χαμαιπετής [ἀρσ., ἐπίθ.] < (λόγιο διαχρονικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη ἀρχαιοελληνικὴ) < χαμαί + πίπτω
1. ποὺ πέφτει κάτω (ἀντικείμενο, σκέψη, σταγόνα αἵματος, κουβέντα, λόγος)
χαμαιπετεῖς ἐλαῖαι (ἐλιὲς ποὺ ἔπεσαν ἀπὸ τὸν ἄνεμο, δὲν τὶς ἔριξαν μαζεύοντάς τες)
χαμαιπετὲς δ᾽ ἂρ᾽ ἔπος οὐκ ἀπέριψεν
2. ποὺ πάει χαράμι (γιὰ βέλος ποὺ ἐκτοξεύτηκε χαμηλὰ καὶ δὲν βρῆκε στόχο)
3. ποὺ πετάει χαμηλὰ (γιὰ πτηνά)
χαμαιπετεῖς. στρουθοί
4. ποὺ ζεῖ χαμηλά, κοιμᾶται στὸ πάτωμα, γιὰ ὁτιδήποτε γίνεται καταγῆς ἐνῷ συνήθως γίνεται ψηλότερα
χαμαιπετὴς ἀεὶ ὢν καὶ ἄστρωτος (Πλάτων)
χαμαιπετὲς δεῖπνον
5. (συνεκδοχικὰ) ἄνθρωπος περιορισμένης εὐθύνης, μὲ ἔλλειψη ἢ καὶ πλήρη ἀπουσία ἠθοπλασίας καὶ πνευματικῆς διαύγειας.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
χαμαιπέτεια [θηλ., οὐσ.] < (λόγιο διαχρονικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη ἀρχαιοελληνικὴ) < χαμαιπετής < χαμαί + πίπτω
1. ἡ πλήρης ἔλλειψη ἀξιοπρέπειας
2. ἡ ἠθικὴ κατάπτωση
3. ἡ ὑπουλότητα.
4. ἡ συμπεριφορὰ ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἐξευτελίζεται, «σέρνεται στὸ χῶμα» καὶ κολακεύει δουλοπρεπῶς τοὺς ἄλλους γιὰ νὰ πετύχει τὸν σκοπό του.
5. (συνεκδοχικὰ) ἡ κατάσταση ὅπου κάποιος ἢ κάτι χαρακτηρίζεται ἀπὸ χαμηλὸ ἐπίπεδο.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02pc21zgzauYs7qUs5kNebygr7qthEmPbANTp8bhJAsmDSquawuAZvng1d7T9BfjTLl&id=61550337025368&__cft__[0]=AZg6pJG4PIw4qT-HLOJFvQHX8cfYmt9xR_DLuliQd6xfo2PPviHgFL8OB5hBD2X7v3ipwsOaTOVDpwW_z7_d8MFgdoZUuxniXJwKDHUCJjCkGeA55R9GMh1dVVHiU-BjhLyd9aa1Oh0WWJ0&__tn__=%2CO%2CP-R
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου