Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
Ο πρόεδρος του Λιβάνου επιτίθεται στο Ιράν και τη Χεζμπολάχ – Δεν αποκλείει συνάντηση με τον Νετανιάχου
Σφοδρή επίθεση κατά του Ιράν εξαπέλυσε ο πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, κατηγορώντας την Τεχεράνη ότι χρησιμοποιεί τη χώρα του ως «διαπραγματευτικό χαρτί» στις συνομιλίες της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να συναντηθεί με τον εγκληματία Ισραηλινό πρωθυπουργό.

Σε αποκλειστική συνέντευξή του στο CNNi, ο Αούν δήλωσε: «Το σπίτι μας καταστρέφεται. Το Ιράν χρησιμοποιεί τον Λίβανο ως διαπραγματευτικό χαρτί στις διαπραγματεύσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι απαράδεκτο».
Ο Λιβανέζος πρόεδρος απηύθυνε στη συνέχεια άμεσο μήνυμα προς το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, λέγοντας: «Δεν είναι η χώρα σας, είναι δική μας».
Ο πρόεδρος του Λιβάνου, Τζόζεφ Αούν, επέκρινε τη Χεζμπολάχ, λέγοντας ότι ο λαός της χώρας του «δεν είναι λαός του [ηγέτη της Χεζμπολάχ] Ναΐμ Κασέμ». Ο Αούν υποστήριξε στην Κριστιάν Αμανπούρ του CNN ότι μίλησε με μεγάλο αριθμό Λιβανέζων πολιτών, οι οποίοι υποτίθεται πως του έχουν πει ότι έχουν «βαρεθεί» τον πόλεμο μεταξύ της Χεζμπολάχ και του Ισραήλ
Ο Αούν απηύθυνε επίσης ερώτημα προς τον ισραηλινό λαό: «Θέλουν πραγματικά να ζήσουν σε αέναο πόλεμο;» προσθέτοντας ότι η εχθρότητα μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου πρέπει να τελειώσει «για πάντα».
«Είμαστε έτοιμοι, είμαστε πρόθυμοι, δεσμευόμαστε σε διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου», τόνισε ο Αούν, προσθέτοντας: «Εάν δεν είσαι, δεν θα ζήσεις ποτέ με ειρήνη, ασφάλεια και σιγουριά».
Ο Λιβανέζος πρόεδρος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να συναντηθεί με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, αφού καταλήξουν σε συμφωνία, κάτι που θα ήταν η πρώτη συνάντηση ηγετών των δύο χωρών.
Σε μόλις τρεις μήνες, η ισραηλινή στρατιωτική επίθεση έχει σκοτώσει περισσότερους από 3.500 ανθρώπους και εκτοπίσει το ένα πέμπτο του πληθυσμού του Λιβάνου.
Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα (Federico García Lorca) είναι ο κορυφαίος ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας του 20ου αιώνα. Είναι γνωστός παγκοσμίως για τα ποιήματά του «Ρομανθέρο Χιτάνο» και «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», καθώς και για τη δραματική του τριλογία «Ματωμένος γάμος», «Γέρμα» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα». Η κεντρική θεματική των έργων του, που ισορροπούν μεταξύ παράδοσης και μοντερνισμού, περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα, την υπερηφάνεια, το πάθος και τον βίαιο θάνατο. Βίαιος ήταν και ο δικός του θάνατος, όταν εκτελέστηκε από τους Εθνικιστές του Φράνκο, λίγο μετά το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, σε μία ιδιαίτερα δημιουργική περίοδο της σύντομης ζωής του.
Τα πρώτα χρόνια
Ο Φεδερίκο δελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1898 στην κωμόπολη Φουέντε Βακέρος της Ανδαλουσίας. Ο πατέρας του Φεδερίκο Γκαρθία Ροδρίγκεθ ήταν μεγαλοαγρότης της περιοχής και η μητέρα του Βιθέντα Λόρκα Ρομέρο δασκάλα. Και οι δυο γονείς του αγαπούσαν τη μουσική, που την εμφύσησαν και στο μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά τους. Ο πατέρας του έπαιζε κιθάρα και η μητέρα του πιάνο.
Σε ηλικία 10 ετών, η οικογένειά του μετοίκησε στην κοντινή πόλη της Γρανάδας, όπου ο Λόρκα παρακολούθησε μαθήματα σ’ ένα σχολείο Ιησουιτών. Με την πίεση του πατέρα του γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδα, την οποία τελείωσε ύστερα από εννέα χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, καθώς τα ενδιαφέροντά του εστιάζονταν στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη μουσική.

Στα δύο πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Φοιτητική Κατοικία, η ποίησή του έγινε γνωστή σε όλους τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ισπανίας. Δύσκολα δεχόταν τη δημοσίευση κάθε έργου του. «Η ποίηση δημιουργείται για ν’ απαγγέλλεται», έλεγε, «σ’ ένα βιβλίο είναι νεκρή». Έτσι απήγγειλε την ποίηση και διάβαζε τα θεατρικά του έργα σαν μεσαιωνικός τροβαδούρος.
Καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του ήταν η συνεργασία του με τον διακεκριμένο συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια (ή Φάλια, όπως είναι γνωστός στην Ελλάδα) στο φεστιβάλ λαϊκής μουσικής της Γρανάδας το 1922. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής ο Λόρκα θεώρησε ότι βρήκε λύση στις μουσικές, ποιητικές και πνευματικές αναζητήσεις του. Το ποίημα «Romancero Gitano» («Τσιγγάνικο Ρομανθέρο» ή «Τσιγγάνικο Τραγουδιστάρι»), που γράφτηκε μεταξύ 1924 και 1927 και δημοσιεύτηκε το 1928, έμελλε να είναι η λυρική έκφραση αυτής της λύσης. Ο Λόρκα ήταν τώρα ο σπουδαιότερος ισπανός ποιητής και ηγετική προσωπικότητα της λεγόμενης «Γενιάς του ‘27».
Το ταξίδι στη Νέα Υόρκη
Τη διετία 1929-1930, ο Λόρκα έζησε στη Νέα Υόρκη στη φοιτητική εστία του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Μη μπορώντας να μιλήσει αγγλικά, υπέστη ένα πολιτιστικό σοκ, την κατάρρευση του προσωπικού του κόσμου, ενώ ήταν μάρτυρας του οικονομικού κραχ της Γουόλ Στριτ. Οι εμπειρίες του αυτές μετουσιώθηκαν στο ποιητικό του έργο «Ένας ποιητής στη Νέα Υόρκη» («Poeta en Nueva York»), που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, το 1940. Η φρίκη του ποιητή για ό,τι θεωρούσε ως θάνατο της ζωής ενός μηχανοποιημένου πολιτισμού μεταφέρεται με τον αντιστικτικό συνδυασμό βάναυσων και βασανιστικών εικόνων.

Η έλευση της Δημοκρατίας στην Ισπανία έστρεψε τον Λόρκα ολοκληρωτικά στο θέατρο. Ο υπουργός Παιδείας υποστήριξε τον σπουδαστικό θίασο «La Baracca» («Η Παράγκα»), που έδινε παραστάσεις, από το 1932 έως το 1935, παρουσιάζοντας αριστουργήματα του κλασικού θεάτρου σε εργάτες και χωρικούς. Ιδρυτής και καθοδηγητής του θιάσου ήταν ο Λόρκα, που ανέβασε έργα των Λόπε ντε Βέγα, Καλντερόν ντε λα Μπάρκα, ακόμη και Θερβάντες.
Τα τρία σπουδαιότερα θεατρικά έργα του Λόρκα
Το 1933 άρχισε να παρουσιάζει τα τρία σπουδαιότερα και δημοφιλέστερα θεατρικά του έργα, μία τριλογία σύγχρονων τραγουδιών, με θέματα παρμένα από την καθημερινή ζωή. Το 1933 ανέβηκε ο «Ματωμένος Γάμος» («Bodas de sangre»), τον επόμενο χρόνο η «Γέρμα» («Yerma»), ενώ το 1936 έγραψε «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα («La casa de Bernarda Alba»), που ανέβηκε μετά το θάνατό του στο Μπουένος Άιρες. Το 1935 έγραψε το ποίημα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» («Llanto por Ignacio Sanchez Mejias»), στη μνήμη του φίλου του ταυρομάχου και διανοούμενου που σκοτώθηκε σε μια ταυρομαχία.
Οι θεωρίες για τα κίνητρα των εκτελεστών του
Τον Ιούλιο του 1936 εκδηλώθηκε η ανταρσία του στρατηγού Φράνκο κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης της Μαδρίτης, η οποία πυροδότησε τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ο Λόρκα πήγε στη Γρανάδα για να βρει τους δικούς του. Στις 17 Αυγούστου 1936 συνελήφθη από τους οπαδούς (φαλαγγίτες) του Φράνκο και την επομένη εκτελέστηκε.

Άλλωστε έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς διάφορες θεωρίες για τα κίνητρα που όπλισαν το χέρι των εκτελεστών του. Η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι ο Λόρκα δολοφονήθηκε από φαλαγγίτες του Φράνκο, που δεν του συγχώρησαν τη συμπόρευσή του με το κυβερνών Λαϊκό Μέτωπο (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί).
Στον αντίποδα, έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι τα κίνητρα της εκτέλεσής του μπορεί να μην ήταν αμιγώς πολιτικά. Η δεδηλωμένη ομοφυλοφιλία του είχε ενοχλήσει πολλούς στη συντηρητική Ανδαλουσία και περισσότερο κάποιους συγγενείς του, που επιζητούσαν ένα τρόπο να ξεπλύνουν το οικογενειακό όνειδος. Όσοι ακολουθούν αυτή τη θεωρία στηρίζουν την άποψή τους και στο γεγονός ότι ο Λόρκα δεν είχε κομματικές συμπάθειες και διατηρούσε φιλίες με πρόσωπα και από τις δύο παρατάξεις, όπως με τον αρχηγό των φαλαγγιτών Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα, με τον οποίο συνήθιζε να γευματίζει κάθε Παρασκευή.
Το έργο του Λόρκα έχει μεγάλη απήχηση στη χώρα μας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί από σπουδαίους ποιητές, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Γκάτσος και μελοποιηθεί από συνθέτες, όπως οι Μίκης Θεοδωράκης («Ρομανθέρο Χιτάνο»), Σταύρος Ξαρχάκος («Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας»), Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Γλέζος, Χρήστος Λεοντής, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Κουρουπός, Δημήτρης Μαραμής, Νίκος Κυπουργός, Τάσος Καρακατσάνης, Νότης Μαυρουδής και Γιάννης Αγγελάκας.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2337
Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών

Με τον περιγραφικό αυτό όρο εννοούμε τον πόλεμο που ξέσπασε στις 5 Ιουνίου 1967 μεταξύ Ισραήλ και των γειτονικών του αραβικών χωρών (Αιγύπτου, Συρίας και Ιορδανίας). Το Ισραήλ, 19 χρόνια μετά την ίδρυσή του, πάλευε ακόμα για την ύπαρξή του, ενώ οι Άραβες επιδίωκαν την εξαφάνισή του. Οι εχθροπραξίες περατώθηκαν πέντε μέρες αργότερα, στις 10 Ιουνίου, με θρίαμβο των Ισραηλινών, που τριπλασίασαν τα εδάφη τους, κατακτώντας το Σινά, τη Λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τα Υψίπεδα του Γκολάν.
Στις αρχές του 1967, έπειτα από μια περίοδο σχετικής ηρεμίας, που ακολούθησε τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1956, οι αψιμαχίες ξανάρχισαν στα σύνορα του Ισραήλ και των γειτονικών του αραβικών κρατών. Παλαιστίνιοι μαχητές πραγματοποιούσαν επιθέσεις στο έδαφος του Ισραήλ, ενώ ο αιγύπτιος ηγέτης Νάσερ ζήτησε την απόσυρση των δυνάμεων του ΟΗΕ από το Σινά στις 18 Μαΐου και μετέφερε στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Έπειτα από 11 χρόνια, Ισραηλινοί και Αιγυπτιακοί ήρθαν και πάλι πρόσωπο με πρόσωπο.
Το κλίμα βάρυνε από την απόφαση του αιγύπτιου προέδρου Νάσερ να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό για τα ισραηλινά πλοία στις 22 Μαΐου. Οκτώ μέρες αργότερα, Αίγυπτος και Ιορδανία υπέγραψαν σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας, που θορύβησε τους Ισραηλινούς, καθώς οι αραβικές δυνάμεις βρίσκονταν σε απόσταση 17 χιλιομέτρων από τη Μεσόγειο. Αυτό σήμαινε ότι μια καλά οργανωμένη επίθεση κατά του Ισραήλ θα μπορούσε να αποκόψει τη χώρα στα δύο. Στις 4 Ιουνίου στη συμμαχία Αιγύπτου, Ιορδανίας και Συρίας προστέθηκε και το Ιράκ. ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση κατάλαβαν πλέον ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και συνέστησαν αυτοσυγκράτηση.

Την ίδια ώρα, οι ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις εξαπέλυαν επίθεση εναντίον των αιγυπτιακών στο Σινά και τη Λωρίδα της Γάζας. Με ένα ευφυές στρατήγημα, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Αριέλ Σαρόν βρέθηκαν πίσω από τις αιγυπτιακές δυνάμεις, κυκλώνοντάς τις. Από εκείνη τη στιγμή, στο νου των αιγύπτιων ιθυνόντων ήταν το πώς οι δυνάμεις τους θα υποχωρήσουν με ασφάλεια από το αραιοκατοικημένο Σινά για να προστατεύσουν το Κάιρο. Μέσα σε 11 χρόνια οι ισραηλινοί καταλάμβαναν για δεύτερη φορά τη Χερσόνησο του Σινά.
Στο Δυτικό Μέτωπο, ο διστακτικός βασιλιάς της Ιορδανίας Χουσεΐν πείστηκε από τον Νάσερ ότι η «νίκη ήταν με το μέρος τους». Ενεπλάκη στον πόλεμο, αλλά η αντίδραση των Ισραηλινών ήταν ακαριαία. Στις 7 Ιουνίου είχαν υπό την κατοχή τους τη Δυτική Όχθη, ενώ εισήλθαν θριαμβευτικά στην Ανατολική Ιερουσαλήμ (Παλιά Πόλη), μετά από 1900 χρόνια. Η πιο εντυπωσιακή επιχείρηση έγινε στα Υψίπεδα του Γκολάν στη Συρία. Μέσα σε 24 ώρες οι Ισραηλινοί αντίκρισαν τις πεδιάδες της Δαμασκού.
Ο «Πόλεμος των Έξι Ημερών» κράτησε στην πραγματικότητα 132 ώρες και 30 λεπτά, λιγότερο κι από έξι ημέρες. Απο πλευράς Ισραηλινών ενεπλάκησαν στις επιχειρήσεις 264.000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων και των εφέδρων. Η Αίγυπτος παρέταξε 150.000 άνδρες, η Ιορδανία 55.000 και η Συρία 75.000 άνδρες. Οι απώλειες για τους Ισραηλινούς ανήλθαν σε 679 νεκρούς και 2.563, ενώ οι Άραβες είχαν κατά προσέγγιση 21.000 νεκρούς και 45.000 τραυματίες.
Το Ισραήλ ένοιωθε, πλέον, καλά στα πόδια του και είχε τα αναγκαία εδάφη για να διαπραγματευθεί την απόκτηση ειρήνης και ασφάλειας με τους άραβες γείτονές του. Μεγάλος ηττημένος του πολέμου υπήρξε ο αιγύπτιος πρόεδρος Νάσερ, που είδε τις φιλοδοξίες του να ηγηθεί του αραβικού κόσμου, να καταρρέουν.
Στον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» έλαβαν μέρος στρατιωτικοί, που πρωταγωνίστησαν στις κατοπινές πολιτικές εξελίξεις της Μέσης Ανατολής. Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ισραήλ ήταν ο Γιτζάκ Ραμπίν, μετέπειτα πρωθυπουργός, που δολοφονήθηκε από ακροδεξιό το 1995. Της επίθεσης των Ισραηλινών στο Σινά, ηγήθηκε ο Αριέλ Σαρόν, τέως πρωθυπουργός και αυτός. Των συριακών δυνάμεων ηγήθηκε ο Χαφέζ Ελ Ασαντ, πρόεδρος της Συρίας ως το θάνατό του το 2000.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/148