ἀκυρολογία [θηλ.] < (λόγιο διαχρονικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη ἀρχαιοελληνικὴ) :
[ βλέπε: ἀκυρολογέω, ἀκυρολέκτητος (& ἀκυριολέκτητος), ἀκυρολόγητος, ἀκυρολεξία < ἄκυρ(ος) + -ο- + -λογέω (< λόγος) ]
• ἡ λανθασμένη χρήση μιᾶς λέξης ἢ φράσης. (Κατὰ τοὺς ἀρχαίους γραμματικούς, ἡ ἀκυρολογία μαζὶ μὲ τὸν σολοικισμὸ καὶ τὸν βαρβαρισμὸ ἀποτελοῦσε «τὰς τρεῑς κακίας περὶ λόγον»).
• ἡ χρησιμοποίηση λέξεων ἢ φράσεων ποὺ δὲν συμβιβάζονται μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς σκέψης ποὺ πρόκειται νὰ διατυπωθεῖ, π.χ. ὁ βρυχηθμὸς τῶν θηρίων (ἀντὶ τῶν λιονταριῶν). [σημασιολογικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ «malapropism»]
• ἡ χρησιμοποίηση λέξεων ποὺ δὲν ταιριάζουν μὲ αὐτὰ ποὺ συνήθως λέγονται στὴν περίσταση, π.χ. «καλῶ τραπέζι« (ἀντὶ «καλῶ φίλους σὲ τραπέζι») ἢ «κάνει πολλὴ θερμοκρασία» (ἀντὶ «κάνει πολλὴ ζέστη»).
• ἡ χρησιμοποίηση μιᾶς ἄτοπης μεταφορικῆς φράσης ἢ λέξης.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid022Hmjvr6siuVJSNtb8p7NoDAocg8NN2BYymP6xFnRnRrjDxpiM9dzkHtRnh79FPtCl&id=61550337025368&__cft__[0]=AZhqwR7zFIzz4XrbK0mbLDMA3lleOBkf0-rtHFk0EvhtVovvw4VNIgaGOXcK2xuJOk3lrjShrZVPV8YUsipAVm59_rUfsUkHlopM54ZA-ERrgPe0b7pxOFGALVPDPxIC9vyEhk1iu-uQBW4&__tn__=%2CO%2CP-R