Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Κι ὅμως, τὸ «ντόμινο» εἶναι ἑλληνικό !

Κι ὅμως, τὸ «ντόμινο» εἶναι ἑλληνικό !
Ἐντρυφῶντας στὸ θεῖον εὐδώρημα τῆς Γλώσσας (γιὰ ἐμένα, ὅλες οἱ γλῶσσες εἶναι θεόπνευστα κτίσματα, ἐκ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι ἐξέλιξαν κατὰ δικιά τους βούληση, ἐν συνεχείᾳ), θὰ διαπιστώσεις καὶ περιπτώσεις ξένων λέξεων, ποὺ, τελικά, δὲν εἶναι τόσο ξένες. Σὰ νὰ ἔφυγε κάποιος μακρινός σου πρόγονος στὴν Ῥώμη, στὸ Παρίσι, στὴν Μαδρίτη, στὸ Λονδῖνο, στὸ Βερολῖνο, στὰ Τίρανα, στὸ Κάϊρο, στὴν Δαμασκό, στὴν Μόσχα ἢ κάπου ἀλλοῦ, νὰ ἄλλαξε ἔνδυση, νὰ ἔμαθε τὴν ἐντόπια γλῶσσα, νὰ ἀφομοιώθηκε στὴν κοινωνία αὐτήν, νὰ ἄφησε ἀπογόνους, ἴσως, καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια, τυχαῖα, εἶπε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του. Ἀλλαγμένος μέν, ὁμογενὴς δέ. Ἔτσι εἶναι καὶ οἱ λέξεις. Ταξιδεύουν καὶ μᾶς ταξιδεύουν. Τὸ φαινόμενο καλεῖται «ἀντιδανεισμὸς» καὶ ἡ λέξη ἡ ὁποία ὑπόκειται σὲ αὐτὸ «ἀντιδάνειο».
Νὰ διακριβώσουμε, ὅμως, τὸ «ντόμινο»:
Τὸ Χρηστικὸ Λεξικὸ τῆς Νεοελληνικῆς Γλώσσας τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν γράφει (παραθέτω τὸ αὐτούσιο μονοτονικὸ κείμενο):
« ντόμινο ντό-μι-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. επιτραπέζιο παιχνίδι το οποίο αποτελείται από ορθογώνια πλακίδια (πούλια), που έχουν από καμία μέχρι έξι μαύρες κουκίδες στη μια πλευρά τους, και στο οποίο νικητής αναδεικνύεται ο παίκτης που θα απαλλαγεί πρώτος από τα πούλια του. 2. (κατ' επέκτ.) παιχνίδι στο οποίο με τα αντίστοιχα ή παρόμοια χρωματιστά πλακίδια, τοποθετημένα στη σειρά, δημιουργούνται διάφορες πολύπλοκες κατασκευές, όπου το ένα πούλι παρασέρνει με την πτώση του όλα τα άλλα, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό θέαμα· συνεκδ. τα συγκεκριμένα πλακίδια. 3. (μτφ.) αλυσιδωτή αντίδραση: ~ αλλαγών/αποκαλύψεων/εξελίξεων/καταγγελιών. ~ ανατιμήσεων φέρνει στην αγορά η αύξηση του ΦΠΑ. 4. (κυρ. παλαιότ.) αποκριάτικο κοστούμι αποτελούμενο από μακρύ και ριχτό μαύρο φόρεμα με φαρδιά κουκούλα και συνήθ. μάσκα· συνεκδ. ο μεταμφιεσμένος με αυτό. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία του ντόμινο 1. ΠΟΛΙΤ. σύμφωνα με την οποία τα πολιτικά γεγονότα βρίσκονται σε άμεση αλληλεξάρτηση, δηλ. το ένα μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτά άλλα παρόμοια. 2. ΓΕΩΦ. αυτή που υποστηρίζει ότι ένας σεισμός μεγάλου μεγέθους επιταχύνει τις σεισμικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη σε άλλες γειτονικές συνήθ. περιοχές, με αποτέλεσμα την πρόωρη εκδήλωση άλλων σεισμών. [< αγγλ. domino theory, 1965], φαινόμενο (του) ντόμινο: συσσωρευτικό αποτέλεσμα που ξεκινά από ένα συμβάν το οποίο δημιουργεί αλλεπάλληλα παρόμοια γεγονότα, συνήθ. αρνητικά. [< αγγλ. domino effect, 1966, γαλλ. effet domino] [< 1,2,4: γαλλ. domino 3: αγγλ. domino, 1954] »
Τὸ Λεξικό της Ὀξφόρδης (παραθέτω μόνον τὴν ἐτυμολογία):
« τέλη 17ου αἰῶνα: ἀπὸ τὰ γαλλικά, ποὺ ὑποδηλώνει κουκούλα ποὺ φοροῦσαν οἱ ἱερεῖς τὸν χειμῶνα, πιθανῶς βασίζεται στὴ λατινικὴ λέξη dominus «ἄρχοντας, ἀφέντης». »
Τὸ Ἑλληνικὸ Βικιλεξικὸ (παραθέτω τὸ αὐτούσιο μονοτονικὸ κείμενο):
« Ετυμολογία
ντόμινο < (άμεσο δάνειο) ιταλική domino < λατινική dominus < domus
Ουσιαστικό
ντόμινο ουδέτερο
είδος αποκριάτικου κουστουμιού, συνήθως μαύρου
(συνεκδοχικά) ο μεταμφιεσμένος με τέτοιο κουστούμι
(κατ’ επέκταση) είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού με ειδικά πλακίδια, που φέρουν 0-6 κουκκίδες σε κάθε ήμισύ τους
(κατ’ επέκταση) παιχνίδι κατά το οποίο οι παίκτες στήνουν τα παραπάνω πλακίδια (ή άλλα παρόμοια) όρθια το ένα δίπλα στο άλλο, ρίχνουν το πρώτο και στη συνέχεια αρχίζουν να πέφτουν όλα στη σειρά, συμπαρασύροντας το ένα το άλλο
(κατ’ επέκταση) κατάσταση στην οποία ένα αποτέλεσμα προκύπτει από μια σειρά άλλων αλυσιδωτών αποτελεσμάτων (δες φαινόμενο του ντόμινο)
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός αυτού του ντόμινο απαξίωσης και ηθικής έλλειψης (Γεραπετρίτης για τις αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών: Ντόμινο απαξίωσης και ηθικής έλλειψης, capital.gr, 25 Ιουνίου 2020)
Πολυλεκτικοί όροι
ντόμινο εφέ / φαινόμενο του ντόμινο (και φαινόμενο του ντόμινου) : η μεταβολή ενός στοιχείου κάποιου συνόλου επηρεάζει αλυσιδωτά και τα υπόλοιπα στοιχεία »
Τὸ Ἀγγλικὸ Βικιλεξικό:
« Ἀγγλικά
1801, δανεισμένο ἀπὸ τὸ γαλλικὸ domino (1771), ἀρχικὰ ὁ ὅρος γιὰ ἔνδυμα μὲ κουκούλα, τὸ ἴδιο ἀπὸ τὸ μεσαιωνικὸ λατινικὸ domino , πλάγια πτώση τοῦ dominus (« ἄρχοντας, ἀφέντης » ) · συγκρίνετε μὲ τὸ μεσαιωνικὸ λατινικὸ dominicale (« ἕνα εἶδος πέπλου » ) .
Ἰταλικά
Ἐτυμολογία 1
Δανεισμένο ἀπὸ τὸ λατινικὸ dominus . Διπλὸ τοῦ don .
Οὐσιαστικό
ντόμινο (πληθυντικὸς domini , θηλυκὸ domino )
ἀρχαϊκὸ ) ἄρχοντας , ἀφέντης
Ἐτυμολογία 2
Δανεισμένο ἀπὸ τὸ γαλλικὸ domino , ἀπὸ τὸ μεσαιωνικὸ λατινικὸ dominō , δοτικὴ τοῦ λατινικοῦ dominus (" κύριος, ἀφέντης " ) · πιθανῶς ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ φράση benedīcāmus Dominō (κυριολεκτικὰ " ἂς εὐλογήσουμε τὸν Κύριο " ) .
Οὐσιαστικό
domino m (ἀμετάβλητο )
μακρὺς χιτῶνας σὲ σχῆμα μανδύα μὲ κουκούλα , ποὺ φοριέται σὲ χοροὺς μεταμφιεσμένων
κατ' ἐπέκταση ) ἄτομο ποὺ φοράει τέτοια ρόμπα
Ἐτυμολογία 3
Δανεισμένο ἀπὸ τὸ γαλλικὸ domino , ἀρχικὰ τὸ ἴδιο μὲ τὸ Ἐτυμολογία 2· βλέπε παραπάνω.
Οὐσιαστικό
domino (μὴ μετρήσιμο )
ντόμινο (ἐπιτραπέζιο παιχνίδι )
Ἐτυμολογία 4
Ρῆμα
ντόμινο
κλίση τοῦ domare :
τρίτο πρόσωπο πληθυντικοῦ ἐνεστῶτα ὑποτακτική
τρίτο πληθυντικὸ πρόσωπο προστακτικῆς
Ἐτυμολογία 5
Ρῆμα
domino
πρῶτο ἑνικὸ πρόσωπο ἐνεστῶτα ἐνδεικτικὸ τοῦ dominare
Οὐσιαστικό
domino (πληθυντικὸς domini )
ἐναλλακτικὴ μορφὴ τοῦ dominio (« domain » ) »
Ἔχουμε ὑπ' ὄψιν ὅτι ἡ λέξη πρωτοεμφανίσθηκε στὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα τὸν 19ο αἰῶνα. Θεωρῶ πιθανότερο σενάριο ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα νὰ δανείστηκε τὴν λέξη μέσῳ Γαλλικῆς, ἡ ὁποία, βέβαια, τὸ δανείστηκε ἀπὸ τὴν Ἰταλική. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, δὲν θὰ ἀπέκλεια καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἰσήχθη στὴν Ἑλληνικὴ μέσῳ τοῦ ἐμπορίου τῶν Ἑπτανήσων μὲ τὴν Ἰταλία. Σὲ κάθε περίπτωση, εἶναι ἰταλικὴ ἡ προέλευση. Ἢ μήπως ὄχι ; Παρέθεσα τὶς ἀνωτέρω ἐτυμολογίες ἀπὸ τὴν Ἰταλικὴ γλῶσσα. Μία πρὸς μία νὰ τὶς ἀποθησαυρίσουμε:
Ἡ ἐτυμολογία 1 μᾶς δίνει τὸ dominus :
« Ἐτυμολογία
Ἡ ἀρχικὴ ταυτότητα τοῦ δεύτερου φωνήεντος αὐτῆς τῆς λέξης εἶναι ἀσαφής:
ἀπὸ τὸ πρωτοπλάγιο *dom-o/u-nos (« τοῦ σπιτιοῦ » ) · τόσο τὰ u- ὅσο καὶ τὰ o-βλαστοὶ βρίσκονται σὲ ἄλλους κλάδους·
ἀπὸ τὸ πρωτοιταλικό *domanos , ἀπὸ τὸ πρωτοινδοευρωπαϊκό *domHnos (« ἰδιοκτήτης σπιτιοῦ » ) , ἀπὸ τό *dṓm (« σπίτι » ) + *-Hō (ἐπίθημα Hoffmann ) μέσῳ τοῦ πλάγιου ρήματος *-Hn- .
Σὲ κάθε περίπτωση, πιθανότατα σχετίζεται περαιτέρω μὲ τὸ domus , ἀπὸ τὸ πρωτοιταλικό *domos , ἀπὸ τὸ πρωτοινδοευρωπαϊκό *dem- (« χτίζω » ) .
Ἡ ἐτυμολογία 2 μᾶς βγάζει πάλι στὴν ἐτυμολογία 1.
Ἡ ἐτυμολογία 3 τὸ ἴδιο.
Ἡ ἐτυμολογία 4 μᾶς παραπέμπει στὸ domare, τὸ ὁποῖο μᾶς παραπέμπει πάλι στὴν ἐτυμολογία 1, ἀλλὰ καὶ σὲ μία ἀκόμη:
« Ἀβέβαιο. Τελικά, ἀπὸ τὴν ρίζα *demh₂- (« ἐξημερώνω, δαμάζω » ) .
Ὁ ντὲ Βάαν ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ὅρος προέρχεται ἀπὸ τὸ πρωτοιταλικό *domaō , ἀπὸ τὸ προγενέστερο *domajō , ἀπὸ τὸ πρωτοινδοευρωπαϊκό *domh₂-éye-ti , θεματικὴ αἰτιατικὴ ἐνεστῶτα τοῦ *demh₂- (« ἐξημερώνω, δαμάζω » ) . Ὁ ἴδιος πρωτοινδοευρωπαϊκὸς ὅρος μπορεῖ νὰ μαρτυρηθεῖ στὴ γοτθικὴ 𐌲𐌰𐍄𐌰𐌼𐌾𐌰𐌽 (gatamjan ) καὶ στὰ σανσκριτικὰ दमयति (damáyati ) .
Ὁ Sihler ὑποστηρίζει ὅτι ὁ βαθμὸς e θὰ ἦταν πιὸ συνηθισμένος γιὰ ἕναν τέτοιο ὅρο καὶ προτείνει μιὰ πρότυπη μορφή *demā- , ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἐξελίχθηκε σὲ domō μέσῳ τῆς ἴδιας φωνολογικῆς ἐξέλιξης ποὺ συναντᾶται στό *wemō > vomō . Ὁ De Vaan, ὡστόσο, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ὅρος πιθανότατα προέρχεται ἀπὸ αἰτιατικὴ λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἐπιθήματος ā σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἔλλειψη ρινικοῦ ἐνθέματος ἢ ἐπιθήματος s .
Ὁ Kroonen συγκρίνει τὸν ὅρο μὲ τὸν ὅρο zahmōn (« ἐξημερώνω » ) στὴν παλαιὰ ὑψηλῶν γερμανικῶν καὶ ὑποστηρίζει ὅτι καὶ οἱ δύο προέρχονται ἀπὸ τὸ πρωτοινδοευρωπαϊκό *domh₂-eh₂yé-ti .
Συγγενὲς μὲ τὰ σανσκριτικὰ दाम्यति (dā́myati ) , τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ δᾰμᾰζω (dămắzō ) , τὰ παλαιὰ ὑψιγερμανικὰ zemmen καὶ τὸ πρωτογερμανικὸ ἐπίθετο *tamaz . »
Ἂν δεχθοῦμε ὅτι ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἰνδοευρωπαϊκὴ ρίζα *demh₂- (« ἐξημερώνω, δαμάζω » ), τότε ἂς δοῦμε κι αὐτήν:
« Παράγωγοι ὅροι
Ὅροι ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν πρωτοινδοευρωπαϊκὴ ρίζα *demh₂- (33 c)
*dméh₂-s-ti ΄ *dm̥h₂-s-énti (ἀθηματικὸ s-ἐνεστῶτα )
Πρωτοανατολικά:
Χεττιτικά: 𒋫𒈠𒀸 (tamāšš- , « πιέζω, σπρώχνω » )
*dm̥-né-h2-ti ΄ *dm̥-n-h2-énti (παρέχεται ρινικὸ προσάρτημα )
*dm̥h2-yé-ti (yé-παρόν )
Πρωτοκέλτικο: *damyeti (« ἐπιτρέπω, ἐπιτρέπω, ὑπομένω » ) (βλ. ἐκεῖ γιὰ περαιτέρω ἀπογόνους )
*domh2-éye-ti (αἰτιατική/ἐπαναληπτική )
Πρωτοϊνδοϊρανικό:
Πρωτοϊνδοάρια:
Σανσκριτικά: दमयति (damáyati ) (δεῖτε ἐκεῖ γιὰ περαιτέρω ἀπογόνους )
Πρωτογερμανικά: *tamjaną
Πρωτοπλάγια: *domaō
Λατινικά: domō (" δαμάζω " )
*dm̥h2-h1yé-ti ('essive' )
Πρωτοϊνδοϊρανικό:
Πρωτοϊνδοάρια:
Σανσκριτικά: दाम्यति (dā́myati )
*démh2-ti-s ΄ *dm̥h2-téy-s
Πρωτοελληνική:
Ἀρχαία Ἑλληνικά: δμῆσις (dmêsis )
*dómh₂-r̥
Πρωτοελληνική:
Ἀρχαῖα ἑλληνικά : δάμαρ (dámar )
*domh₂-os
Πρωτογερμανικά: *tamaz (δεῖτε ἐκεῖ γιὰ περαιτέρω ἀπογόνους )
*domh₂tōr
Πρωτοελληνική:
Ἀρχαία Ἑλληνικά: πανδάματωρ (pandámatōr , " all-conquering " )
Πρωτοϊνδοϊρανικό:
Πρωτοϊνδοάρια:
Σανσκριτικά: दमितृ (damitṛ́ , « δαμαστής » )
Πρωτοπλάγια: *domator
Λατινικά: domitor (« δαμαστής, ὑποτακτικός, κατακτητής » )
*dm̥h2-tó-s, *demh2-tó-s
Πρωτοκέλτικο: *dametos (« πρόβατο » ) (βλ. ἐκεῖ γιὰ περαιτέρω ἀπογόνους )
Πρωτοελληνική:
Ἀρχαῖα Ἑλληνικά : δμητὸς (dmētós )
Πρωτοϊνδοϊρανικό: *damHtás
Πρωτοϊνδοάρια: *damHtás
Σανσκριτικά: दमित (damita )
Μὴ ταξινομημένοι σχηματισμοί
ἀλβανικά: dem (" ταῦρος, βόδι " )
Πρωτοκέλτικο: *damos (" ταῦρος, ἐξημερωμένο ζῶο " ) (βλ. ἐκεῖ γιὰ περαιτέρω ἀπογόνους )
Πρωτοελληνική:
Ἀρχαῖα Ἑλληνικά: δάμαλις (dámalis ) , δαμάλης (damálēs ) , δάμαλος (dámalos )
Ἀρχαῖα ἑλληνικά : δμὼς (dmṓs ) , δμῳή f (dmōiḗ , « σκλάβος ποὺ πιάστηκε στὸν πόλεμο » )
Πρωτοϊνδοϊρανικό:
Πρωτοϊνδοάρια:
Σανσκριτικά: दमायति (damāyáti , " ὑποτάξει, δαμάσει " )
Μέση Περσική: [ἀπαιτεῖται γραφὴ] (dʾm /dām/ , « ἥμερο ζῶο » )
Περσικά: Dâm (dam , « ζῶο » )
Ἀπόγονοι
Πρωτοϊνδοϊρανικό: *damH-
Πρωτοϊνδοάρια:
Σανσκριτικά: दम् (φράγμα , « ἐξημερώνεις, ἐξημερώνεις » ) »
Καὶ ἡ ἐτυμολογία 5 μᾶς παραπέμπει στὸ dominārī, τὸ ὁποῖο, ὅμως, πάλι μᾶς παραπέμπει στὴν ἐτυμολογία 1.
Ἂν τὸ «domino» ἔρχεται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικὸ «domus», νὰ δοῦμε τὶς σημασίες του:
« 1. σπίτι , οἰκία (τὸ κτίριο ὅπου ζεῖ κάποιος )
Deō domuī que ― Γιὰ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸ σπίτι (μότο τοῦ Μεθοδιστικοῦ Κολλεγίου Γυναικῶν, Μελβούρνη )
Stet fortūna domūs ― Ἂς σταθεῖ ἡ καλὴ τύχη τοῦ σπιτιοῦ (μότο τοῦ σχολείου Harrow , Ἀγγλία)
α) μιὰ μεζονέτα
2. ὁποιαδήποτε κατοικία ἢ κατοικία (ἀνθρώπων ἢ ζώων )
Συνώνυμα: domicilium , habitāculum , habitātiō , tēctum , mānsiō , sēdēs , aedēs
3. ὁ τόπος γέννησης ἢ κατοικίας κάποιου , πατρίδα , πόλη, ὑπερώνυμο
α) (πίσης ἀπὸ τὸ κέλυφος τῶν ἀσπόνδυλων , τάφοι τῶν νεκρῶν )
4. νοικοκυριό , οἰκογένεια (τὰ ἐξαρτώμενα μέλη τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ νοικοκυριοῦ )
α) μιὰ ὁμάδα μαθητῶν , σχολεῖο ; ἕνα πνευματικὸ κίνημα
β) (μοναρχία ) οἶκος , δυναστεία
5. (ἰδιωματικὰ ) ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα ἢ τοὺς πόρους κάποιου
domum trahere ― σύρω στὴν τσέπη
Domī versūra fit. Κάποιος εἶναι ὁ δικός του πιστωτής . (παροιμία )
domō afferre ― νὰ συλλάβει κανεὶς μόνος του
6. (σὲ τοπικὴ πτώση σὲ φράσεις , ἰδιωματικὲς ) γιὰ τὴν εἰρήνη ▼
bellī domī que; bellō domī que; vel bellī vel domī ; domī bellōque; domī militiaeque ― σὲ πόλεμο καὶ εἰρήνη »
Νὰ δοῦμε καὶ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ «δόμος» :
« 1. οἰκία
2. νοικοκυριό
3. οἴκημα γιὰ ὁρισμένα ζῶα
4. ὁριζόντια δοκὸς στὴν κορυφὴ ὁρισμένων κιόνων ποὺ χρησιμεύει ὡς σταθερὴ στοὰ ἢ βεράντα
5. (ἀστρολογία ) ἡ ἕδρα ἑνὸς πλανήτη »
Παρατηροῦμε ὅτι οἱ σημασίες 1, 2 καὶ 4 ἀπὸ τὰ Λατινικὰ ταυρίζονται μὲ τὶς σημασίες 1, 2 καὶ 3 ἀπὸ τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Μὲ δεδομένο ὅτι οἱ Λατῖνοι εἶχαν στενὴ ἀλληλεπίδραση μὲ τοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες (σὲ βαθμὸ ποὺ κατέλαβαν τὸν ἑλληνικὸ χῶρο), θεωρῶ ὡς ἐπικρατέστερο σενάριο νὰ πέρασε ἡ ἑλληνικὴ λέξη στὰ Λατινικὰ μᾶλλον διὰ τοῦ ἐμπορίου. Δὲν εἶμαι βέβαιος πῶς πέρασε, ἀλλὰ βρίσκω ἁπλᾶ ἀστεῖο τὸ γεγονὸς πῶς δὲν τὸ παραδέχεται ἡ ἐπιστήμη τῆς Γλωσσολογίας. Τώρα, τὸ ἐνδεχόμενο οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες νὰ δανείστηκαν τὴν λέξη «δόμος» ἀπὸ κάπου ἀλλοῦ (φέρ' εἰπεῖν, ἀπὸ τὰ Σανσκριτικά, ὅπως τὴν «ζάχαρη») δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀποκλείω κιόλας. Σὲ κάθε περίπτωση, ὅμως, ἀκόμη κι ἂν δεχθοῦμε τὸ σενάριο αὐτό, εἶναι ἀδύνατον νὰ πέρασε ἀπὸ κάποια ἀνατολίτικη γλῶσσα στὰ Λατινικὰ ἀπ' εὐθείας, μὲ δεδομένο ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχαν τὶς πλεῖστες ἐπαφὲς μὲ τοὺς λαοὺς αὐτούς. Ἀκόμη καὶ σήμερα, ὁ ἑλληνόκτητος ἐμπορικὸς στόλος κατέχει τὴν πρώτη θέση σὲ μεταφορικὴ ἱκανότητα, παγκοσμίως.
Ὅπως εἶπα καὶ στὸν πρόλογο:
«Ἔτσι εἶναι καὶ οἱ λέξεις. Ταξιδεύουν καὶ μᾶς ταξιδεύουν.»


https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid0mvG4v2uBx51Skn1zRwKj4mYJULQkrpobydCQj5FTxUHMZVAkQvWfuUt6BeQzk6pTl&id=61550337025368&__cft__[0]=AZYFT9hzmsbCUIzj8Wqdp-F9fjRxru1BDMU_yCOczNNI-_IHrFdbAjhscuwgZgRmS0Ekn1o4FJzx-hnTK9Syozal9rQ267HcUE8jX1aqBWgNy-veC3JY1rkpdMnGk9lyXzMeSKEoUZTTEUKJapTYxu4P&__tn__=%2CO%2CP-R

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ