεχόμενες ημέρες. Χωρίς διακοπή. Χωρίς να λυγίσει.
Ενώ το Τόκιο απέχει χιλιάδες χιλιόμετρα από τη Λωρίδα της Γάζας, ο Ιάπωνας ακτιβιστής Γιοσούκε Φουρουσάουα βρίσκεται καθημερινά στους πιο πολυσύχναστους δρόμους της πόλης, κρατώντας ένα πλακάτ για την Παλαιστίνη και αρνούμενος να επιτρέψει στον κόσμο να ξεχάσει.
Την ώρα που σε πολλές χώρες οι διαδηλώσεις έχουν περιοριστεί, εκείνος συμπληρώνει 1.000 ημέρες συνεχούς παρουσίας, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η αλληλεγγύη δεν έχει ημερομηνία λήξης.
«Θα συνεχίσω να διαδηλώνω μέχρι να απελευθερωθεί η Παλαιστίνη. Πιστεύω ότι είναι καθήκον μου να υπερασπίζομαι την ανθρωπότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και να αντιστέκομαι στον ρατσισμό», δηλώνει.
Με τις καθημερινές του δράσεις και τα μηνύματά του, όπως «Free Palestine» και «Stop the Genocide», υπενθυμίζει ότι ακόμη και ένας άνθρωπος μπορεί να κρατήσει ζωντανή τη συνείδηση της ανθρωπότητας.
Η αλληλεγγύη δεν μετριέται σε χιλιόμετρα, αλλά σε αξίες. Και ο Γιοσούκε Φουρουσάουα απέδειξε ότι η υπεράσπιση της δικαιοσύνης δεν γνωρίζει σύνορα.
Σας ευχαριστούμε. Η Παλαιστίνη δεν θα ξεχάσει ποτέ όσους στάθηκαν στο πλευρό της.


https://www.facebook.com/PALESTINIANCOMMUNITYGR/posts/pfbid02ZA7zRaBLyf8zEEogp8iJTacUFT4AZKethUBEPx8rUGftqwmH3kkm5JqVgrBc2D1Bl?__cft__[0]=AZbUA5k9flIoTrH8-HZgRBt7csx7A17GFhi-PjXdMqXqs6qM0Vh1-vLdo3i8jVrbCFeg8tS0Y0aiNRtHuldMuw3tL_zw7wBVpCyy5ev5LhyruTq6eKmAu8uOP2_JZKSx96VOdyftOaHS4f9kiMaJqSXWuIKw0IVimEOuoUw496-sYg&__tn__=%2CO%2CP-R

Summer in the City: Η ιστορία πίσω από το κλασσικό τραγούδι του καλοκαιριού

Το «Summer in the City» είμαι μία μεγάλη επιτυχία του αμερικάνικου συγκροτήματος Lovin’ Spoonful, από τη δεκαετία του '60. Οι Lovin’ Spoonful σχηματίστηκαν το 1964 και κινούνται μεταξύ ποπ και ροκ μουσικής. Στα χρόνια του '60 ήταν μία από τις αμερικανικές απαντήσεις στη λεγόμενη «βρετανική εισβολή», που την εκπροσωπούσαν συγκροτήματα, όπως οι Beatles και οι Rolling Stones.

To τραγούδι γράφτηκε από τον Μαρκ Σεμπάστιαν, αδελφό του ηγέτη του συγκροτήματος Τζον Σεμπάστιαν και περιέχεται στο τρίτο άλμπουμ του συγκροτήματος «Hums of the Lovin’ Spoonful», που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1966. Αρχικά, ο Μαρκ Σεμπάστιαν είχε γράψει τους στίχους του τραγουδιού ως ποίημα, με σκοπό να το υποβάλει προς δημοσίευση σ' ένα λογοτεχνικό περιοδικό. Το ανακάλυψε ο αδελφός του Τζον και μετά από ορισμένες μετατροπές στους στίχους, του έδωσε την οριστική μορφή. 

      Ο Μαρκ Σεμπάστιαν, που δεν ήταν μέλος των Lovin’ Spoonful, έγραψε και τη μουσική, με τη συνδρομή του κιθαρίστα του συγκροτήματος Στιβ Μπουν. Στο τραγούδι ακούγονται κόρνες αυτοκινήτων, ήχοι από κομπρεσέρ, με σκοπό να γίνει πιο ρεαλιστικό το σκηνικό, καθώς αναφέρεται στην καλοκαιριάτικη πολύβουη Νέα Υόρκη. Παραγωγός του «Summer in the City» είναι ο ελληνοαμερικανός τραγουδοποιός και ενορχηστρωτής Paul Leka (Παύλος Λέκας, 1943-2011), με καταγωγή από τη Βόρειο Ήπειρο.

Το «Summer in the City» κυκλοφόρησε ως σινγκλ στις 4 Ιουλίου 1966 και ανέβηκε στο Νο1 του αμερικανικού πίνακα επιτυχιών στις 13 Αυγούστου 1966. Βρίσκεται στην 401η θέση της περίφημης λίστας με τα 500 κορυφαία τραγούδια όλων των εποχών, που συνέταξε το έγκυρο μουσικό περιοδικό Rolling Stone το 2004.

Το τραγούδι έχει συμπεριληφθεί σε δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες (ενδεικτικά «Summer in the City», η πρώτη ταινία του Βιμ Βέντερς, παραγωγής 1970), τηλεοπτικές σειρές και διαφημιστικά σποτς. Το έχουν έχουν ερμηνεύσει καλλιτέχνες και συγκροτήματα, όπως οι:

  • Μπι Μπι Κινγκ («Guess Who», 1972)
  • Κουίνσι Τζόουνς («You've Got It Bad Girl», 1973)
  • Τιμ Κέρι («Simplicity», 1981)
  • Τζο Κόκερ («Have a Little Faith» ,1994)
  • Stranglers («Written in Red», 1997)
  • Massive Attack (Η εκδοχή του Κουίνσι Τζόουνς «σαμπλάρεται» στο τραγούδι «Εxchange» από το άλμπουμ του 1998 «Mezzanine»)
  • Butthole Surfers («Music for Our Mother Ocean Νο 3», 1999)
  • Τζο Τζάκσον («Summer in the City: Live in New York», 2000)
  • Styx («Big Bang Theory», 2005)

Οι Στίχοι

Hot town, summer in the city
Back of my neck getting dirty and gritty
Been down, isn't it a pity
Doesn't seem to be a shadow in the city

All around, people looking half dead
Walking on the sidewalk, hotter than a match head

But at night it's a different world
Go out and find a girl
Come-on come-on and dance all night
Despite the heat it'll be alright

And babe, don't you know it's a pity
That the days can't be like the nights
In the summer, in the city
In the summer, in the city

Cool town, evening in the city
Dressing so fine and looking so pretty
Cool cat, looking for a kitty
Gonna look in every corner of the city
Till I'm wheezing like a bus stop
Running up the stairs, gonna meet you on the rooftop

But at night it's a different world
Go out and find a girl
Come-on come-on and dance all night
Despite the heat it'll be alright

And babe, don't you know it's a pity
That the days can't be like the nights
In the summer, in the city
In the summer, in the city

Hot town, summer in the city
Back of my neck getting dirty and gritty
Been down, isn't it a pity
Doesn't seem to be a shadow in the city

All around, people looking half dead
Walking on the sidewalk, hotter than a match head

But at night it's a different world
Go out and find a girl
Come-on come-on and dance all night
Despite the heat it'll be alright

And babe, don't you know it's a pity
That the days can't be like the nights
In the summer, in the city
In the summer, in the city.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/551


Give Peace a Chance: Ο ύμνος του φιλειρηνικού κινήματος

Το «Give Peace a Chance» είναι από το πιο γνωστά αντιπολεμικά τραγούδια. Γράφτηκε τον Ιούνιο του 1969 από τον Τζον Λένον και κυκλοφόρησε σε σινγκλ τον επόμενο μήνα. Έκτοτε αποτελεί τον ύμνο του παγκόσμιου φιλειρηνικού κινήματος.

Στα τέλη Μαΐου του 1969, ο Τζον Λένον και η Γιόκο Όνο περνούσαν τον μήνα του μέλιτος στο ξενοδοχείο «Κουΐν Ελίζαμπεθ» του Μόντρεαλ. Επί τη ευκαιρία, πραγματοποίησαν τη δεύτερη «επί κλίνης» διαμαρτυρία τους («Bed-In») κατά της αμερικανικής επέμβασης στο Βιετνάμ.

Κάθε μέρα από τις 9 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, η πόρτα του δωματίου τους ήταν ανοιχτή για τους εκπροσώπους του Τύπου. Οι δημοσιογράφοι συνέρρεαν κατά δεκάδες, πιστεύοντας ότι θα συλλάβουν το ζευγάρι σε τρυφερές στιγμές, μετά τη γυμνή φωτογράφισή τους στο εξώφυλλο του άλμπουμ «Two Virgins». Προς μεγάλη τους απογοήτευση, ο Τζον και η Γιόκο, καθισμένοι στο κρεββάτι του δωματίου τους, συζητούσαν μαζί τους για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο.

Όταν ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε τι προσπαθεί να πετύχει καθισμένος στο κρεββάτι του, ο Λένον του απάντησε: «All we are saying is give peace a chance» («Το μόνο που λέμε είναι να δώσουμε μια ευκαιρία στην ειρήνη»). Σχεδόν ακαριαία, ο Λένον σκέφθηκε ότι η ατάκα του αυτή θα μπορούσε να γίνει τραγούδι κι έτσι προέκυψε το «Give Peace A Chance», ένας διαχρονικός ύμνος για την ειρήνη.test

append

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε την 1η Ιουνίου στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με ένα κασετόφωνο 8 track, που αγόρασε ο Λένον από ένα παρακείμενο κατάστημα. Ο ίδιος και ο Τόμι Σμόδερς έπαιξαν ακουστικές κιθάρες και η Γιόκο Όνο διάφορα κρουστά. Στα φωνητικά συμμετείχαν διάσημοι φίλοι του ζευγαριού, όπως ο ποιητής Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο ψυχολόγος Τίμοθι Λίρι και η ηθοποιός και τραγουδίστρια Πετούλα Κλαρκ.

Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε σινγκλ στις 4 Ιουλίου 1969 στην Αγγλία και τρεις ημέρες αργότερα στις ΗΠΑ. Στην δεύτερη πλευρά συμπεριλήφθηκε το τραγούδι της Γιόκο Όνο «Remember Love». Το δισκάκι έφερε ως δημιουργούς την Plastic Ono Band, το μουσικό σχήμα που αποτύπωνε τις μουσικές ανησυχίες του διάσημου ζευγαριού. Το «Give Peace a Chance» ανέβηκε στο Νο 2 του βρετανικού πίνακα επιτυχιών και στο Νο14 του αντίστοιχου αμερικανικού. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1969 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε συναυλία, στο Τορόντο του Καναδά.

Το τραγούδι γρήγορα έγινε ύμνος του αντιπολεμικού κινήματος στις ΗΠΑ και εν γένει των κινημάτων της αντικουλτούρας που ξεπήδησαν τη δεκαετία του ‘60. Το τραγούδησαν 500.000 διαδηλωτές, στις 15 Νοεμβρίου 1969, κατά τη διάρκεια του ογκώδους συλλαλητηρίου κατά του πολέμου στο Βιετνάμ στην Ουάσινγκτον.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/1298

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ