ψυχοπενία [θηλ., νεολογισμὸς] < ψυχο- + -πενία (φτώχεια, στέρηση, ἔλλειψη)
• ἡ κατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς φτώχειας.
• ἡ ἔλλειψη ψυχικοῦ σθένους.
• ἡ συναισθηματικὴ ἀσιτία.
• ἡ πνευματικὴ ἰσχνότητα.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02LoY8Qpvj81WFYs5m3ZPkyqbkuKCG9FQ1mcw8JQoZzWq9dSVday1Gh3zQAfe1VM8Jl&id=61550337025368&__cft__[0]=AZhtyKcxlJs4Oi8md9uLr8soPrsQSBCigRBSlVqtXseg4W30f02hJtTSp9dWolBKgda-dOpDmeDpYFmoCcDW9JvOEdxf-OHL0EFz3EAj_xtLwfwjRllU07Hu1b1NahOHufBjP-5FCPSYeSY&__tn__=%2CO%2CP-R
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου