To translate the text and lyrics into any language, you will find the relevant icon at the top of the right column (above the icon of the Virgin Mary).
Το κομμάτι έχει αφήσει το δικό του πολιτικό στίγμα, καθώς έχει έντονα πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα αναφερόμενο στην Γαλλική Πρωτομαγιά. Η μελωδία του είναι χαρακτηριστική του ύφους του Λοΐζου, με μελαγχολικές αλλά συνάμα δυναμικές νότες, που αποδίδουν το πνεύμα της ημέρας και τη σημασία του αγώνα για ελευθερία και δικαιοσύνη.
Το τραγούδι αυτό είναι κατά βάση ερωτικό και λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν πως είναι εμπνευσμένο από μία αληθινή ιστορία. Την ιστορία της γνωριμίας του συνθέτη με τη μετέπειτα γυναίκα του Μάρω μια Πρωτομαγιά, το οποίο όμως, αν και δε γράφτηκε με την πρόθεση να εκφέρει πολιτικό λόγο, λειτούργησε ως ένα από τα εμβληματικότερα πολιτικά τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας,που λειτούργησαν συσπειρωτικά λόγω συγκυρίας.
Πρώτη Μαΐου: Ποια είναι όμως η Μαρία;
«Πες μου Μαρία, μήπως θυμάσαι, 'κείνο το βράδυ που σε πήρα αγκαλιά. Πρώτη Μαΐου, όπως και τώρα κι εγώ φιλούσα τα μακριά σου τα μαλλιά.».
Βαθύτατα πολιτικοποιημένος και κοινωνικά ευαισθητοποιημένος, ο Μάνος σ’ όλη του την καλλιτεχνική πορεία, έγραφε για τους κοινωνικούς αγώνες, για μια καλύτερη ζωή. Ένα από αυτά ήταν και το τραγούδι του «Πρώτη Μαΐου» που εμπνεύστηκε από την εξέγερση των εργατών στο Σικάγο, το 1886.
Και μέσα στο κοινωνικοαγωνιστικό ύφος του τραγουδιού, ο Μάνος αναφέρεται σε κάποια Μαρία. Ποια είναι αυτή η Μαρία που μνημονεύει ο Μάνος μέσα στους στίχους του; Η Μαρία αυτή δεν είναι άλλη από την σύντροφό του την οποία και παντρεύτηκε. Την Μαρία ή Μάρω Λήμνου.
Η Μάρω Λοϊζου γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου του 1940 στην Αθήνα. Πατέρας της ο Κωνσταντίνος Λήμνος από την Κω και μητέρα της η Μυρσίνη Χατζηιωάννου από τη Λέσβο. Από τα είκοσι της χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων και ποιημάτων, πολλά από τα οποία έγιναν γνωστά τραγούδια. «Γι’ αυτά τα τραγούδια που έγραψα τότε με τον Μάνο, οπωσδήποτε αισθάνομαι μια βαθύτατη τρυφερότητα, αλλά ταλέντο σ’ αυτόν το δύσκολο έργο της τέχνης εγώ δεν είχα. Εγώ τον δρόμο μου τόν βρήκα αργότερα, ως Μάρω Λοΐζου πια, γράφοντας βιβλία για παιδιά», έλεγε η ίδια. Και έδωσε, μέχρι το τέλος της ζωής της, τριάντα πέντε βιβλία στους μικρούς αναγνώστες. Έξι από αυτά έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικα και τα Ολλανδικά. Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και το 1988 ήταν υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν. Το 1998 η πολιτεία τής χορήγησε τιμητική καλλιτεχνική σύνταξη.
Η πρώτη της συνάντηση με τον Μάνο Λοΐζο έγινε το 1962, όταν ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε πρόβες για να ανεβάσει το έργο του «Όμορφη Πόλη», και ο Λοΐζος διηύθυνε τη χορωδία. Μια φίλη της Μάρως και μέλος της χορωδίας τήν προσκάλεσε να παρακολουθήσει τις πρόβες και εκεί γνωρίστηκαν. Την Πρωτομαγιά του ίδιου έτους στο σπίτι κάποιας κοινής παρέας, έγιναν ζευγάρι. Ο Μάνος μελοποίησε πολλά από τα έργα της Μάρως, και μαζί έκαναν μία κόρη, τη Μυρσίνη. Η Μάρω Λοϊζου έφυγε από την ζωή το 2007.
Το τραγούδι ”Πρώτη Μαΐου” το πρωτοτραγούδησε το 1982 στον δίσκο του «Φοβάμαι», ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
To translate the text and lyrics into any language, you will find the relevant icon at the top of the right column (above the icon of the Virgin Mary).
Γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου του 1930 στη Λάρισα. Εκεί έζησε μέχρι τα 8 του χρόνια και μετά ήρθε μαζί με όλη την οικογένειά του στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (λόγω πολιτικών φρονημάτων δεν αξιοποίησε ποτέ επαγγελματικά το πτυχίο που πήρε) καθώς και στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Ροντήρη, τον Βεάκη, τον Σιδέρη (αλλά ούτε κι αυτές τις σπουδές αξιοποίησε επαγγελματικά). Συνεργάστηκε με περιοδικά και εφημερίδες όπως και με την ΕΡΑ. Μετά το 1967 ασχολήθηκε με τη συγγραφή στίχων για τραγούδια.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1949 δημοσιεύοντας διήγημά του στο περιοδικό Ελληνική Δημιουργία, που εξέδιδε ο Σπύρος Μελάς, με το ψευδώνυμο Γιάννη Νικολάου. Αργότερα άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης με το ψευδώνυμο Τζων. Μέρος του αρχείου του βρίσκεται στο ΕΛΙΑ. Η πρώτη του ποιητική συλλογή έρχεται αργότερα, το 1958. Είναι το «Πρόσωπα και χώρος», όπου υπογράφει με το ψευδώνυμο Νεγρεπόντης, με το οποίο καθιερώνεται. Υπήρξε αριστερός, την 21η Απριλίου 1967, συλλαμβάνεται και εξορίζεται για τρία χρόνια, στη Γυάρο και τη Λέρο.
Καταπιάστηκε και διακρίθηκε σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου: ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, τραγούδι, κριτική, δοκίμιο, χρονογράφημα, σάτιρα, ευθυμογράφημα, παιδικά, ραδιοφωνικό σχόλιο. Τραγούδια του έχουν μελοποιήσει οι Μίκης Θεοδωράκης, Χρήστος Λεοντής, Λίνος Κόκκοτος και άλλοι. Από τους πρωτοπόρους της «πολιτιστικής επανάστασης» της δεκαετίας του '60, έγινε ευρύτερα γνωστός και αγαπητός με τα τραγούδια του «Το ακορντεόν» (που τελειώνει με το σύνθημα «δεν θα περάσει ο φασισμός») και «3ος παγκόσμιος» που μελοποίησε ο Μάνος Λοΐζος. Ο ίδιος μελοποίησε τα αντιρατσιστικά «Νέγρικα», που τραγούδησε η Μαρία Φαραντούρη. Ήταν τα τραγούδια που έγιναν αρχικά γνωστά από τις μπουάτ και πέρασαν και τραγουδήθηκαν -απαγορευμένα πια- από στόμα σε στόμα, στα χρόνια της δικτατορίας.
Η ικανότητα του Νεγρεπόντη να περνάει μηνύματα φάνηκε και στα «Μικροαστικά» και τα «Μαθήματα πολιτικής οικονομίας» που συνέθεσε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Τα «Μικροαστικά» γνώρισαν επιτυχία και ως σατιρικό θεατρικό έργο. Ένα ακόμη ποιητικό έργο, το «Φυλάττειν Θερμοπύλας», που έγραψε εξόριστος στη δικτατορία, έχει μελοποιήσει στο μεγαλύτερο μέρος τους, υπό μορφή ορατορίου, ο Χρήστος Λεοντής. Πέθανε στις 04.00 τα ξημερώματα της Κυριακής 22 Σεπτεμβρίου του 1991 στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών όπου νοσηλευόταν λόγω καρκίνου σε ηλικία 61 ετών και 2 μέρες μετά κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας.
Εξορία
Την 21η Απριλίου 1967 ο Γιάννης Νεγρεπόντης, που ιδεολογικά ανήκε στην Αριστερά. Συλλαμβάνεται και παραμένει εξόριστος στη Γυάρο και τη Λέρο (Παρθένι) τρία χρόνια. Εκεί γράφει το «Φυλάττειν Θερμοπύλας», που βγάζει έξω παράνομα και μοιράζει σε φίλους, πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο, η γυναίκα του Αργυρώ. Το ίδιο κυκλοφόρησε και στα γερμανικά, σε μια έκδοση με χαρακτικά του Κρις Χάμπερ.
Βιβλιογραφία
Συνάντηση. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 2002. Σελ.: 27.
Λίγο μετά τη σιωπή. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 2001. Σελ.: 59.
Πρόσωπα και χώρος. Αθήνα, Καλειδοσκόπιο, 2000. Σελ.: 85.
Ο Μάνος Λοΐζoς (Αλεξάνδρεια, 22 Οκτωβρίου 1937 - Μόσχα, 17 Σεπτεμβρίου 1982) ήταν Έλληνας συνθέτης, ένας από τους σημαντικότερους της εποχής του.
Βιογραφία
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια (ή σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες στη Λάρνακα και λίγο αργότερα μετανάστευσαν οικογενειακώς στην Αίγυπτο, αναζητώντας καλύτερες σύνθηκες διαβίωσης).[3]
Είχε κυπριακή και ελλαδίτικη καταγωγή (ο πατέρας του, Ανδρέας Λοΐζου, καταγόταν και ήταν κάτοικος των Αγιών Βαβατσινιάς - χωριό της επαρχίας Λάρνακας - και η μητέρα του, Δέσποινα Μανάκη, καταγόταν από τη Ρόδο). Από μικρή ηλικία ασχολείται με τη μουσική: στην ηλικία των επτά ετών μελετά βιολί, αρχικά ερασιτεχνικά κι έπειτα στο Εθνικό Ωδείο της Αλεξάνδρειας.[6]
Αφού αποφοίτησε από το Αβερώφειο Γυμνάσιο το 1955 ήλθε στην Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει. Αρχικά γράφτηκε στην Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά στις αρχές του 1956 την εγκαταλείπει με σκοπό να φοιτήσει στην Ανωτάτη Εμπορική. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα φοιτά στη Σχολή Βακαλό θέλοντας να σπουδάσει ζωγραφική. Το 1960 εγκαταλείπει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο και εργάζεται περιστασιακά προκειμένου να επιβιώσει: άλλοτε ως σερβιτόρος, άλλοτε ως γραφίστας σε διαφημιστικές εταιρείες, άλλοτε ως μουσικός σε μπουάτ.
Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Στα τέλη του 1961 αρχές του 1962 συμμετέχει σε μια πρωτοβουλία συγκρότησης του Συλλόγου Φίλων της Ελληνικής Μουσικής.
Την άνοιξη του 1962 χρησιμοποιείται από τον Μίκη Θεοδωράκη ως διευθυντής της χορωδίας του Συλλόγου Φίλων της Ελληνικής Μουσικής στις παραστάσεις της Όμορφης Πόλης. Ο Μάνος Λοΐζος φιλοξενείται στο σπίτι της πρώην συζύγου του καθηγητή των γαλλικών που είχε στην Αλεξάνδρεια, της Διδούς Πετροπούλου, η οποία εργαζόταν στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Αυτή θα συστήσει τον νεαρό μουσικό στον Μίμη Πλέσσα, ο οποίος μεσολαβεί στη δισκογραφική εταιρεία Φιντέλιτυ. Το 1962 ηχογραφεί το πρώτο του σαρανταπεντάρι Το τραγούδι του δρόμου σε στίχους Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και ερμηνεία από τον Γιώργο Μούτσιο.
Τον Μάρτιο του 1965 παντρεύεται την πρώτη του σύζυγο Μάρω Λήμνου. Μαζί της αποκτά και μία κόρη, τη Μυρσίνη. Όταν επιβλήθηκε η Χούντα των Συνταγματαρχών έφυγε για την Αγγλία, τον Σεπτέμβριο του 1967, για να επιστρέψει πάλι στην Ελλάδα στις αρχές της επόμενης χρονιάς.Το 1971 γνωρίζει τη δεύτερη σύζυγό του, την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη. Το 1972 θα αποτελέσει ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Μουσικοσυνθετών και Στιχουργών Ελλάδος (ΕΜΣΕ), που συστήνεται για την καταπολέμηση της κασετοπειρατείας και της λογοκρισίας. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 θα συλληφθεί στο σπίτι του στον Χολαργό και θα κρατηθεί για δέκα ημέρες.
Το 1978 θα παντρευτεί την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη και την ίδια χρονιά θα γίνει πρόεδρος της Ένωσης Μουσικοσυνθετών και Στιχουργών Ελλάδος.
Τον Οκτώβριο του 1981 μπήκε στο Γενικό Κρατικό νοσοκομείο με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και στο τέλος του χρόνου ταξίδεψε στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις. Στις 8 Ιουνίου του 1982 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλεύτηκε για ένα μήνα σε νοσοκομείο. Τον Αύγουστο ταξίδεψε για νοσηλεία στη Μόσχα, όπου στις 7 Σεπτεμβρίου υπέστη δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο. Απεβίωσε δέκα ημέρες αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1982, σε ηλικία 44 ετών. Κηδεύτηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών στις 25 Σεπτεμβρίου.
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Βάστας Αρκαδίας, 21 Ιουνίου 1950) είναι Έλληνας τραγουδιστής, στιχουργός και μουσικός.
Πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1950 στο χωριό Βάστα Αρκαδίας, δυτικά της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε εκεί (έως τα 7 του) και μερικές εμπειρίες του απ' αυτά τις έκανε τραγούδια, όπως τη "Σφεντόνα". Στα 12 του χρόνια πήρε την πρώτη του κιθάρα. Αργότερα συμμετείχε σε διάφορα συγκροτήματα της εποχής, όπου έκανε και τα πρώτα του μουσικά βήματα. Το πρώτο του συγκρότημα, με το οποίο τραγουδούσε σε ιταλικό στίχο σε διάφορα κλαμπ, το ονόμασε CROSSWORDS.
Προσωπική Ζωή
Από το 1994 είναι παντρεμένος με την ηθοποιό Ελένη Ράντου. Το 1996 απέκτησαν την κόρη τους τη Νικολέτα.
Δράση
Δεκαετία 1970
Άρχισε να τραγουδά ελληνικό τραγούδι στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το 1972 καταγράφεται η πρώτη επαγγελματική του συμμετοχή σε δίσκο, την Ελληνική χώρα (Land of Greece), όπου ερμήνευσε τα δύο γνωστά τραγούδια "Ντιρλαντά" και "Ο Σταμούλης ο λοχίας". Την ίδια χρονιά εκδόθηκαν και οι δύο πρώτοι δικοί του δίσκοι βινυλίου 45 στροφών.
Το 1973 μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, πήγε στη Γερμανία, όπου στο Μόναχο συμμετείχε σε επιτροπές αντιδικτατορικού αγώνα, τραγουδώντας παράλληλα σε στέκια Ελλήνων φοιτητών και ομογενών. Η πρώτη του σημαντική γνωριμία έγινε το 1974, συναντώντας στο Παρίσι το Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίο συνεργάστηκε σε δύο δίσκους (Τα τραγούδια του Αντρέα και Νύχτα θανάτου). Το καλοκαίρι η συνεργασία τους συνεχίστηκε. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εκείνη την ίδια χρονιά (1974) άρχισε ουσιαστικά την επαγγελματική του πορεία στο τραγούδι. Τραγούδησε σε μπουάτ και ηχογράφησε ένα μικρό δίσκο 45 στροφών. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στην ηχογράφηση του δίσκου του Μάνου ΛοΐζουΤα τραγούδια του δρόμου.
Το 1975 ηχογράφησε Τα αγροτικά του Θωμά Μπακαλάκου. Την ίδια εποχή γνώρισε δύο συνθέτες. με τους οποίους συνεργάστηκε στενά στη συνέχεια, τον Μάνο Λοΐζο και τον Θάνο Μικρούτσικο.
Το 1976 συνεργάστηκε και πάλι με το Μίκη Θεοδωράκη, στο δίσκο Της εξορίας, ενώ το 1978 ο συνθέτης τον επέλεξε για την παγκόσμια περιοδεία του. Τραγούδησε σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία. Στην Ελλάδα συμμετείχε ενεργά σε εκδηλώσεις του νεολαιίστικου και του εργατικού κινήματος. Το 1979 συμμετείχε τραγουδιστικά στον Σταυρό του Νότου του Θάνου Μικρούτσικου. Από εκείνη την εποχή, λίγο πριν το πέρασμα στη δεκαετία του 1980, αρχίζει να εκδηλώνει τις επιρροές του από τη διεθνή ροκ μουσική σκηνή.
Δεκαετία 1980
Ερμηνεύει τραγούδια με ήχο σαφώς πιο ηλεκτρικό και στίχο που αφορά πιο σύγχρονα προβλήματα (μοναξιά, ναρκωτικά, αποξένωση, υπερβολική αστικοποίηση, προβλήματα στις ανθρώπινες σχέσεις, οικολογική καταστροφή κλπ). Αυτή η ροκ στροφή γίνεται σταδιακά, ξεκινώντας με δύο δίσκους που κυκλοφόρησαν το 1978 και 1982 αντίστοιχα. Ο πρώτος είχε τίτλο το όνομά του και περιλάμβανε τραγούδια του Αντώνη Βαρδή και διασκευές τραγουδιών του Διονύση Σαββόπουλου και του Μίκη Θεοδωράκη. Ο δεύτερος, το Φοβάμαι, με τραγούδια του Μάνου Λοΐζου, του Λάκη Παπαδόπουλου, του Γιάννη Ζουγανέλη και του Γιάννη Γλέζου, γνώρισε μεγάλη αποδοχή και θεμελίωσε τη μετέπειτα πορεία του μέχρι σήμερα.
Γνωρίστηκε με τον Νικόλα Άσιμο και μεσολάβησε στη δισκογραφική εταιρεία ΜΙΝΟS για την έκδοση του πρώτου και μοναδικού δίσκου του Άσιμου εν ζωή, Ο ξαναπές (1982), όπου ο Παπακωνσταντίνου ερμήνευσε δύο τραγούδια.
Το 1984 με τη Διαίρεση, ο καινούργιος ήχος του αποκρυσταλλώνεται. Το 1987 το επαληθεύει με τα Χαιρετίσματα, με τραγούδια δικά του, του Νικόλα Άσιμου, της Αφροδίτης Μάνου και του Χρήστου Τόλιου.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου άρχισε να εδραιώνεται ως ένας κατεξοχήν "συναυλιακός" καλλιτέχνης. Τον Απρίλιο του 1985 16.000 θεατές συγκεντρώθηκαν στην πρώτη του μεγάλη προσωπική συναυλία στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Το επανέλαβε τον Ιούνιο του 1987 στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Από τότε οι συναυλίες του αποτελούν γεγονότα και σημεία αναφοράς της μαζικότητας.
Το τέλος της δεκαετίας του 1980 τον βρήκε να ερμηνεύει τους "σκληρούς" στίχους του Κώστα Τριπολίτη, σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου στο δίσκο Όλα από χέρι καμένα το 1988. Το 1989 κυκλοφόρησε το Χορεύω, ένας δίσκος ο οποίος περιέχει μερικά από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια του, όπως τα «Ελλάς», «Βικτώρια», «Για μένα τραγουδώ» (διασκευή του "Crusader" του Chris De Burgh) κ.ά.
Δεκαετία 1990
Ακολούθησε ο δίσκος Χρόνια πολλά το 1991, ενώ νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει η ζωντανή ηχογράφηση των εμφανίσεων που πραγματοποίησε με τον Γιώργο Νταλάρα στο Αττικόν, τον Φεβρουάριο του 1991. Το 1992 τραγούδησε για δεύτερη φορά μετά το 1978 (Σταυρός του Νότου) Νίκο Καββαδία και Θάνο Μικρούτσικο στο δίσκο Γραμμές των οριζόντων.
Ερμήνευσε πάλι Νικόλα Άσιμο το 1992 στο Φαλιμέντο του κόσμου ενώ κυκλοφόρησε τη Σφεντόνα το 1992 και αργότερα το Δε σηκώνει το 1994, με συνεργάτες του τους Άλκη Αλκαίο, Χριστόφορο Κροκίδη, Βασίλη Γιαννόπουλο, Σταμάτη Μεσημέρη, Αφροδίτη Μάνου, Οδυσσέα Ιωάννου, Μίνω Μάτσα.
Ηχογράφησε δύο δίσκους με μελοποιημένα ποιήματα δύο εκ των σημαντικότερων Ελλήνων ποιητών. Το δίσκο Καρυωτάκης το 1984 σε συνθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη και το Φυσάει το 1993 με ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη και μουσική του Γιώργου Τσαγκάρη.
Τον Απρίλιο του 1997 κυκλοφόρησε ο δίσκος με τίτλο Πες μου ένα ψέμα να αποκοιμηθώ, περιλαμβάνοντας τραγούδια του Νικόλα Άσιμου, του πρωτοεμφανιζόμενου Απόστολου Μπουλασίκη, του Σταμάτη Μεσημέρη, του Γιάννη Ιωάννου, του Βασίλη Γιαννόπουλου, του Χριστόφορου Κροκίδη καθώς και το «Μάλιστα Κύριε» του Γιώργου Ζαμπέτα και του Αλέκου Καγιάντα.
Στις 16 Νοεμβρίου 1998 συμμετείχε στην ιστορική συναυλία των Τερμιτών που έγινε στο στάδιο Ειρήνης και φιλίας, την οποία παρακολούθησαν πάνω από 17.000 θεατές.
Τον Ιανουάριο του 1999 κυκλοφόρησε ο δίσκος με τίτλο Να με φωνάξεις με τραγούδια του ίδιου και των Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Χριστόφορου Κροκίδη, Απόστολου Μπουλασίκη, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, Οδυσσέα Ιωάννου, Βασίλη Γιαννόπουλου και Ιάκωβου Αυλητή, ενώ το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε η Θάλασσα στη σκάλα, δουλειά στην οποία για ακόμη μια φορά συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο, σε στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου.
Δεκαετία 2000
Ο Παπακωνσταντίνου σε συναυλία το 2007
Ένα χρόνο αργότερα οι Χαμένες αγάπες έκαναν την εμφάνισή τους στα ράφια των δισκοπωλείων. Ο Χριστόφορος Κροκίδης, στενός συνεργάτης του για 20 σχεδόν χρόνια, υπέγραψε τη μουσική και ο Βασίλης Γιαννόπουλος τους στίχους. Ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα, το 2002, το Προσέχω δυστυχώς, όπου στίχους και μουσική έγραψε ο Μάνος Ξυδούς.
Το 2003 ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου γιόρτασε τα 30 του χρόνια στη δισκογραφία με μια μοναδική συναυλία στην Πετρούπολη, όπου παρέα με 10.000 φίλους του θύμισε στιγμές από όλη τη μέχρι τότε πορεία του στο τραγούδι.
Τον Μάιο του 2005 ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου έδωσε μια συναυλία στο Ηρώδειο με τη συνοδεία πολλών αξιόλογων μουσικών, της Feminarte υπό τη διεύθυνση του Γιάννη Γεωργιάδη και με την ενορχήστρωση του Νίκου Καλαντζάκου. Η συναυλία ηχογραφήθηκε και στα τέλη του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε σε διπλό CD και DVD.
Τραγουδάει το τραγούδι «Άρρωστος καιρός» σε μουσική του συνθέτη Αντώνης Μιτζέλος σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου στο άλμπουμ Σπάει το Ρόδι (2006). Στα φωνητικά ο Γιώργος Νταλάρας.
Τον Ιούνιο του 2008 ο Βασίλης έβγαλε καινούριο δίσκο με τίτλο Βατόμουρα, σε στίχους και μουσική του Σταμάτη Μεσημέρη.
Τον Απρίλιο του 2009 κυκλοφόρησε η επόμενη δουλειά του με τίτλο Ουράνια τόξα κυνηγώ, σε στίχους του Άλκη Αλκαίου, ενώ γράφει τη μουσική και ενορχηστρώνει όλα τα τραγούδια του μουσικού δίσκου. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου συμμετείχε στη συναυλία των Scorpions, που έγινε στο στάδιο Καραϊσκάκη, την οποία παρακολούθησαν πάνω από 35.000 θεατές. Σημαντικό σημείο της βραδιάς ήταν η κοινή ερμηνεία του Κλάους Μάινε με τον τραγουδιστή στο τραγούδι "Holiday". Η ίδια συναυλία διοργανώθηκε αμέσως μετά και στη Λάρισα στο στάδιο Αλκαζάρ.
Δεκαετία 2010
Το Μάιο του 2010 κυκλοφόρησε η δισκογραφική δουλειά Το παιχνίδι παίζεται σε στίχους Οδυσσέα Ιωάννου και που αποτέλεσε τον δεύτερο δίσκο που ο ίδιος ο τραγουδιστής συνέθεσε. Στο τραγούδι "Σαν ναυαγός" τραγουδά ντουέτο με το Δημήτρη Μητροπάνο. Το Μάιο του 2011 συμμετείχε στις συναυλίες του ιστορικού ροκ συγκροτήματος Deep Purple. Η συναυλία διοργανώθηκε, εκτός από την Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στο Ηράκλειο και στη Λευκωσία.
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου από την συναυλία στο Παγκρήτιο Στάδιο στο Ηράκλειο Κρήτης για τα 50 χρόνια του στην ελληνική δισκογραφία
Στα τέλη του 2011, σε συνεργασία με τον στιχουργό Οδυσσέα Ιωάννου, καλούσε μέσω του επίσημου ιστότοπου του, νέους μουσικούς να συνθέσουν τις δικές τους μελωδίες για τον δίσκο, κίνηση που θεωρήθηκε "πρωτοποριακή". Ο δίσκος κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2012 με τίτλο Αφετηρία.
Δεκαετία 2020
• 2021
Η δισκογραφική του παρουσία είναι ενεργή και τη δεκαετία του 2020. Το 2021 κυκλοφόρησε τον προσωπικό του δίσκο «Αντίλαλος» απαρτιζόμενος από 13 τραγούδια. Όπως ο ίδιος ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου δήλωσε, ο «Αντίλαλος» δημιουργήθηκε σε ένα υπόγειο κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων για την αποφυγή της εξάπλωσης του Covid-19. Ο δίσκος αποτελούσε την ανάγκη για έκφραση και συμμεριζόμενος το μέρος όπου δημιουργήθηκε ο δίσκος, τον ονόμασε Αντίλαλο εκφράζοντας την ανάγκη του να ακουστεί.
• 2023
Το καλοκαίρι του 2023 στα πλαίσια της καλοκαιρινής περιοδείας του εορτασμού της ενεργής δισκογραφικής παρουσίας 50 χρόνων, πραγματοποίησε μια από τις σπουδαιότερες συναυλία τις καριέρας του. Μια συναυλία στο Καλλιμάρμαρο μπροστά σε 60.000 θεατές. Η συναυλία αυτή μαγνητοσκοπήθηκε και έγινε μουσικό άλμπουμ με όνομα "Ζωντανή ηχογράφηση από το Καλλιμάρμαρο - 50 Χρόνια - Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Live). Το ίδιο καλοκαίρι πραγματοποίησε συναυλίες και σε πολλούς ακόμα χώρους σε όλη την Ελλάδα. Η καλοκαιρινή περιοδεία συγκέντρωσε συνολικά πάνω από 300.000 θεατές στις 29 συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν.
Όταν ο Μάνος Λοΐζος ηχογραφούσε τον «Τρίτο Παγκόσμιο», σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη, απέδιδε την αιτία ενός πιθανού τρίτου παγκοσμίου στα οικονομικά συμφέροντα «του Μπράουν, του Φίσερ και του Κραφτ». Αντίπαλοί τους και θύματα ήταν το «προλεταριάτο», «ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φρανς», οι οποίοι «σε φάμπρικα δούλευαν φτιάχνοντας τανκς». Μάλιστα, έγιναν αχώριστοι, δουλεύοντας στους Μπράουν, Φίσερ και Κραφτ φτιάχνοντας τανκς. Η απλοϊκή αυτή παρουσίαση της θεωρίας ότι πίσω από τους πολέμους κρύβονται τα συμφέροντα της αστικής επιχειρηματικότητας και των «στρατιωτικών-βιομηχανικών καρτέλ» προϋπέθετε φυσικά ότι εφόσον οι προλετάριοι έφτιαχναν τανκς, τα τανκς έπρεπε να χρησιμοποιηθούν, για να έχει νόημα η παραγωγή τους. Έτσι, οι πόλεμοι, και δη ο τρίτος παγκόσμιος, είναι και θα είναι αποτέλεσμα της ψυχρής, κυνικής λογικής του χρήματος και του κέρδους. Τα συμφέροντα, σκληρά και απάνθρωπα, αδιαφορούν για τον πόνο και τις οδύνες των εργατών, των ανθρώπων δηλαδή που παράγουν τον πλούτο των αστών. Όταν το 1974 ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου πρωτοτραγουδούσε τους στίχους αυτούς, η οικονομιστική αυτή προσέγγιση του φαινομένου του πολέμου ήταν κυρίαρχη σε μεγάλα στρώματα του ιδεολογικού φάσματος στην Ευρώπη. Ο Μαρξ ήταν εκείνος που πρώτος το είχε καταλάβει, έλεγε ο στίχος, αλλά ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς, οι οποίοι «έπεσαν κάτω από τα τανκς», δεν πρόλαβαν να τον διαβάσουν. Επομένως, όποιος κατανοούσε ότι μοναδική αιτία των πολέμων ήταν το εμπόριο και η οικονομία, θα μπορούσε να αποτρέψει τις ολέθριες συνέπειες ενός νέου πολέμου.
Αυτή η ερμηνεία του πολέμου, είχε και μια άλλη διάσταση. Τα οικονομικά συμφέροντα, ως έλλογα πάθη, δεν αποτελούσαν τις μοναδικές αιτίες πολέμου και καταστροφής. Συνολικά ο λόγος, όπως τον κατανόησε και τον προώθησε ιδίως ο Διαφωτισμός, βρισκόταν πίσω από τη νέα βαρβαρότητα όχι μόνο των δύο παγκόσμιων πολέμων, αλλά και των ολοκληρωτισμών. Αυτό αποτύπωσαν ο Adorno και ο Horkheimer σε ένα σημαντικό τους έργο, που σφράγισε την «κριτική θεωρία» και έγινε το έμβλημα της «Σχολής της Φρανκφούρτης». Το έργο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε το 1944 στη Νέα Υόρκη με τίτλο «Φιλοσοφικά σπαράγματα», ενώ επανεκδόθηκε το 1947 στο Άμστερνταμ, φέροντας τον τίτλο με τον οποίο καθιερώθηκε «Η διαλεκτική του Διαφωτισμού». Οι καταβολές του στοχασμού των παραπάνω φιλοσόφων ανάγονται στα 1920 περίπου, αμέσως μετά τη φρίκη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Η σκανδαλώδης και συνάμα απογοητευτική σκέψη εκείνη την εποχή ήταν ότι ο λόγος, ο οποίος διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, όχι μόνο δεν οδήγησε στην ευτυχία και την ηθική πρόοδο, αλλά μέσα από τις νέες τεχνολογικές και βιομηχανικές εφαρμογές του, έφτασε να υπηρετεί το ακριβώς αντίθετο από αυτό για το οποίο προοριζόταν. Όσο ο Διαφωτισμός στόχευε στην αποδέσμευση των ανθρώπων από τα δεινά του σκοταδισμού και της βαρβαρότητας, τόσο ο «πεφωτισμένος» κόσμος έπεφτε σε μεγαλύτερες συμφορές και καταστροφές. Αυτή ακριβώς η κίνηση του λόγου, ο οποίος μεταπίπτει στο αντίθετό του, δηλαδή σε βαρβαρότητα, αποτελεί τη διαλεκτική του Διαφωτισμού.
Τι είναι όμως αυτό που μετατρέπει τον λόγο στο αντίθετό του; Είναι κάποια παρερμηνεία του από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ή μήπως πρόκειται για κάποιο δομικό, εγγενές στοιχείο του ίδιου του λόγου, κάποιο λάθος στην ίδια του την κατασκευή; Το πρόβλημα έγκειται στην εργαλειακή φύση και χρήση του λόγου. Ο Διαφωτιστικός λόγος τέθηκε από τις ίδιες τις αρχές της σκέψης στην υπηρεσία της ελευθερίας. Εφόσον «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά», όπως έλεγε και ο Ρήγας, η φύση του λόγου δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με της ελευθερίας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν ξέρουμε ακριβώς τι είναι η ελευθερία. Πάντα μπορούμε να υποψιαστούμε ότι πίσω από έναν φαινομενικά «ελεύθερο» άνθρωπο βρίσκεται ένα εν αγνοία του ανελεύθερο άτομο. Η λογική αυτή, η οποία στην ουσία είναι χριστιανικής προέλευσης, είναι και ο αδύναμος κρίκος ανάμεσα στον λόγο και την ελευθερία. Όλη η στρατηγική των ανελεύθερων καθεστώτων έγκειται στο να πείσουν τους πολίτες των φιλελεύθερων καθεστώτων ότι δεν είναι πραγματικά ελεύθεροι και επομένως πρέπει ν’ απελευθερωθούν από τον ίδιο τους τον εαυτό, ακόμη και με τη χρήση εσωτερικής ή εξωτερικής βίας. Η επιστήμη και η τεχνολογία, η οποία υπηρετεί τους σκοπούς αυτής της βίας, είναι η πραγματική «εργαλειοποίηση» του λόγου. Έτσι, μετατρέπεται ο λόγος σε μηχανή παραγωγής οπλικής και ιδεολογικής τρομοκρατίας. Υπηρετεί τον μύθο της μελλοντικής «αταξικής κοινωνίας» ή της αποκατάστασης του περασμένου μεγαλείου του Γερμανικού, του Ρωσικού, του Τουρκικού ή του Κινεζικού Ράιχ. Υπηρετεί κυρίως και πρωτίστως τον μύθο της απελευθέρωσης του εφησυχασμένου αστού, σκλάβου της «αναυθεντικότητας» της «καταναλωτικής» κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, υπηρετεί το αντίθετο από αυτά τα οποία πολεμούσε κατά τους αιώνες του Διαφωτισμού: τον μύθο και τον σκοταδισμό. Όταν ο λόγος υπηρετεί τα βιομηχανικά και εμπορικά συμφέροντα στην υπηρεσία της παραγωγής πλυντηρίων, ψυγείων, αυτοκινήτων, παιχνιδιών, τότε υπηρετεί ορθά τον σκοπό του. Όταν όμως τίθεται στην υπηρεσία του εθνικού ή του κομμουνιστικού μύθου και των άλογων παθών που αυτοί γεννάνε, τότε παράγονται τέρατα, όπως όπλα μαζικής καταστροφής, πυρηνικά οπλοστάσια και βαλλιστικοί πύραυλοι, μηχανές προπαγάνδας και συστήματα κοινωνικού ελέγχου. Σκοπός του φιλελεύθερου «εργαλειακού» λόγου είναι, όπως θα έλεγε και ο Ford, οι εργάτες να μπορούν να αγοράζουν και να οδηγούν τα οχήματα που παράγουν, όχι να πεθαίνουν κάτω από αυτά.