Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

ἀεναΐζω

 ἀεναΐζω [ῥῆμα] < (λόγιο διαχρονικὸ δάνειο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ἀρχαιοελληνικὸ) < ἀέν [δωρικὸς ἤ, πιθανοτάτως, ὁμηρικὸς τύπος τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ ἐπιρρήματος «ἀεί»] + -α- [συνθετικὸ πρόσφυμα] + -ίζω


1. ῥέω ἀσταμάτητα.
2. ἀναβλύζω διαρκῶς.
3. τροφοδοτῶ συνεχῶς.
4. (συνεκδοχικὰ) μένω αἰώνιος στὸν χρόνο, χωρὶς ποτὲ νὰ χάσω τὴν ἀξία μου καὶ νὰ λησμονηθῶ.


https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02zxgQwtdYXnQz2MEKp3uFJD6g8pvZYJGbnotT42cwtXMLPLrJJjL9YcACzas9yzu4l&id=61550337025368&__cft__[0]=AZguP__5YgfzjmgsVw855WzwPlo-ku65u035in26ENnH1MnwHEQ20pGme4AY5OkRF-sZa0K9ZuZ70na9Qk7IvstNsL_VOJse44XoiLzPcicHjv6xIRxK&__tn__=%2CO%2CP-R

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ