νοοσηπεδών [ἀρσ., νεολογισμός] > (μεταφραστικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ brainrot) > νοο- + σηπεδών (σήψη, σαπίλα)
• ἡ ὑποβάθμιση τῶν ἐγκεφαλικῶν ἱκανοτήτων, τῆς νοημοσύνης , τῆς κοινῆς λογικῆς ἢ τοῦ ἤθους.
• (λαϊκότροπο, ὑποτιμητικὸ) Ὁποιαδήποτε μορφὴ περιεχομένου μέσων ποὺ θεωρεῖται ὅτι ἔχει μικρὴ καλλιτεχνικὴ ἀξία ἢ ἐπηρεάζει ἀρνητικὰ ὅσους τὸ καταναλώνουν.
• (συνεκδοχικὰ) ἡ κατάσταση ἐμμονῆς μὲ ἕνα συγκεκριμένο ἔργο τῶν μέσων ἐνημέρωσης, ἰδιαίτερα σὲ βαθμὸ ποὺ προκαλεῖ δυσφορία καὶ ντροπή.
→ ἐναλλακτικὸς τύπος: νοοσηπεδόνας
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid0uNS15ogjQ4VKYQLpFWXeiRWWSxQD7sGN1KwDygSaBsLfHfMFb8FYVHbRcQSW7G7Gl&id=61550337025368&__cft__[0]=AZjFZHtclL6pLHPhzIXZTCycACFHDF7b-lS4QaFBndHna41yzXFOiPi9e7SYE_0SM4pI-VHC52F9QKP1nXCXy9qLxK-vCnXFQ8sS7l9NydFu68LFeZuBEHmuYh9kyb1zMCV4VlPD_TuHZI4&__tn__=%2CO%2CP-R
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου