λασίβους [ λάσιος + βοῦς, μὲ ἀποβολὴ τοῦ μεσαίου ὄμικρον γιὰ ἀποφυγὴ χασμωδίας ] = νεολογικὴ ἀπόδοση γιὰ τὴν θιβετιανὴ « གཡག » (κοινῶς: «γιάκ»).
Γιὰ νὰ προλάβω τυχὸν κακοπροαίρετους, παραθέτω τὴν κλίση τοῦ βοὸς (τοῦ βοδιοῦ, δηλαδὴ) στὴν δημοτικὴ (ἐξ ὅσων γνωρίζω, οὐδεὶς τὴν ἔχει καθιερώσει, ἄρα ἂς πρωτοτυπήσω κι ἂς ἐξευγενίσω τὴν γλῶσσα):
Ἑνικὸς ἀριθμός Πληθυντικός ἀριθμός
ὁ βοῦς οἱ βόες
τοῦ βοὸς τῶν βοῶν
τὸν βοῦ τοὺς βοῦς
βοῦ βόες
Μοιάζει μὲ τὸν «βόα» (τὸ γνὼστὸ εἶδος φιδιοῦ), ἀλλὰ ὑπενθυμίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι μεταγενέστερο δάνειο ἀπὸ τὴν Ἀγγλική, ἡ ὁποία ἐπίσης δανείστηκε τὴν λέξη ἀπὸ τὰ Λατινικά, τὰ ὁποῖα τὸ δανείστηκαν ἀπὸ τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, ὅσο παράδοξο κι ἂν φαίνεται ! Ἀναγιγνώσκω στὴν Βικιπαίδεια: «Ἡ ὀνομασία τοῦ προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ bos, ποὺ σημαίνει "βοῦς, ἀγελάδα" καὶ βασίζεται στὸν ἀρχαῖο μῦθο ὅτι οἱ βόες κυνηγοῦν ἀγελάδες καὶ τὶς σφίγγουν μέχρι θανάτου.» . Ἂν ἰσχύει αὐτό, τότε ὁ γνωστὸς «βόας» ἀποτελεῖ ἀντιδάνειο !
Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, ὅστις θέλει, κάμνει καὶ τὴν δικιά του ἔρευνα.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid031im6hfR2g8FbMgMQYosn9gVtBFec5eaExZ5g87pXzgShGKspoKetXBrb2ATwxV25l&id=61550337025368&__cft__[0]=AZZcoXPhkphraioq4HpQwxcByB_tyAFgFoqJn4hbEDrrB9YCW3yg1p8HDsdc3ZHFumZym9_tNYXVEuwbyNAqNqrFQ3JRCQl77o4BvrC608DTw5e7J51_ClwosYRlg4nPh2LQFUQccTBmcTLL1j1Ybs2b&__tn__=%2CO%2CP-R
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου