ἀμβαδέως [ἐπίρρημα] < (λόγιο διαχρονικὸ δάνειο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ἀρχαιοελληνικὸ) < ; ἀγνώστου ἐτυμολογίας [πιθανότατα: ἀμβαίνω + -ως]
1. ἀπερίσκεπτα, ἀπρονοήτως, ἀμελῶς, χωρὶς σκέψη γιὰ τὸ μέλλον. (κατὰ τὸν Ἡσύχιο)
2. φανερά, ἀνοιχτά, δημόσια, χωρὶς περιστροφές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου