Παρασκευή 19 Μαΐου 2023

Μουσική Παρασκευή - Ἠλίας Ὑφαντίδης ~ Τὴ Σουμελάς τὰ κάσ̌ι͜α


Πληροφορίες για τον Ηλία Υφαντίδη



Γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Μεγάλωσε μέσα σε μία οικογένεια με ανεπτυγμένη μουσική παράδοση, όπου το άκουσμα της ποντιακής λύρας ήταν πολύ έντονο· ο παππούς του έπαιζε κι ο ίδιος λύρα.

Στα επτά του χρόνια ξεκίνησε τις μουσικές σπουδές του στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών και σε άλλα ωδεία. Μέχρι τα δεκαπέντε του ασχολήθηκε με το μπουζούκι. Το 1991 έγινε η πρώτη επαφή του με την ποντιακή παράδοση, όταν μπήκε για δύο χρόνια στο χορευτικό του Συλλόγου Ποντίων Αγίας Βαρβάρας «Ο Φάρος». Την επόμενη χρονιά ξεκίνησε μαθήματα λύρας στο Σύλλογο Ποντίων Κορυδαλλού «Εύξεινος Πόντος» με δάσκαλο τον Γιώργο Αμαραντίδη, με τον οποίο καλλιέργησε και το ταλέντο του στο τραγούδι.

Στα δεκαεννιά του χρόνια κυκλοφόρησε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο Εγώ Ποντιοπούλ’ είμαι τα’ όνομα μ’ έν Ηλία, σε μουσική και στίχους Γιώργου Αμαραντίδη. Εκτός από λύρα παίζει αγγείον και φλογέρα. Άλλες προσωπικές δισκογραφικές δουλειές του είναι οι: Πόντος… οψέ – οσήμερον και πάντα και Αυδές Πόντου.

Έχει λάβει μέρος σε πολλές συναυλίες, εκδηλώσεις συλλόγων, και μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, παίζοντας λύρα και τραγουδώντας. Έχει επίσης συνεργαστεί και συμμετάσχει σε δίσκους πολλών καλλιτεχνών.

Παραδίδει μαθήματα λύρας καθώς και μαθήματα ποντιακής διαλέκτου και μουσικής, ενώ παράλληλα γράφει στίχους και συνθέτει μουσική. Έχει επίσης γράψει μουσικοθεατρικά έργα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό του ποντιακού ελληνισμού.

Πηγή κειμένου και εικόνας





Πηγή εικόνας


Το τραγούδι περιλαμβάνεται στον δίσκο Αυδές Πόντου, ο οποίος, πιθανώς, κυκλοφόρησε το 2006.

Πάμε να το ακούσουμε...



Τὴ Σουμελάς τὰ κάσ̌ι͜α 
ἐγομώθανε χ̌ι͜ονόπα 
Τὴ Σουμελάς τὰ κάσ̌ι͜α 
ἐγομώθανε χ̌ι͜ονόπα 

Ἐλύγαν καί -ν- ἐέντανε 
τὴ Παναϊάς δά̤κρόπα
Ἐλύγαν καί -ν- ἐέντανε 
τὴ Παναϊάς δά̤κρόπα

Παναΐα, Παναΐα, 
εὐκαιρώθαν τὰ χωρία! 
Παναΐα, Παναΐα, 
εὐκαιρώθαν τὰ χωρία! 

Τ’ ἐμετὲρ’ ἐχπάσταν, φεύ’νε, 
σὴν Ἐλλάδαν πᾶν’ κονεύ’νε
Τ’ ἐμετὲρ’ ἐχπάσταν, φεύ’νε, 
σὴν Ἐλλάδαν πᾶν’ κονεύ’νε 


Τρανὸν δείσαν ἐγέντονε, 
’σκοτείνεψαν τ’ ὀρμάνια 
Τρανὸν δείσαν ἐγέντονε, 
’σκοτείνεψαν τ’ ὀρμάνια 

Ἡ Παναΐα πορπατεί 
μὲ τὸν Χριστὸν σὴν ἐγκάλια 
Ἡ Παναΐα πορπατεί 
μὲ τὸν Χριστὸν σὴν ἐγκάλια 


Παναΐα, Παναΐα, 
εὐκαιρώθαν τὰ χωρία! 
Παναΐα, Παναΐα, 
εὐκαιρώθαν τὰ χωρία! 

Τ’ ἐμετὲρ’ ἐχπάσταν, φεύ’νε, 
σὴν Ἐλλάδαν πᾶν’ κονεύ’νε 
Τ’ ἐμετὲρ’ ἐχπάσταν, φεύ’νε, 
σὴν Ἐλλάδαν πᾶν’ κονεύ’νε 

Ῥάχ̌ι͜ά, ποτάμι͜α, θάλασσας 
ἐγόμωσεν ἰχνάρι͜α 
Ῥάχ̌ι͜ά, ποτάμι͜α, θάλασσας 
ἐγόμωσεν ἰχνάρι͜α 

Ἐπῆεν/Ἔρθεν καί -ν- ἐκόνεψεν 
σὴ Βέροιας τὰ παρχάρι͜α 
Ἐπῆεν/Ἔρθεν καί -ν- ἐκόνεψεν 
σὴ Βέροιας τὰ παρχάρι͜α

Παναΐα, Παναΐα, 
εὐκαιρώθαν τὰ χωρία! 
Παναΐα, Παναΐα, 
εὐκαιρώθαν τὰ χωρία! 

Τ’ ἐμετὲρ’ ἐχπάσταν, φεύ’νε, 
σὴν Ἐλλάδαν πᾶν’ κονεύ’νε
Τ’ ἐμετὲρ’ ἐχπάσταν, φεύ’νε, 
σὴν Ἐλλάδαν πᾶν’ κονεύ’νε


♫

Τ’ ἐμετὲρ’ πᾶν’ κι ἔρχουνταν σ’ ἔρημον τὸ μοναστήρι σ’. Φέρ’νε μας χαπέρα̤ ἄμον ἄσπρα περιστέρα̤. 
Ῥωμαίικα παλληκάρα̤, μ’ ἀνασπάλλετε τὸν Πόντον. Τὸν Πόντον τὴ Σουμελάς, τὴ Τραπεζοῦντας, τὴ Κερασούντας, τὴ Σινώπης καὶ τὴ Σαμψούντας...Του Ὑψηλάντη, τοῦ Χρύσανθου, τοῦ Διογένη, τοῦ Στράβωνα, τῶν Ἀκριτῶν... Τὸν Πόντον μὲ τὰ κρύα νερά... 
Σκοτία στὰ ὀρμάνι͜α, μαῦρον ἕν’ ἡ θάλασσα σ’, ὀμάλι͜α τὰ παρχάρι͜α... 
Ἐκεῖ κρατεῖ ἡ ῥίζα μούν, ἐκεῖ τεροὺν τ’ ὀμμάτι͜α μούν...Εκέσ’ κρούει τὸ καρδόπο μου, ἐκὲσ’ εἶν’ τὰ μουράτι͜α μ’... 
Σουμέλα Παναΐα, τοῦ Χριστοῦ ἡ μάνα, ἔρθες μετ’ ἐμᾶς ἐντάμαν... 
Πρὸσ̌κυνῶ σὲ Παναΐα μ’... Ἄχ! Παναΐα, τ’ ἐμετὲρτς τ’ ἀνθρώπ’ς...τ’ ἐμετὲρτς τ’ ἀνθρὼπ’ς ὠρία!

Απόδοση στα Νέα Ελληνικά (πρόχειρη):

Τῆς Σουμελὰς οἱ ἀπότομες πλαγιές 
γεμίσανε μὲ χιόνια 
Τῆς Σουμελὰς οἱ ἀπότομες πλαγιές 
γεμίσανε μὲ χιόνια 

Ἐλύγισαν καὶ γίναν 
δάκρυα τῆς Παναγιᾶς 
Ἐλύγισαν καὶ γίναν 
δάκρυα τῆς Παναγιᾶς 

Παναγιά, Παναγιά 
ἀδειάσαν τὰ χωριά! 
Παναγιά, Παναγιά 
ἀδειάσαν τὰ χωριά! 

Οἱ ἄνθρωποί μας φύγαν γιὰ νὰ πᾶνε, 
στὴν Ἑλλάδα νὰ φωλιάσουν 
Οἱ ἄνθρωποί μας φύγαν γιὰ νὰ πᾶνε, 
στὴν Ἑλλάδα νὰ φωλιάσουν 

Πυκνὴ ὁμίχλη σκέπασε 
ἐσκοτείνιασαν τὰ δάση 
Πυκνὴ ὁμίχλη σκέπασε 
ἐσκοτείνιασαν τὰ δάση 

Περπατεὶ ἡ Παναγιά 
μὲ τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιά
Περπατεὶ ἡ Παναγιά 
μὲ τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιά

Παναγιά, Παναγιά, 
ἀδειάσαν τὰ χωριά! 
Παναγιά, Παναγιά, 
ἀδειάσαν τὰ χωριά! 

Οἱ ἄνθρωποί μας φύγαν γιὰ νὰ πᾶνε, 
στὴν Ἑλλάδα νὰ φωλιάσουν 
Οἱ ἄνθρωποί μας φύγαν γιὰ νὰ πᾶνε, 
στὴν Ἑλλάδα νὰ φωλιάσουν 

Βουνά, ποτάμια, θάλασσες 
ἐγεμίσανε μὲ χνάρια
 Βουνά, ποτάμια, θάλασσες 
ἐγεμίσανε μὲ χνάρια 

Πῆγε, ἦρθε, φώλιασε 
στῆς Βέροιας τὰ βοσκοτόπια 
Πῆγε, ἦρθε, φώλιασε 
στῆς Βέροιας τὰ βοσκοτόπια 

Παναγιά, Παναγιά, 
ἀδειάσαν τὰ χωριά! 
Παναγιά, Παναγιά, 
ἄδειασαν τὰ χωριά! 

Οἱ ἄνθρωποί μας φύγαν γιὰ νὰ πᾶνε, 
στὴν Ἑλλάδα νὰ φωλιάσουν 
Οἱ ἄνθρωποί μας φύγαν γιὰ νὰ πᾶνε, 
στὴν Ἑλλάδα νὰ φωλιάσουν 


Οἱ δικοί μας πᾶνε κι ἔρχονται σ' ἕνα ἔρμο μοναστήρι. Φέρνε μας τὰ νέα σὰν ἕνα ἄσπρο περιστέρι. Νεαροὶ Ῥωμιοί, λησμονάτε τὸν Πόντο μου. Τὸν Πόντο της Σουμελάς, τῆς Τραπεζοῦντας, τῆς Κερασούντας, τῆς Σινώπης καὶ τῆς Σαμψούντας... Τοῦ Ὑψηλάντη, τοῦ Χρύσανθου, τοῦ Διογένη, τοῦ Στράβωνα, τῶν Ἀκριτῶν... Τὸν Πόντο μὲ τὰ κρύα νερά... Σκοτείνιασαν τὰ ὄρη, μαύρισε ἡ θάλασσα, ἕρμα τὰ βοσκοτόπια... Ἐκεῖ κρατεῖ ἡ ῥίζα μου, ἐκεῖ κοιτοῦν τὰ μάτια μου... Ἐκεῖ χτυπᾶ ἡ καρδιά μου, ἐκεῖ εἶναι οἱ πόθοι μου... Παναγιὰ Σουμελᾶ, μάνα τοῦ Χριστοῦ, ἦρθες μαζί μας... Προσκυνῶ ἐσένα Παναγιά μου...Ἄχ! Παναγιά, τοὺς δικούς μας τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς δικούς μας τοὺς ἀνθρώπους νὰ φυλᾶς!

                                                                    Πηγή

                                                                                                                              


          

               

                                                                                                     






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ