Κάμπος «σπαρμένος» με γυαλί.
Συρρίκνωση του θεσσαλικού κάμπου, της καρδιάς της αγροτικής παραγωγής της χώρας, χάριν των φωτοβολταϊκών, βλέπει ο καθηγητής Πολεοδομίας και Ιστορίας της Πόλης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Νίκος Μπελαβίλας πίσω από το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Μια φαινομενικά αθώα ρύθμιση, ένα ποσοστό 1,5%, ίσως κρύβει μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που ετοιμάζεται να δεχτεί η Θεσσαλία τις τελευταίες δεκαετίες.
Το νέο πλαίσιο θεσπίζει, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΥΠΕΝ, ανώτατο όριο κάλυψης γης από νέες φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις στο 1,5% της συνολικής έκτασης κάθε Περιφερειακής Ενότητας, με στόχο -όπως αναφέρεται- την προστασία του τοπίου, της αγροτικής γης και της ισορροπίας των τοπικών χρήσεων.
Στην Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας, το 1,5% αντιστοιχεί σε περίπου 80.000 στρέμματα φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, δεδομένου ότι η συνολική έκταση της Π.Ε. φτάνει τα 5,4 εκατομμύρια στρέμματα.
Σε επίπεδο Περιφέρειας Θεσσαλίας, το αντίστοιχο ποσοστό μεταφράζεται σε περίπου 210.000 στρέμματα, πάνω σε συνολική έκταση 14 εκατομμυρίων στρεμμάτων.
Πρόκειται, όπως προκύπτει από τους υπολογισμούς, για έκταση 5,5 φορές μεγαλύτερη από αυτή που καταλαμβάνουν μαζί οι τέσσερις μεγάλες πόλεις της περιφέρειας: η Λάρισα, ο Βόλος, τα Τρίκαλα και η Καρδίτσα!
Το νέο πλαίσιο, που τέθηκε σε ισχύ στις 19 Αυγούστου, θεσπίζει για πρώτη φορά οριζόντιο ανώτατο όριο κάλυψης γης από νέους φωτοβολταϊκούς σταθμούς, στο 1,5% της συνολικής έκτασης κάθε Περιφερειακής Ενότητας. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας υποστηρίζει ότι πρόκειται για ένα μέτρο που βάζει κανόνες στη χωροθέτηση των ΑΠΕ, περιορίζει την υπερσυγκέντρωση έργων και ενισχύει την προστασία του περιβάλλοντος, της παραγωγικής γης και των τοπικών κοινωνιών.
Στα χαρτιά, το ποσοστό μοιάζει μικρό.
«Είναι τεράστια νούμερα», σχολιάζει ωστόσο, ο καθηγητής Μπελαβίλας, μιλώντας για τις επιπτώσεις του νέου πλαισίου στον θεσσαλικό κάμπο.
«Τα φωτοβολταϊκά που εν δυνάμει μπορούν να καλύψουν τον κάμπο έχουν έκταση 5,5 φορές μεγαλύτερη από τη συνολική έκταση της Λάρισας, του Βόλου, των Τρικάλων και της Καρδίτσας μαζί», τονίζει χαρακτηριστικά.
Αυτό δε σημαίνει, βεβαίως, ότι 210.000 στρέμματα πρόκειται να καλυφθούν αυτομάτως από φωτοβολταϊκά.
Πρόκειται για το ανώτατο όριο που προβλέπει το νέο πλαίσιο για νέους φωτοβολταϊκούς σταθμούς και όχι για προγραμματισμένη εγκατάσταση αντίστοιχης έκτασης.
Παράλληλα, το νέο χωροταξικό προβλέπει σημαντικές ζώνες αποκλεισμού και περιορισμούς, μεταξύ άλλων, σε περιοχές Natura 2000, δάση και δασικές εκτάσεις, υγροτόπους, εθνικούς δρυμούς και συγκεκριμένες περιοχές πολιτιστικής προστασίας.
Ωστόσο, ακριβώς το μέγεθος του δυνητικού αποτυπώματος είναι αυτό που προκαλεί τον προβληματισμό του Μπελαβίλα, που επισημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στο ποσοστό, αλλά πρέπει να εξετάσει πού θα κατευθυνθούν τελικά οι επενδύσεις και ποιες εκτάσεις θα επιβαρυνθούν.
Για τον ίδιο, το βασικό ζήτημα δεν είναι η πράσινη μετάβαση καθ’ αυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή εφαρμόζεται στην Ελλάδα.
«Έχει εργαλειοποιηθεί η υπόθεση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», υποστηρίζει, εκτιμώντας ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης σε πεδίο έντονης οικονομικής δραστηριότητας πάνω στη γη.
Από την άλλη πλευρά, το ΥΠΕΝ παρουσιάζει το νέο πλαίσιο ως ακριβώς το αντίθετο: μια προσπάθεια να μπει τέλος στην άναρχη χωροθέτηση και να υπάρξουν σαφέστεροι κανόνες για το πού μπορούν και πού δεν μπορούν να εγκατασταθούν έργα ΑΠΕ.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα για τη Θεσσαλία: όχι αν θα συμμετάσχει στην πράσινη μετάβαση, αλλά σε ποια γη θα γίνει αυτή η μετάβαση, πόση γη θα δεσμεύσει και ποιο θα είναι το αποτύπωμά της στην παραγωγική φυσιογνωμία του θεσσαλικού κάμπου.
Η κριτική του Μπελαβίλα αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η αγορά.
Περιγράφει ένα σύστημα στο οποίο συνυπάρχουν μικρότεροι τοπικοί επενδυτές και μεγαλύτερες ενεργειακές επιχειρήσεις, με διαφορετικό μέγεθος κεφαλαίων, αλλά κοινό ενδιαφέρον για την εξασφάλιση εκτάσεων.
Ο ίδιος μιλά για ένα «οριζόντιο πάρτι εταιρειών, εργολάβων και κερδοσκόπων της αγοράς ενέργειας», όχι μόνο στον θεσσαλικό κάμπο, αλλά σε ολόκληρη τη χώρα.
Η φράση είναι σκληρή, αλλά αποτυπώνει τη βασική του ένσταση: ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν πρέπει να κρίνεται μόνο με όρους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και επενδύσεων, αλλά και με όρους χωρικού σχεδιασμού, κοινωνικής αποδοχής και προστασίας της παραγωγικής γης.
Για τη Θεσσαλία, η συζήτηση έχει μία ακόμη ιδιαιτερότητα.
Η αγροτική παραγωγή αποτελεί βασικό τμήμα της οικονομικής και κοινωνικής φυσιογνωμίας της περιοχής και η μετατροπή αγροτικής γης σε ενεργειακή χρήση δεν είναι απλώς μία αλλαγή χρήσης γης, αλλά ενδεχομένως αλλαγή του ίδιου του παραγωγικού μοντέλου.
Η εγκατάσταση ενός φωτοβολταϊκού πάρκου μπορεί να αποτελεί για έναν ιδιοκτήτη γης μια οικονομικά συμφέρουσα επιλογή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος παραγωγής και η αβεβαιότητα πιέζουν το αγροτικό εισόδημα.
Για τον καθηγητή Νίκο Μπελαβίλα, όμως, η ατομική οικονομική επιλογή δεν αρκεί για να απαντήσει στο συλλογικό ερώτημα: ποια θα είναι η παραγωγική ταυτότητα του κάμπου εάν σημαντικές εκτάσεις περάσουν σταδιακά από την αγροτική παραγωγή στην ενεργειακή χρήση;
Ο Μπελαβίλας θέτει ακόμη ένα ερώτημα, λιγότερο ορατό σήμερα αλλά κρίσιμο για το μέλλον: Τι γίνεται όταν οι εγκαταστάσεις φτάσουν στο τέλος της ωφέλιμης ζωής τους;
«Ποιος θα μαζέψει τις τεράστιες ανεμογεννήτριες και ποιος θα μαζέψει τα χιλιάδες στρέμματα των φωτοβολταϊκών;», διερωτάται, θέτοντας στο τραπέζι το ζήτημα της αποξήλωσης, της αποκατάστασης των εκτάσεων και της ευθύνης των εταιρειών, όταν οι επενδύσεις ολοκληρώσουν τον κύκλο τους.
Είναι ένα ερώτημα που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνεται το μέγεθος της αγοράς. Η πράσινη μετάβαση δεν αφορά μόνο το πώς θα παραχθεί περισσότερη καθαρή ενέργεια, αλλά και το τι θα απομείνει πίσω όταν οι εγκαταστάσεις παλιώσουν.
Η συζήτηση, τελικά, δε χωρά εύκολα σε ένα δίπολο «φωτοβολταϊκά ή χωράφια». Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη καθαρή ενέργεια και το νέο χωροταξικό επιχειρεί να δημιουργήσει κανόνες για την ανάπτυξή της. Ταυτόχρονα, όμως, η Θεσσαλία χρειάζεται να διατηρήσει την παραγωγική της γη και να αποφύγει μια νέα, άναρχη μεταβολή της φυσιογνωμίας της.
Το ζητούμενο είναι η ισορροπία: πού θα εγκατασταθούν οι νέες μονάδες, πόση γη θα δεσμεύσουν, ποια γη θα εξαιρεθεί, ποιος θα επωφεληθεί οικονομικά και ποιος θα αναλάβει το κόστος όταν οι εγκαταστάσεις ολοκληρώσουν τον κύκλο τους.
Για τον Μπελαβίλα, πάντως, το καμπανάκι έχει ήδη χτυπήσει.
Η φράση του για ένα «οριζόντιο πάρτι» πάνω στον κάμπο αποτυπώνει τον φόβο μιας μεγάλης αλλαγής χρήσεων γης που μπορεί να εξελιχθεί πολύ πριν γίνει αντιληπτή στην πλήρη της έκταση.
Παρά τη δυσοίωνη εικόνα, εντοπίζει και ενδείξεις πως το τοπίο μπορεί να αλλάξει. Αναφέρεται στην κινητοποίηση των κατοίκων στα Άγραφα με την κίνηση «Απάτητα βουνά», η οποία οδήγησε στη θέσπιση αυστηρότερων όρων για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων σε ορεινές περιοχές πάνω από συγκεκριμένο υψόμετρο, μια εξέλιξη που χαρακτηρίζει «καλό σημάδι».
Η συνειδητοποίηση των τοπικών κοινωνιών για την έκταση της ζημιάς, εκτιμά, μπορεί να κινητοποιήσει την αυτοδιοίκηση και τους περιφερειάρχες, δεδομένου ότι οι τελικές αδειοδοτήσεις περνούν τελικά και από αυτούς...
https://www.facebook.com/symoriagravatas/posts/pfbid0oeCDi15V13xrPiswtjTJv8gRJc815rMvAFkwRo9ShZHFKRutkZ9B382g31qwL4Jil?__cft__[0]=AZYhpm5SpHRX9OJ_-44m08ZftlP-m4_lZOpk2HZLz15IT4LgJKbIJKGkL8PvvknCupHAEFQqElYxMtyKLCe3tnVLocXhUQHP-iE-d1pEjhizO5NEhGGM4o2j9MjgiOljVQgXNBDZeR4V8RtX4mE3r2UlqInaWC0hpcVrMOoGn9BqlhOMkbFxJtVtBpqEtmpebcuBOIv4Vm25HufM-jItsa3oSTWjIjBiwUsxlKJJJuCetA&__tn__=%2CO%2CP-y-R
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου