πασιγραφία [θηλ.]< (λόγιο ἐνδογενὲς δάνειο ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ «pasigraphy»)< [πασι- + -γραφία] :
• Ἕνα σύστημα γραφῆς τὸ ὁποῖο ἀποτυπώνει ἔννοιες ἀντὶ γιὰ λέξεις. Τὸ σύστημα δὲν εἶναι φωνητικὸ καὶ χρησιμοποιεῖ ἰδεογράμματα , ὅπως μαθηματικὰ σύμβολα, καὶ τὸ ὁποῖο προορίζεται νὰ γίνεται παγκοσμίως ἀντιληπτὸ.
Ἀπορίας ἄξιον ποὺ δὲν τὴν εἰσήγαγε ἄλλος στὴν Ἑλληνική.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02ZsSjmEA2BJXpB3s3DKNASzWs9b2Cx3ksEXgn4HefyGoF8h7SgC7kRjpG2saQLvNAl&id=61550337025368&__cft__[0]=AZiad0tqHramJ7W0QVyJ0a6_MPkI4aorJ_wORZUUwtQjJ3aH7MIEPohFjAdv1hMqoBNbiZfgB5svkf4fBqoE7nAaI_oA0UC56lVrcTFa7JGXxkeFFtPe&__tn__=%2CO%2CP-R