Η σύντομη απάντηση είναι ότι το φαινόμενο δεν έχει μία μόνο αιτία. Στην Αττική των ετών 2023–Μάιος 2026 συνυπάρχουν τουλάχιστον έξι διαφορετικοί μηχανισμοί: κλαδεύσεις και κοπές για δημόσια ασφάλεια μετά από κακοκαιρίες, πυροπροστασία σε ιδιωτικά οικόπεδα και λόφους/άλση, φυτοϋγειονομικές επεμβάσεις λόγω εντόμων και ασθενειών, εκκαθάριση για δίκτυα και υποδομές από ή για λογαριασμό ΔΕΔΔΗΕ/ΑΔΜΗΕ και λοιπών ΟΚΩ, εργολαβικές πρακτικές συντήρησης που συχνά δίνουν έμφαση στη γρήγορη αφαίρεση φυτικής μάζας, και, σε ορισμένες περιοχές, πιέσεις οικοδομικής αξιοποίησης που οδηγούν σε νόμιμες αλλά κοινωνικά αμφισβητούμενες αφαιρέσεις δέντρων. Η ένταση της δημόσιας συζήτησης στην Αττική αυξήθηκε ιδίως το 2024–2026, καθώς συμπίπτουν η κρίση των μουριών στην Αθήνα, οι νέες υποχρεώσεις πυροπροστασίας, πολλαπλές δημοτικές αποφάσεις για «επικίνδυνα» δέντρα και η αναζωπύρωση της κριτικής για τις νεραντζιές και τα πολύ βαθιά κλαδέματα.
Οι επίσημοι λόγοι που προβάλλονται από δήμους, υπουργεία και διαχειριστές δικτύων είναι κατά κανόνα θεμιτοί: αποτροπή πτώσης κλάδων/δέντρων, επείγουσα ασφάλεια πεζών και δικτύων, αφαίρεση ξερών ή προσβεβλημένων δέντρων, αντιπλημμυρικές και αντιπυρικές παρεμβάσεις, καθώς και τήρηση αποστάσεων από καλώδια. Όμως, η τεκμηρίωση δείχνει ότι δίπλα στους θεμιτούς λόγους υπάρχουν διαρθρωτικά προβλήματα εφαρμογής: κατακερματισμός αρμοδιοτήτων, ανεπαρκής δημοσιοποίηση εκθέσεων επικινδυνότητας, ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού, εργολαβίες που ορίζουν «σχήμα» και «καθαρό ύψος διέλευσης» περισσότερο από ό,τι υγεία της κόμης, και περιπτώσεις αυθαίρετων παρεμβάσεων από ιδιώτες ή ιδιωτικά συνεργεία. Η ίδια η Καθημερινή, βασισμένη σε δηλώσεις ΓΕΩΤΕΕ και δήμων, έχει καταγράψει ότι οι τεχνικές προδιαγραφές δεν εφαρμόζονται ομοιόμορφα στις συμβάσεις υπηρεσιών πρασίνου, ενώ πολίτες συχνά επεμβαίνουν μόνοι τους ή μέσω ιδιωτών.
Το οικολογικό και κοινωνικό κόστος είναι υψηλό όταν το κλάδεμα γίνεται ως «καρατόμηση» ή επαναλαμβανόμενη βαριά κορυφοκοπή. Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι η πυκνή κόμη είναι κρίσιμη για το δροσιστικό αποτέλεσμα, ενώ το topping μειώνει σημαντικά τη μικροκλιματική βελτίωση. Στην Αθήνα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή το κλιματικό σχέδιο του ίδιου του Δήμου καταγράφει έντονη αστική θερμική νησίδα και θερμοκρασιακές διαφορές 3–4°C κατά μέσο όρο στα πιο θερμά τμήματα της πόλης. Παράλληλα, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία αναφέρει δεκάδες καταγγελίες κάθε άνοιξη από όλη την Ελλάδα για ριζικά κλαδέματα και κοπές μέσα στην περίοδο αναπαραγωγής των πουλιών. Η διεθνής βιβλιογραφία συνδέει επίσης την δενδροκάλυψη με θετικές επιδράσεις στην αξία κατοικίας, έστω με κοινωνικές ανισότητες στον τρόπο που αυτές κατανέμονται.
Κύρια ευρήματα
Το πιο σημαντικό εύρημα της έρευνας είναι ότι όσα οι πολίτες περιγράφουν ως «αφήνουν μόνο τον κορμό» δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα. Σε μερικές περιπτώσεις πρόκειται για αναγκαστική κοπή ξερών, σπασμένων ή ασταθών δέντρων· σε άλλες για βαριά μείωση κόμης ή διαμόρφωση με επαναλαμβανόμενες μεγάλες τομές· και σε ορισμένες περιπτώσεις για καταστροφικό topping/καρατόμηση, δηλαδή αφαίρεση τόσο μεγάλου μέρους της κόμης ώστε να θίγεται η δομή και η μελλοντική ζωτικότητα του δέντρου.
Ο νέος Κανονισμός Πρασίνου του Δήμου Αθηναίων απαγορεύει ρητά την κάθετη κλάδευση της μισής κόμης με μηχάνημα και συνδέει τα υπερβολικά κλαδέματα με εξασθένηση δομής και αυξημένο κίνδυνο σήψης, ενώ η πρόσφατη επιστημονική βιβλιογραφία για το topping δείχνει μεγάλη απώλεια μικροκλιματικής απόδοσης λόγω της μείωσης της φυλλικής επιφάνειας.
Στην Αττική, οι βασικοί δρώντες είναι πέντε (5):
- οι δήμοι και οι διευθύνσεις πρασίνου, που προκηρύσσουν κλαδεύσεις, απομακρύνσεις ξερών δέντρων και έκτακτες επεμβάσεις.
- τα Δασαρχεία/Δασικές Υπηρεσίες, τα οποία εμπλέκονται ιδίως στην αδειοδότηση κοπών σε κοινόχρηστους χώρους ή στην εποπτεία επεμβάσεων σχετικών με δασικά παθογόνα.
- οι ενεργειακοί διαχειριστές, καθώς ο ΔΕΔΔΗΕ περιλαμβάνει ρητά στις εργολαβίες του «κλάδεμα ή κοπή δέντρων, διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών και αποψίλωση», ενώ ο ΑΔΜΗΕ καταγράφει ετήσιες δαπάνες για κλάδεμα και κοπή δέντρων που γειτνιάζουν με εναέρια δίκτυα υψηλής τάσης.
- οι ιδιώτες ανάδοχοι, που εκτελούν μεγάλο μέρος των εργασιών.
- οι ιδιοκτήτες ακινήτων/κάτοικοι, είτε επειδή υποχρεούνται σε καθαρισμούς οικοπέδων και αποκλαδώσεις για πυροπροστασία είτε επειδή ζητούν κοπές/κλαδέματα ή επεμβαίνουν και μόνοι τους.
Οι επίσημα δηλωμένοι λόγοι για βαριές επεμβάσεις είναι σαφείς και επαναλαμβανόμενοι:
- Η ασφάλεια μετά από κακοκαιρίες είναι από τους συχνότερους: στην Κηφισιά, στις 28 Απριλίου 2025, ο δήμος ανακοίνωσε έκτακτη κοπή πλατάνου που είχε ξεριζωθεί από βροχή και ανέμους, ενώ τον Ιανουάριο 2026 ο ίδιος δήμος κατέγραψε τρεις κοπές δέντρων στο πλαίσιο διαχείρισης ακραίων καιρικών φαινομένων.
- Η πυροπροστασία είναι δεύτερος κρίσιμος λόγος: οι πρόσφατες ανακοινώσεις του Δήμου Αθηναίων για την αντιπυρική περίοδο προβλέπουν απομάκρυνση καύσιμης ύλης, υλοτομία ξερών/σπασμένων δέντρων σε επαφή με κτίσματα και αποκλάδωση βάσης δέντρων.
- Η φυτοϋγεία είναι τρίτος βασικός λόγος: ο Δήμος Αθηναίων εφαρμόζει εδώ και χρόνια μέτρα για το έντομο Xylotrechus chinensis στις μουριές, ενώ σε εθνικό επίπεδο το ΥΠΕΝ έχει ενισχύσει το πλαίσιο για το μεταχρωματικό έλκος πλατάνου, με πολυετείς ζώνες, τοπικά σχέδια δράσης και διοικητικά πρόστιμα.
Στην Αττική όμως η εικόνα δεν εξηγείται μόνο από «ασφάλεια» και «ασθένεια». Υπάρχει και μια δομική λογική διαχείρισης που παράγει βαριά κλαδέματα ακόμη και χωρίς άμεσο βιοτικό κίνδυνο.
Επίσημες δημοτικές διακηρύξεις στην Αττική δείχνουν πως ορισμένες εργολαβίες ζητούν πολύ έντονη διαμόρφωση κόμης ή ελεύθερα ύψη διέλευσης σε δενδροστοιχίες.
- Στη Νέα Φιλαδέλφεια–Νέα Χαλκηδόνα, η διακήρυξη του 2024 ορίζει ειδικά για τις νεραντζιές κλάδεμα ώστε η κόμη να γίνει «σφαίρα» με διάμετρο έως 2 μέτρα.
- Στη Νέα Σμύρνη, η εργολαβία του 2025 προβλέπει άμεση απόκριση για κλάδεμα «επικίνδυνων» δέντρων μετά από έντονα καιρικά φαινόμενα.
- Στη Σαλαμίνα, ο διαγωνισμός του 2025 αφορά ρητά «κλάδευση-κοπή υψηλών και επικίνδυνων δέντρων» και κλάδευση για απρόσκοπτη διέλευση οχημάτων.
Αυτή η γλώσσα διοίκησης δεν είναι από μόνη της παράνομη, αλλά δείχνει ότι το ζητούμενο συχνά ορίζεται ως εκκαθάριση και γεωμετρική/λειτουργική συμμόρφωση, όχι ως διατήρηση ώριμης κόμης.
Το πιο ισχυρά τεκμηριωμένο μη οικολογικό κίνητρο στην Αττική δεν είναι κάποιο αποδεδειγμένο κύκλωμα παράνομης αστικής υλοτομίας, αλλά η αφαίρεση δέντρων για οικοδομική αξιοποίηση και γενικότερα για να «εξαφανιστεί η ενόχληση» που θεωρείται ότι δημιουργεί το δέντρο μπροστά σε ιδιοκτησίες ή καταστήματα.
- Ο Δήμος Κηφισιάς δημοσίευσε ότι από το 2022 έως την ανακοίνωση του 2024 κόπηκαν συνολικά 1.043 δέντρα «για να γίνουν οικόπεδα».
- Η Καθημερινή καταγράφει επίσης ότι οι δημότες συχνά παρεμβαίνουν οι ίδιοι ή προσλαμβάνουν ιδιώτες που δεν ακολουθούν τις οδηγίες του δήμου.
- To Αθήνα 9.84 μετέφερε ακόμη και αναφορές του αντιδημάρχου για βανδαλισμούς και σαμποτάζ σε δέντρα και αυτόματο πότισμα.
Αυτές οι πηγές δεν αποδεικνύουν εκτεταμένη οργανωμένη παράνομη υλοτομία για ξυλεία στην Αττική, αλλά τεκμηριώνουν ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνο τεχνικό: είναι επίσης θεσμικό, κοινωνικό και οικονομικό.
Τέλος, η Αττική δεν είναι εξαίρεση σε εθνικό επίπεδο. Η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία αναφέρει ότι κάθε άνοιξη λαμβάνει δεκάδες καταγγελίες από κάθε γωνιά της Ελλάδας για ριζικά κλαδέματα και κοπές μέσα στην περίοδο φωλιάσματος, ενώ δημοσιογραφικές έρευνες έχουν καταγράψει ανάλογες αντιπαραθέσεις σε Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις. Άρα, η Αττική είναι σήμερα το πιο ορατό μέτωπο του προβλήματος, όχι το μοναδικό.
Νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο
- Για την κοπή δέντρων σε πεζοδρόμια, πλατείες ή άλλους κοινόχρηστους χώρους, οι δήμοι συνήθως απαιτούν αίτηση στην υπηρεσία πρασίνου, αυτοψία, εισήγηση αρμόδιου οργάνου και, όπου χρειάζεται, άδεια από το Δασαρχείο.
Οι κανονισμοί πρασίνου δήμων, όπως της Αθήνας και του Αμαρουσίου, απαγορεύουν την αυθαίρετη κοπή, αφαίρεση, μεταφύτευση ή κλάδεμα φυτικού υλικού και προβλέπουν πρόστιμα.
- Σε τεχνικό επίπεδο, υπάρχει ήδη επίσημη Ελληνική Τεχνική Προδιαγραφή για το κλάδεμα δέντρων, η ΕΛΟΤ ΤΠ 1501-10-06-04-01. Το πρόβλημα δεν είναι η πλήρης απουσία κανόνων, αλλά η άνιση εφαρμογή τους. Οι προδιαγραφές φαίνεται να εφαρμόζονται πιο καθαρά στα δημόσια έργα και τις μελέτες, ενώ στις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών πρασίνου οι εργασίες συχνά αντιμετωπίζονται ως γενικές υπηρεσίες. Αυτό δημιουργεί σοβαρό θεσμικό κενό, γιατί επιτρέπει να εκτελούνται επεμβάσεις χωρίς την απαιτούμενη δενδροκομική εξειδίκευση.
- Στο πεδίο της πυροπροστασίας, ο κανονισμός για ακίνητα εντός ή κοντά σε δασικές εκτάσεις προβλέπει απομάκρυνση καύσιμης ύλης, υλοτομία ξερών ή σπασμένων δέντρων κοντά σε κτίσματα και αποκλάδωση της βάσης των δέντρων. Τα μέτρα είναι λογικά ως πρόληψη πυρκαγιάς, όμως όταν εφαρμόζονται μαζικά και μηχανικά, χωρίς επιτόπια δενδροκομική κρίση, μπορούν να οδηγήσουν σε υπερβολική αφαίρεση κόμης.
- Στις γραμμές ηλεκτρικής ενέργειας, η ευθύνη δεν ανήκει πάντα στους δήμους. Η ΚΕΔΕ έχει διευκρινίσει ότι για τα δέντρα κατά μήκος γραμμών μεταφοράς ενέργειας υπεύθυνοι είναι οι αρμόδιοι διαχειριστές δικτύου. Ο ΔΕΔΔΗΕ και ο ΑΔΜΗΕ περιλαμβάνουν στις εργολαβίες τους κλαδέματα, κοπές, αποψιλώσεις και διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών. Επομένως, μέρος του φαινομένου που φαίνεται ως «μαζικό κλάδεμα» αφορά στην πραγματικότητα διαχείριση διαδρόμων δικτύου.
Το βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη δημόσιας διαφάνειας. Συχνά υπάρχουν διοικητικές αποφάσεις, αλλά όχι επαρκής δημοσιοποίηση των τεχνικών δεδομένων: γιατί κρίθηκε επικίνδυνο ένα δέντρο, αν υπήρχαν εναλλακτικές αντί της κοπής, ποια ήταν η κατάσταση πριν και μετά, αν έγινε αντικατάσταση και αν το νέο δέντρο επιβίωσε. Έτσι, ακόμη και νόμιμες επεμβάσεις εμφανίζονται στους πολίτες ως αυθαίρετες.
ΟικολογικΕς και κοινωνικΕς επιπτΩσεις
- Η πρώτη μεγάλη επίπτωση αφορά τη βιοποικιλότητα. Τα ώριμα δέντρα, οι μεγάλες κόμες, οι κοιλότητες και τα σύνθετα φυτικά στρώματα αποτελούν σημαντικό αστικό ενδιαίτημα για πουλιά, έντομα, λειχήνες και μύκητες. Όταν αφαιρείται μαζικά η κόμη, δεν χάνεται μόνο σκιά, αλλά και ζωντανός αστικός βιότοπος. Ιδιαίτερα την άνοιξη, τα βαριά κλαδέματα και οι κοπές μπορεί να συμπίπτουν με την περίοδο αναπαραγωγής των πτηνών.
- Η δεύτερη επίπτωση αφορά το θερμικό μικροκλίμα. Η πυκνότητα της κόμης είναι καθοριστική για τη δροσιά που προσφέρουν τα δέντρα. Η βαριά κορυφοκοπή μειώνει σημαντικά την ικανότητα ενός δέντρου να σκιάζει και να αμβλύνει τη θερμική επιβάρυνση. Σε μια πόλη όπως η Αθήνα, όπου η αστική θερμική νησίδα είναι ήδη έντονη λόγω έλλειψης πρασίνου και πολλών αδιαπέραστων επιφανειών, η απώλεια ώριμης κόμης έχει άμεσο θερμικό κόστος, ειδικά στις πιο επιβαρυμένες γειτονιές.
- Η τρίτη επίπτωση αφορά τις οικοσυστημικές υπηρεσίες των δέντρων. Τα δέντρα συγκρατούν ρύπους, μειώνουν την απορροή των όμβριων, προσφέρουν σκίαση και βελτιώνουν την αισθητική και λειτουργική ποιότητα του δρόμου. Το έντονο ή λανθασμένο κλάδεμα περιορίζει όλες αυτές τις λειτουργίες και οδηγεί σε πόλεις πιο γυμνές, πιο θερμές και λιγότερο βιώσιμες.
- Η τέταρτη επίπτωση είναι κοινωνική και οικονομική. Η δενδροκάλυψη συνδέεται διεθνώς με καλύτερη ποιότητα κατοικίας και δημόσιου χώρου, επειδή προσφέρει δροσιά, ιδιωτικότητα, ηχοπροστασία και καλύτερη εικόνα γειτονιάς. Η απώλεια ώριμων δέντρων μπορεί να υποβαθμίσει την αντιλαμβανόμενη αξία μιας περιοχής, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα ελληνικά στοιχεία που να το αποτιμούν άμεσα σε ευρώ.
ΣυστΑσεις και κενΑ δεδομΕνων
Για τους πολίτες, το πιο χρήσιμο δεν είναι η άμεση σύγκρουση με το συνεργείο, αλλά η απαίτηση γραπτής τεκμηρίωσης. Πρέπει να ζητούνται ο αριθμός απόφασης, η τεχνική έκθεση, η υπηρεσία που εισηγήθηκε την επέμβαση, η άδεια Δασαρχείου όπου απαιτείται και το σχέδιο αντικατάστασης του δέντρου. Αν η επέμβαση αφορά καλώδια ή στύλους, ο σωστός αποδέκτης είναι ο αρμόδιος διαχειριστής του δικτύου, όπως ο ΔΕΔΔΗΕ.
Σε ύποπτες ή αμφισβητούμενες επεμβάσεις, είναι σημαντική η τεκμηρίωση με φωτογραφίες πριν και μετά, ημερομηνία, στοιχεία οχήματος ή εργολάβου και αναφορά στον δήμο ή στο Δασαρχείο. Αν υπάρχει κλάδεμα σε περίοδο φωλιάσματος ή πιθανή καταστροφή φωλιών, μπορεί να ενημερώνεται και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία.
Για τους δήμους, η βασική ανάγκη είναι η διαφάνεια. Κάθε επέμβαση θα πρέπει να συνοδεύεται από δημόσια ανάρτηση της τεχνικής γνωμάτευσης, του είδους και της κατάστασης του δέντρου, φωτογραφιών, νομικής βάσης και πρόβλεψης αντικατάστασης. Παράλληλα, οι συμβάσεις πρασίνου πρέπει να απαιτούν εξειδικευμένους δενδροκόμους και να ενσωματώνουν ρητά την ελληνική τεχνική προδιαγραφή για το κλάδεμα.
Χρειάζεται επίσης αλλαγή στον τρόπο αξιολόγησης των εργολαβιών. Το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι πόση βιομάζα αφαιρέθηκε ή πόσο «καθαρός» έγινε ένας χώρος, αλλά πόση υγιής κόμη διατηρήθηκε, πόσα δέντρα σώθηκαν, πόσες αντικαταστάσεις επιβίωσαν και αν η συνολική δενδροκάλυψη αυξήθηκε ή μειώθηκε.
Τέλος, το μεγαλύτερο κενό είναι η απουσία κεντρικού δημόσιου μητρώου. Δεν υπάρχουν ενιαία και συγκρίσιμα στοιχεία για το πόσα δέντρα κλαδεύονται βαριά, πόσα κόβονται, πόσα αντικαθίστανται και πόσα νέα δέντρα επιβιώνουν στην Αττική ή στην Ελλάδα. Γι’ αυτό το φαινόμενο τεκμηριώνεται σήμερα κυρίως μέσα από αποφάσεις, εργολαβίες, ανακοινώσεις και καταγγελίες, όχι μέσα από ολοκληρωμένη στατιστική εικόνα. Αυτό αποτελεί και το ισχυρότερο επιχείρημα για ένα μόνιμο, δημόσιο μητρώο αστικών δέντρων και επεμβάσεων.
YΓ: Φωτο από Μεξικό
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου