Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025
Την απαγόρευση χρήσης των social media σε παιδιά κάτω των 15 θα προτείνει η γαλλική κυβέρνηση
Η γαλλική κυβέρνηση σχεδιάζει να προχωρήσει σε απαγόρευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών από τη σχολική χρονιά του 2026, εστιάζοντας σε κινδύνους που μπορούν να επιφέρουν, και κυρίως στην «έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο», την «κυβερνοπαρενόχληση» και τις «διαταραχές ύπνου».
Σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, το σχέδιο αυτό, που περιλαμβάνει δύο άρθρα, θέλει να απαγορεύσει «την παροχή, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, υπηρεσίας μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών,» από την 1η Σεπτεμβρίου 2026.
«Πολυάριθμες μελέτες και εκθέσεις διαπιστώνουν τους διάφορους κινδύνους που προκαλούνται από την υπερβολική χρήση των ψηφιακών οθονών από εφήβους» τονίζει στο σχετικό έγγραφο η κυβέρνηση, επισημαίνοντας κυρίως «την έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο», την «κυβερνοπαρενόχληση» και τις «διαταραχές ύπνου».
Το πρώτο άρθρο του νομοσχεδίου εμπίπτει στο πλαίσιο του νόμου για την εμπιστοσύνη στην ψηφιακή οικονομία (LCEN) και εμπιστεύεται στην Arcom, τη γαλλική ρυθμιστική αρχή για τη ραδιοτηλεοπτική και την ψηφιακή επικοινωνία, το καθήκον της τήρησης της απαγόρευσης αυτής.
Στο δεύτερο άρθρο, το νομοσχέδιο της κυβέρνησης θέλει να διευρύνει στο λύκειο την απαγόρευση της χρήσης του κινητού τηλεφώνου. Ένα μέτρο που έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή από τον παιδικό σταθμό έως τις πρώτες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με νόμο του 2018, παρόλο που κάποιες φορές είναι δύσκολο να εφαρμοστεί.
Η Ραγάντ, 15 ετών – μια φωνή ζωής μέσα από τη γενοκτονία
Παιδιά στο στόχαστρο – πού είναι η δικαιοσύνη;
Στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη:
Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι «παράπλευρες απώλειες».
Είναι ονόματα, πρόσωπα, παιδικά όνειρα που θάφτηκαν στα ερείπια.
Πού είναι η δικαιοσύνη;
Πού είναι ο «πολιτισμένος κόσμος»;
Γιατί πολεμούν τα παιδιά της Παλαιστίνης;
Γιατί δολοφονούνται, τραυματίζονται, φυλακίζονται και τους κλέβεται η παιδική τους ηλικία;
Η στοχοποίηση των παιδιών δεν είναι λάθος.
Είναι πολιτική επιλογή.
Είναι μέρος ενός σχεδίου εξόντωσης, όπου η εκπαίδευση, η παιδική ηλικία και το μέλλον ενός λαού αντιμετωπίζονται ως απειλή.
Τα παιδιά της Παλαιστίνης δεν κρατούν όπλα.
Κρατούν τετράδια, όνειρα και ελπίδα.
Και όμως, γίνονται στόχος.
Η σιωπή απέναντι σε αυτό το έγκλημα είναι συνενοχή.
Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.
Τα παιδιά της Παλαιστίνης αξίζουν να ζήσουν.
Γιάννης Δαλιανίδης: Ο πατέρας του ελληνικού κινηματογραφικού μιούζικαλ
Ο Γιάννης Δαλιανίδης ήταν σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και χορευτής. Υπήρξε ένας από τους πιο εμπορικούς σκηνοθέτες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, με πάνω από 60 ταινίες στη φιλμογραφία του – κωμωδίες, δράματα και μιούζικαλ.
Διέπρεψε στο μιούζικαλ (ο ίδιος το αποκαλούσε μουσική κωμωδία) και δικαίως θεωρείται ο πατέρας του ελληνικού κινηματογραφικού μιούζικαλ. Μαζί με τον Φιλοποίμενα Φίνο ήταν οι άνθρωποι που καθόρισαν τη μορφή του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου και στήριξαν τη δημιουργία σταρ, όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, η Ζωή Λάσκαρη, η Μάρθα Καραγιάννη και ο Κώστας Βουτσάς.
Τα πρώτα βήματα ως ηθοποιός και χορευτής
Ο Γιάννης Δαλιανίδης γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1923 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε με θετούς γονείς. Πολύ συχνά στις συνεντεύξεις του μιλούσε για τη μητέρα του, τη γυναίκα που τον είχε υιοθετήσει, αποκαλύπτοντας μάλιστα πως η αγάπη του γι’ αυτήν δεν τον άφησε να φύγει στο εξωτερικό και να κάνει καριέρα εκεί. «Μου φαινόταν αδιανόητο να αφήσω μια γριούλα μετά από όσα είχε προσφέρει σε μένα».
Η καριέρα του στον κόσμο του θεάματος ξεκίνησε σε ηλικία μόλις 10 χρόνων, ως ηθοποιός του παιδικού θεάτρου και συνέχισε ως χορευτής και χορογράφος, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Γιάννης Νταλ. Η αγάπη του για τον κινηματογράφο ήταν συνδεδεμένη με τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Όταν ήταν μικρός, σ’ έναν από τους χώρους της Έκθεσης υπήρχε ένα άσπρο πανί, που προβάλλονταν διαφημίσεις. «Ήταν μαγευτικό αυτό. Με χάραξε και από εκεί ξεκίνησαν όλα».

Τον επόμενο χρόνο πέρασε στη σκηνοθεσία με τις κωμωδίες «Η Μουσίτσα» και «Λαός και Κολωνάκι». Το 1961 ξεκίνησε η συνεργασία του με τη Φίνος Φιλμς. Με το δράμα «Ο Κατήφορος», που προβλήθηκε στα τέλη της χρονιάς, ο Γιάννης Δαλιανίδης καθιέρωσε ως πρωταγωνίστρια τη Ζωή Λάσκαρη. Η ως τότε Ζωή Κουρούκλη, βαφτίστηκε από τον σκηνοθέτη, Ζωή Λάσκαρη, για να μη συνδέεται με τη συνονόματη και συνεπώνυμή της εξαδέρφη, που εκείνη την εποχή μεσουρανούσε ως τραγουδίστρια.
Απογείωση καριέρας με τις «μουσικές κωμωδίες»
Μετά τον «Κατήφορο», η καριέρα του Γιάννη Δαλιανίδη απογειώθηκε. Ακολούθησε η δημιουργία μιας σειράς ταινιών κυρίως μιούζικαλ, χαρακτηρισμό τον οποίο ο ίδιος δεν αποδεχόταν, επιμένοντας στον όρο «μουσικές κωμωδίες». Στις ταινίες αυτές ο Δαλιανίδης κατάφερε να συνδυάσει θαυμάσια το τραγούδι και τον χορό με τη σεναριακή πλοκή και να γυρίσει μερικά από τα πιο αντιπροσωπευτικά του είδους α λα ελληνικά.
Η αρχή έγινε τον Ιανουάριο του 1963 με το μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο», στο οποίο επέβαλε ως πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου, παρά την αντίθεση του Φίνου. Η ταινία αυτή θεωρείται ως το πρώτο ελληνικό μιούζικαλ στα πρότυπα του αμερικανικού.
Συνολικά σκηνοθέτησε περισσότερες από 60 ταινίες («Νόμος 4000» , «Ίλιγγος» «Κάτι να Καίει», «Κορίτσια για φίλημα» , «Οι θαλασσιές οι χάντρες», « Γοργόνες και Μάγκες», «Μια κυρία στα μπουζούκια», «Μαριχουάνα στοπ», κ.ά.), στις περισσότερες από τις οποίες είχε γράψει ο ίδιος το σενάριο.
Οι σειρές στην ελληνική τηλεόραση
Από τη δεκαετία του ’70 εισήλθε δυναμικά και στο χώρο της τηλεόρασης, σκηνοθετώντας σειρές που άφησαν εποχή: «Λούνα Πάρκ» (1974-1981, ΕΙΡΤ), «Τα Λιονταράκια του κυρ-Ηλία» (1985, ΕΡΤ), «Το Ρετιρέ» (1990, MEGA), «Οι Μικρομεσαίοι» (1992, MEGA), «Στραβά κι Ανάποδα» (1993, ANT1) και «Το τρίτο στεφάνι» (1995, ANT1), βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης άφησε την τελευταία του πνοή στις 16 Οκτωβρίου 2010 στο νοσοκομείο «Μετροπόλιταν» της Αθήνας, όπου νοσηλευόταν με αναπνευστικά προβλήματα και πολυοργανική ανεπάρκεια. Η κηδεία του ήταν πολιτική, κατόπιν επιθυμίας του, κι έγινε στις 18 Οκτωβρίου στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2462
Κώστας Βουτσάς
Καταξιωμένος και δημοφιλής κωμικός με καλλιτεχνική διαδρομή που ξεπερνά τα 70 χρόνια, ο Κώστας Βουτσάς έφυγε από την ζωή τα ξημερώματα της 26ης Φεβρουαρίου 2020, μετά από πολυήμερη νοσηλεία στο νοσοκομείο Αττικόν.
Με τον παιχνιδιάρικo χαρακτήρα του, την ανάλαφρη διάθεσή του, το πληθωρικό και μπριόζικο παίξιμό του, ο Κώστας Βουτσάς δημιούργησε ένα ιδιαίτερο τύπο κωμικού ηθοποιού, που αποτελεί εγγύηση γέλιου και αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό. Είναι ένα από τα σύμβολα της χρυσής εποχής του εμπορικού κινηματογράφου, αλλά ανέδειξε το υποκριτικό του ταλέντο και σε πιο απαιτητικούς ρόλους στον κινηματογράφο και το θέατρο.
Τα πρώτα χρόνια στην Θεσσαλονίκη
Ο Κώστας Βουτσάς γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1931 στην Αθήνα (Βύρωνας) από προσφυγική οικογένεια και μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Το επώνυμο της οικογένειάς του ήταν Σαββόπουλος, επικράτησε όμως το Βουτσάς λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του παππού του (βουτσάς= αυτός που κατασκευάζει βουτσιά, δηλαδή βαρέλια).
Από μικρός είχε το σαράκι του ηθοποιού και μεγαλώνοντας γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Στην Θεσσαλονίκη έκανε και τις πρώτες του θεατρικές εμφανίσεις με τοπικούς και στην συνέχεια με περιοδεύοντες θιάσους. Στον κινηματογράφο ντεμπουτάρισε το 1953 στην κωμωδία του Γιώργου Λαζαρίδη «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται».
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση
Στα τέλη της δεκαετίας του ’ 50, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, ύστερα από πρόταση της γνωστής πρωταγωνίστριας της εποχής Καλής Καλό για να εμφανιστεί μαζί της στο θέατρο «Περοκέ». Εκεί τον είδε ο Αλέκος Σακελλάριος και του έδωσε έναν μικρό ρόλο στην ταινία του « Η κυρά μας η μαμμή» (1958), που αποτέλεσε το διαβατήριο για την ένταξή του στην Φίνος Φιλμ.
Το 1961, είναι η χρονιά της καταξίωσης για τον Κώστα Βουτσά. Εμφανίστηκε σε δύο ταινίες της Φίνος Φιλμ, «Η Αλίκη στο Ναυτικό» του Αλέκου Σακελλάριου και «Ο Σκληρός Άνδρας», του Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος του εμπιστεύτηκε ένα κωμικό ρόλο στην κατά τ’ άλλα επόμενη δραματική ταινία του «Ο Κατήφορος», που άρχισε να προβάλλεται στα τέλη της ίδιας χρονιάς. Η ταινία όχι μόνο έσπασε ταμεία, αλλά απογείωσε τις καριέρες των πρωταγωνιστών της Ζωής Λάσκαρη, Νίκου Κούρκουλου και φυσικά του Κώστα Βουτσά, ενώ καθιέρωσε τον Γιάννη Δαλιανίδη ως ένα από τους εμπορικότερους σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου.
Τα επόμενα χρόνια πρωταγωνίστησε σε αξέχαστες κωμωδίες, πραγματοποιώντας σπουδαίες ερμηνείες. Οι ατάκες του άφησαν εποχή («Έχω και κότερο πάμε μια βόλτα;», «Κααατίνα σαλααμάκι») και οι καρπαζιές του στον Αλέκο Τζανετάκο και τον Σωτήρη Τζεβελέκο δημιούργησαν σχολή. Κάποιοι από τους ρόλους του, που μένουν αξέχαστοι είναι ο μικροαστός στο «Ανθρωπάκι», ο νιόπαντρος στη «Νύχτα Γάμου», ο τεμπέλης γιος στη «Χαρτοπαίχτρα», ο λαϊκός ποδοσφαιριστής στο «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», ο μικροαπατεώνας στον «Γόη», ο γιαλαντζί Άραβας στο «Ξυπόλητος Πρίγκηψ» και ο Ράμογλου με το κότερο, στο «Κορίτσια για Φίλημα». Στα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, άφησε τη σφραγίδα του σε δύο τραγούδια, το «Φσσστ, μπόινγκ!» («Κάτι να καίει») και το «Αψού, γείτσες!» ( «Κορίτσια για φίλημα»).
Θέατρο, τηλεόραση και βιντεοταινίες
Την δεκαετία του ’80 έπαιξε σε βιντεοταινίες, αλλά πέρασε και στην αντίπερα όχθη του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως και ο Θανάσης Βέγγος, ερμηνεύοντας πιο απαιτητικούς ρόλους σε ταινίες του σκηνοθέτη Βασίλη Βαφέα. Ξεχωρίζει ο ρόλος του μικροαστού λογιστή στην κοινωνική ταινία του Βαφέα «Ο Έρωτας του Οδυσσέα», για την οποίον τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1984. Η ταινία εκπροσώπησε την Ελλάδα στο «Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 1985 και ένα χρόνο αργότερα μεταδόθηκε ως μίνι σειρά από την ΕΡΤ.
Στην τηλεόραση πρωτοεμφανίστηκε το 1973 με την σειρά του Κώστα Πρετεντέρη «Ονειροπαρμένος» (ΕΡΤ), που ήταν μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες εκείνων των χρόνων.Συνέχισε με δημοφιλείς σειρές, όπως «Το Ημερολόγιο ενός Θυρωρού» (ΥΕΝΕΔ, 1979), και «Ο Ανδροκλής και τα Λιοντάρια του» (ΕΡΤ, 1985).
Παράλληλα, ξεδίπλωσε το κωμικό του ταλέντο σε όλα τα είδη του θεάτρου – πρόζα, επιθεώρηση, μιούζικαλ. Ενδεικτικά, έπαιξε σε κωμωδίες του Νίκου Τσιφόρου («Αγάπη μου Παλιόγρια», που γυρίστηκε και επιτυχημένη ταινία με τον ίδιο και την Ξένια Καλογεροπούλου, «Οι Απάνω και οι Κάτω»), του Κώστα Πρετεντέρη (« Ο νονός μου ο διάβολος», «Ο καπετάν Κώστας στο Πόρτο-Λιμπερτά») του Ασημάκη Γιαλαμά (Μπαμπά, ποιός είναι ο μπαμπάς μου;»), αλλά σε έργα των Μολιέρου «Ο Αρχοντοχωριάτης» και Ντάριο Φο («Όποιος κλέβει ένα πόδι κερδίζει στην αγάπη»). Ο Κώστας Βουτσάς έπαιξε, επίσης, σε κωμωδίες του Αριστοφάνη («Θεσμοφοριάζουσες», «Σφήκες», «Όρνιθες») με μεγάλη επιτυχία και με κοσμοσυρροή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.
Λάτρης του ωραίου φύλου ο Κώστας Βουτσάς είχε νυμφευτεί τέσσερις φορές. Ο πρώτος του γάμος ήταν με την ηθοποιό και χορεύτρια Έρρικα Μπρόγιερ, με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Σάντρα. Ακολούθησε ένας δεύτερος γάμος με την επιχειρηματία Θεανώ Παπασπύρου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, την Θεοδώρα και την Νικολέτα, ένας τρίτος με την ηθοποιό Εύη Καραγιάννη και τέλος ο τέταρτος με την κατά 39 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό Αλίκη Κατσαβού με την οποία έχει αποκτήσει ένα γιο, τον Φοίβο. Θετός γιος του είναι ο ηθοποιός Άνθιμος Ανανιάδης, γιος της Εύης Καραγιάννη από προηγούμενο γάμο της.
ΟΠΤΙΚΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
Η Κουβανική Επανάσταση
Την τελευταία μέρα του 1958, ο διεφθαρμένος δικτάτορας της Κούβας, Φουλχένσιο Μπατίστα, εγκαταλείπει την Αβάνα, κάτω από τη λαϊκή κατακραυγή. Μαζί με την κουστωδία του μεταφέρει και μια μικρή περιουσία: 300 εκατομμύρια δολάρια, προϊόν κατάχρησης από τα δημόσια ταμεία. Οι «μπαρμπούδος» (γενειοφόροι) του Φιντέλ Κάστρο βρίσκονται προ των πυλών της Αβάνας και της εξουσίας.
O νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο υπήρξε η κινητήρια δύναμη της Κουβανικής Επανάστασης και ένας από τους πολιτικούς άνδρες που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα. Οι προσπάθειες του για την ανατροπή του Μπατίστα ξεκίνησαν στις 26 Ιουλίου 1953, με την αποτυχημένη επίθεση στους στρατώνες Μονκάδα. Οι 119 επαναστάτες, που πραγματοποίησαν την επίθεση, κυριολεκτικά αποδεκατίστηκαν. Ο Φιντέλ διασώθηκε την τελευταία στιγμή, συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 15 ετών. Θα μείνει στη φυλακή για 22 μήνες, κατά την διάρκεια των οποίων θα εντρυφήσει στα γραπτά των Μαρξ, Λένιν και Μαρτί, αλλά και των Σέξπιρ, Φρόιντ και Ντοστογιέφσκι.
Τον Μάιο του 1955, σε μία κρίση μεγαλοψυχίας, ο Μπατίστα έδωσε χάρη στον Φιντέλ, ο οποίος διέφυγε στο Μεξικό με σκοπό να ετοιμάσει το νέο γύρο αντιπαράθεσης με τον δικτάτορα. Στην ομάδα των 82, η οποία θα ξεκινήσει την εποποιία της Κουβανικής Επανάστασης, προστίθεται και ο αργεντίνος γιατρός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που παραμένει ως τις μέρες το σύμβολο της αιώνιας επανάστασης.
Στις 25 Νοεμβρίου 1956, οι επαναστάτες του Φιντέλ στοιβάζονται σε ένα μικρό ξύλινο γιότ με το όνομα «Γκράνμα», που μετά βίας χωράει 25 άτομα, και ξεκινούν την μεγάλη εποποιία. Στις 2 Δεκεμβρίου, αποβιβάζονται στις ακτές της Κούβας και ξεκινούν κλεφτοπόλεμο με τις δυνάμεις του Μπατίστα στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα. Με την ιστορική φράση του Τσε «Ας είμαστε ρεαλιστές! Ας κυνηγήσουμε το ακατόρθωτο!» συνοψίζεται η αποφασιστικότητα των επαναστατών να πραγματοποιήσουν το δύσκολο εγχείρημά τους. Στόχος τους να κερδίσουν πρώτα την υποστήριξη των αγροτών και στη συνέχεια των κατοίκων των μεγάλων πόλεων.
Ένας χωρικός όμως τους «καρφώνει». Η ομάδα δέχεται την πρώτη επίθεση και αποδεκατίζεται. Επιβιώνουν μόνο 20 από τους 82 αντάρτες. Ο Τσε τραυματίζεται. Το αντάρτικο, όμως, φουντώνει. Οι εθελοντές πυκνώνουν τις τάξεις του. Ως το 1958 οι επαναστάτες του Φιντέλ σημειώνουν μικρές νίκες και βελτιώνουν τις θέσεις τους. Οι κυβερνητικές δυνάμεις, παρά τη φθορά που προκαλούν στις τάξεις των ανταρτών, χάνουν σταδιακά το παιγνίδι. Άμαθες στον ανταρτοπόλεμο, έχουν να αντιμετωπίσουν και την αυξανόμενη λαϊκή υποστήριξη προς τους επαναστάτες.
Ο Μπατίστα βλέπει ξεκάθαρα το τέλος της εξουσίας του να πλησιάζει. Έτσι, αποφασίζει στις 31 Δεκεμβρίου 1958 να εγκαταλείψει τη χώρα και να εγκατασταθεί ύστερα από πολλές περιπέτειες στην Πορτογαλία του δικτάτορα Σαλαζάρ. Την επομένη, Πρωτοχρονιά του 1959, ξημερώνει μια νέα ημέρα για την Κούβα. Τα πλήθη ξεχύνονται στους δρόμους και πανηγυρίζουν την ανατροπή του μισητού δικτάτορα. Στις 8 Ιανουαρίου οι «μπαρμπούδος» του Φιντέλ Κάστρο εισέρχονται θριαμβευτικά στην Αβάνα και αναλαμβάνουν την εξουσία. Η Κουβανική Επανάσταση μπορεί να έχει θριαμβεύσει, αλλά τα δύσκολα μόλις τώρα αρχίζουν.
Ο Φιντέλ Κάστρο για να στεριώσει την εξουσία του στηρίχθηκε στους φτωχούς αγρότες, στους εργάτες τω πόλεων, την νεολαία και τους ιδεολόγους όλων των ομάδων και των ηλικιών. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ήταν η εθνικοποίηση των μεγάλων αγροτικών εκτάσεων και των αμερικανικών επιχειρήσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που για πολλά χρόνια διαφέντευαν τις τύχες του νησιού, αντέδρασαν έντονα και ξεκίνησαν την προσπάθεια υπονόμευσης του νέου καθεστώτος, τόσο με την αποτυχημένη «Επιχείρηση του Κόλπου των Χοίρων» όσο και την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Κούβα.
Την Πρωτομαγιά του 1961, ο Κάστρο, που είχε αναλάβει την πρωθυπουργία της χώρας, διακήρυξε ότι η Κούβα ήταν πλέον σοσιαλιστική χώρα, με μοναδικό νόμιμο πολιτικό σχηματισμό το Κομμουνιστικό Κόμμα, απογοητεύοντας πολλούς ρομαντικούς που πίστευαν σε μια διαφορετική πορεία του καθεστώτος. Έτσι η Κούβα έγινε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος, σοβιετικού τύπου, στην αμερικανική ήπειρο, γεγονός που πολλαπλασίασε τις αντιδράσεις των Αμερικανών.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/53
Η ιστορία του «Πάρτα Όλα»
Παιγνίδι για μικρούς και μεγάλους, που παίζεται στη χώρα μας την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με χρήματα ή όχι, για το καλό το νέου χρόνου.
Στο επίκεντρο του παιγνιδιού βρίσκεται μία σβούρα, κοκάλινη παλιότερα, πλαστική σήμερα, στις έξι πλευρές της οποίας αναγράφονται οι εντολές προς τους παίκτες και συγκεκριμένα:
- Πάρε ένα
- Βάλε ένα
- Πάρε δύο
- Βάλε δύο
- Πάρτα όλα
- Βάλτε όλοι
Αρχικά, οι παίκτες που συμμετέχουν στο παιγνίδι συμφωνούν για τη συνεισφορά τους στην μπάγκα, που μπορεί να είναι χρήματα, μάρκες ή και φασόλια παλιότερα, όταν το παιγνίδι γίνεται καθαρά για ψυχαγωγικό σκοπό. Ο πρώτος παίχτης στριφογυρίζει τη σβούρα και περιμένει αυτή να «καθίσει», οπότε διαβάζει την εντολή τής πάνω πλευράς και πράττει αναλόγως. Ακολουθεί ο δεύτερος, ο τρίτος κ.ο.κ.
Όταν η εντολή είναι «πάρε ένα ή δύο», ο παίκτης κερδίζει από την μπάγκα μία ή δύο μονάδες, ενώ στο «βάλε ένα ή δύο» βάζει στη μπάγκα μία ή δύο μονάδες. Στην εντολή «βάλτε όλοι» συνεισφέρουν στην μπάγκα όλοι οι παίχτες από μία μονάδα, ενώ στο «πάρτα όλα» ο τυχερός τινάζει την μπάγκα στο αέρα.
Το παιγνίδι έλκει την καταγωγή του από την αρχαία Ρώμη και από εκεί διαδόθηκε στην Ευρώπη. Υπάρχουν αναφορές ότι παιζόταν στην Αγγλία τον 18ο αιώνα με την ονομασία teetotum, όπως ονομάζεται και σήμερα στα αγγλικά. (απαντάται και την ονομασία «Put and Take»). Ένα είδος «πάρτα όλα» με την ονομασία ντρέιντελ (dreidel) παίζεται από τους Εβραίους κατά την εορτή της Χανουκά, ενώ με την ονομασία perinola το συναντάμε στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Το έθιμο των Λιγουτσιάρηδων
Το έθιμο των Λιγουτσιάρηδων αναβιώνει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο Σύλλογος Βλάχων Βέροιας, σε μια προσπάθεια διατήρησης της παράδοσης των Βλάχων της περιοχής.
Οι Λιγουτσιάρηδες, μια ομάδα ανθρώπων, ντυμένων με βαριές κάπες και κουδούνια, επισκέπτονται σπίτια συγγενών, φίλων και γνωστών και τραγουδούν τα κάλαντα:
«Λιγουτσιάρης έρχιτι
Γινάρης ξημερώνει
Φραγκίτσα δω, Φραγκίτσα κει,
Φραγκίτσα πάει στη βρύση
με το γκιουρντάνι στο λιμό
με το σπαθί στη μέση
σα φέτο παλικάρια μου
σα φέτο και του χρόνου…»
Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση χριστουγεννιάτικου εθίμου με μεταμφιέσεις, στις οποίες κυριαρχούν μάσκες, κουδούνια και προβιές. Με τον θόρυβο που κάνουν οι μεταμφιεσμένοι προσπαθούν να ξορκίσουν τα κακά πνεύματα.
Η παράδοση επιβάλλει ότι μόλις ξημερώσει η Πρωτοχρονιά, πριν να ανατείλει ο ήλιος, οι Λιγουτσιάρηδες» πρέπει να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Την ίδια ώρα, ο πιο ηλικιωμένος του σπιτιού πηγαίνει στη βρύση της αυλής την οποία αλείφει με βούτυρο, κάνοντας τρεις φορές το σχήμα του σταυρού, ώστε τα αγαθά να ρέουν όλο το χρόνο μέσα στο σπίτι. Ετοιμασίες κάνουν και οι γυναίκες του σπιτιού για να πάνε στην εκκλησία.
Το έθιμο αναβίωνε στη Βέροια ως και τη δεκαετία του ’60, ωστόσο έκτοτε ατόνησε και το 2018, για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, το αναβίωσε ο Σύλλογος Βλάχων Βέροιας.
Στο παρελθόν, τα παιδάκια, προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν κάτω από τις χειροποίητες μάσκες κάποιο συγγενικό πρόσωπο καθώς ο πατέρας τοποθετούσε νομίσματα πάνω στις πάλες, στα γυμνά σπαθιά τους. Μόνο ο αρχηγός ήταν ξέσκεπος. Τα τραγούδια των Λιγουτσιαρέων ήταν ποικίλα: στους τσελιγκάδες μιλούσαν για πρόβατα, στα παιδιά για γράμματα, στους νέους εύχονταν να βρουν ταίρι.
Σύμφωνα με τον ερευνητή κ. Τάκη Γκαλαΐτση, που μίλησε στο ΑΠΕ, δύο σημεία στο έθιμο των Λιγουτσιαρέων είναι άξια προσοχής. Αν ένα μπουλούκι από Λιγουτσιάρηδες συναντιόταν με ένα άλλο, ακολουθούσε σύγκρουση. Αν υποχωρούσε το ένα και δήλωνε υποταγή, αναγκαζόταν να περάσει κάτω από το σχήμα «Π»που σχημάτιζε το μπουλούκι που νικούσε με τα σπαθιά του. Αυτό ανακαλεί στη μνήμη των κατοίκων της Μακεδονίας, τη συνήθεια των Ρωμαίων που ανάγκαζαν τους ηττημένους να περνάνε κάτω από τα ακόντιά τους σε ένδειξη υποταγής, συνήθεια που οδήγησε αργότερα στις αψίδες του Θριάμβου. Μνεία αυτού του εθίμου κάνουν οι άγγλοι αρχαιολόγοι Γουέις και Τόμσον στο βιβλίο τους, «Νομάδες των Βαλκανίων», οι οποίοι αναφέρουν ότι η σύγκρουση ανάμεσα σε δυο μπουλούκια, στη Βέροια γύρω στα 1911-1914, ήταν τόσο σφοδρή που ένας σκοτώθηκε και από τότε αυτό το μέρος ονομάζεται La liyuciarlu.
Το δεύτερο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι ενώ οι Βλάχοι της Βέροιας αυτό το έθιμο το τηρούν την Πρωτοχρονιά, οι Βλάχοι της Πίνδου και της Θεσσαλίας το αναβιώνουν τον Μάρτη, στις Αποκριές. Το γεγονός αυτό αποδίδεται στο ότι το έθιμο είχε σχέση με την Πρωτοχρονιά που παλιότερα ήταν η πρώτη του Μάρτη. Όταν αργότερα η αρχή του χρόνου μετατοπίστηκε το Γενάρη, οι Βλάχοι της Μακεδονίας μετέφεραν και το έθιμο το Γενάρη, ενώ οι υπόλοιποι το διατήρησαν τον Μάρτη.
Σχετικά με την ονομασία του, ο Σύλλογος Βλάχων αναφέρει πως ορισμένοι το ταυτίζουν με το Rogatsiarlu, τα ρογκάτσια, από το λατινικό ρήμα rogo που σημαίνει ζητώ και το ουσιαστικό rogator που σημαίνει αυτός που ζητάει. Αναφέρεται, άλλωστε, σε ομίλους παιδιών που στα Βλαχοχώρια, στο πνεύμα της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας μάζευαν χρήματα, για να ενισχύσουν τους οικονομικά ασθενέστερους. Άλλοι ανάγουν το έθιμο στους ομίλους οπαδών που στα ρωμαϊκά χρόνια, γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι, ζητούσαν ψήφο στις δημαρχιακές εκλογές. Μελετητές διαβλέπουν στο έθιμο ακόμη αρχαιότερες καταβολές και το συνδέουν με τη γέννηση του Δία και το χορό των Κουρητών, για να μην ακουστούν τα κλάματα του νεογέννητου Δία.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/1358
Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου
Μετά την καταστροφική μάχη του Πέτα για τους έλληνες επαναστάτες (4 Ιουλίου 1822), ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής, επικεφαλής 11.000 ανδρών, κατήλθαν χωρίς αντίσταση στην κοιλάδα του Μεσολογγίου, την οποία απέκλεισαν από ξηράς (25 Οκτωβρίου). Μαζί τους βρέθηκαν και οι οπλαρχηγοί Βάλτου και Ξηρομέρου, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Γιαννάκης Ράγκος, Γώγος Μπακόλας, Γεωργάκης Βαλτινός και Ανδρέας Ίσκος, που είχαν δηλώσει υποταγή στους δύο πασάδες. Ο Γιουσούφ Πασάς με τον στόλο του συμπλήρωνε τον αποκλεισμό της πόλης από τη θάλασσα. Το Μεσολόγγι εκείνα τα χρόνια ήταν το οικονομικό και πολιτικό κέντρο της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας (σημερινής Δυτικής Στερεάς Ελλάδας).
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Μάρκος Μπότσαρης με τα λείψανα του εκστρατευτικού σώματος του Πέτα ανέλαβαν την υπεράσπιση της πόλης. Το Μεσολόγγι ήταν ευπρόσβλητο από ξηράς και προστατευόταν από ένα χαμηλό περιτείχισμα κατασκευασμένο στις αρχές της Επανάστασης. Η δύναμη των πολεμιστών δεν υπερέβαινε τους 700 άνδρες, ενώ χρειάζονταν τουλάχιστον επταπλάσιοι υπερασπιστές. Στους προμαχώνες δεν υπήρχαν παρά μόνο 14 πυροβόλα. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα μόλις έφθαναν για ένα μήνα. Η θέση των πολιορκουμένων ήταν απελπιστική.
Στο στρατόπεδο των πολιορκητών υπήρχε διχογνωμία για το σχέδιο ενεργειών. Ο Κιουταχής και ο Γιουσούφ υποστήριζαν την άμεση κατάληψη του Μεσολογγίου με έφοδο. Ο Ομέρ Βρυώνης ήταν της γνώμης να το καταλάβουν δια συμβιβασμού, προκειμένου να διατηρηθεί η πόλη αλώβητη για τις ανάγκες του στρατού, μετά την ερήμωση της Αιτωλοακαρνανίας.
Τελικά, επικράτησε η γνώμη του Ομέρ. Οι πολιορκούμενοι εξέλαβαν ως θείο δώρο την εξέλιξη αυτή. Άρχισαν ατέρμονες συζητήσεις περί συμβιβασμού, αναμένοντας τη βοήθεια που είχαν ζητήσει από την Πελοπόννησο και τα νησιά. Πράγματι, στα μέσα Νοεμβρίου στολίσκος από 11 πλοία υπό τον Ανδρέα Μιαούλη διέσπασε τον θαλάσσιο αποκλεισμό του Μεσολογγίου. Αποβίβασε 1000 άνδρες υπό τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Ανδρέα Ζαΐμη και Κανέλλο Δεληγιάννη και προμήθευσε με τροφές και πολεμοφόδια τους υπερασπιστές του. Τότε, οι πολιορκούμενοι διαμήνυσαν στους Τούρκους πασάδες, ότι αν θέλουν το Μεσολόγγι να έλθουν να το πάρουν.
Η κατάσταση στο στρατόπεδο των πολιορκητών δεν ήταν καλύτερη από αυτή τον πολιορκουμένων. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα άρχισαν να ελαττώνονται και οι προμήθειες νέων κατέστησαν δυσχερείς. Έτσι, οι πασάδες αποφάσισαν έφοδο, αφού είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος με τις διαπραγματεύσεις. Η επίθεση προγραμματίστηκε για τη νύχτα της 24ης προς 25η Δεκεμβρίου, με την ελπίδα ότι οι μαχητές θα εγκατέλειπαν τους προμαχώνες και θα πήγαιναν στις εκκλησιές για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Όμως, το σχέδιο της επίθεσης είχε διαρρεύσει στους μαχητές του Μεσολογγίου από τον ελληνικής καταγωγής γραμματικό του Ομέρ Βρυώνη, Γιάννη Γούναρη, κι έτσι η φρουρά παρέμεινε στις θέσεις της πανέτοιμη για την επίθεση.
Κατά την έφοδο, οι Οθωμανοί υπέστησαν πανωλεθρία και οι δύο πασάδες αποφάσισαν να λύσουν την πολιορκία στις 31 Δεκεμβρίου 1822, επειδή κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι έφθανε εναντίον τους ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στην Ήπειρο, νέα δοκιμασία περίμενε τους καταπονημένους Οθωμανούς. Στην προσπάθειά τους να διαβούν τον πλημμυρισμένο Αχελώο, πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους. Τα υπολείμματα των δυνάμεων του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη έφθασαν σε κακή κατάσταση στις 21 Φεβρουαρίου 1823 στο Κραβασσαρά (σημερινή Αμφιλοχία) και στη συνέχεια πέρασαν με πλοία στην Πρέβεζα.
Η καταστροφή του οθωμανικού στρατού προκάλεσε την αποτυχία της εκστρατείας των δύο πασάδων κατά της Δυτικής Ελλάδας. Η επιτυχία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη, καθώς μετά την αναχώρηση των Οθωμανών από το Μεσολόγγι, ενώθηκαν με τους επαναστάτες οι οπλαρχηγοί Ανδρέας Ίσκος και Γεωργάκης Βαλτινός, που είχαν προσχωρήσει στο τουρκικό στρατόπεδο. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, με νωπά τα γεγονότα στο μυαλό του, αναφέρεται στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου και την καταστροφική διάβαση του Αχελώου από τους Τούρκους στο ποίημα του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», που έγραψε το Μάιο του 1823 (στροφές 88-121).
-
Εν αρχή ην ο πόνος, τούτες τις τρομερές μέρες του φετινού Αυγούστου. Ναι, ο πόνος. Γιατί πριν από κάθε ανάλυση, ακόμα και την εμβριθέστερη...
-
Τίτλοι αρχής (το παρακάτω βίντεο ανέβηκε από το κανάλι bellllllochannel στο Youtube) Μοιάζει...
-
Πηγή εικόνας: i-diadromi.gr Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού τη Θεία γέννηση, να πω στ’ αρχοντικό σας. Χριστός γεννάται...









