ἔπος ἀδάμαντι πελάζω [ἐκφρ.] < (λόγιο διαχρονικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη ἀρχαιοελληνικὴ)
< ἔπος [λόγος, λέξη, ῥίσκο, δήλωση, ποίημα, ῥἠθὲν] + ἀδάμαντι [δοτικὴ τοῦ οὐσιαστικοῦ ὁ ἀδάμας → ὁ ἀνένδοτος, ὁ ἀνυποχώρητος, ὁ ἄκαμπτος, ὁ ἀδιαπραγμάτευτος, ὁ ἀτσάλινος, ὁ χάλυβας, ὁ πολύτιμος λίθος, τὸ διαμάντι] + πελάζω [ἔρχομαι κοντά, προσεγγίζω, πλησιάζω, φέρνω κοντά, κάνω κάποιον ἢ κάτι νὰ ἔλθει κοντά, νὰ πλησιάσει]
• καθιστῶ τὸν λόγο ἰσχυρό, ὅπως τὸ διαμάντι (δηλαδή, φέρνω τὸν λόγο μου τόσο κοντὰ στὴν ἰδιότητα τοῦ διαμαντιοῦ, ὥστε νὰ ἀποκτήσει τὴν δική του σκληρότητα, σταθερότητα καὶ αἰώνια ἰσχύ).
• ἐκφράζω μιὰ ἀλήθεια ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἢ νὰ λυγίσει ἀπὸ κανένα ἐπιχείρημα.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02gS43asgKDSpjWdC7WKb1aCVK4fro1VyuSAb9ebRCUrZe9YgCyrpraCfh2FkiRR3ul&id=61550337025368&__cft__[0]=AZgmMesvi4b11t4drGqssv_BTJhymBbVoXas_t9gbRJrAVn9OaFS1LW5YgA5D-pK_X9M9J1GKV3Ot8lNNPwwCGEiwgSNyqQpQCzVGueyKBRQn5qta7XaHaEHbCz2oBYO0H9dobTl2zmxNYE&__tn__=%2CO%2CP-R
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου